skip to Main Content
Μίκης Θεοδωράκης:  Το αίμα του Μαγιακόφσκι

Άρθρο του Μ.Θ., Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 28 Νοεμβρίου 1975

Δημοσιεύτηκε και στο βιβλίο: Θεοδωράκης Μίκης, Πολιτικά, Θεωρία και Πράξη, τομ.Γ’ Εκδ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 2019 σελ.207-213

 

Ξαφνικά η Ελλάδα γέμισε από χιλιάδες μεγάλους και μικρούς εισαγγελείς. Πλημμυρισμένοι με ιερό δέος, με μάτια φλογισμένα από άκρατη ιδεολογική έξαρση, με καρδιά φουσκωμένη από το μονοπώλιο της αγάπης τους για τον λαό, με συνείδηση πυρακτωμένη από τη φλόγα της επανάστασης, σε αντιμετωπίζουν με ύφος προκλητικό και ακατάδεκτο αφ’ υψηλού και σε κατηγορούν:

Άνθρωπε κουρασμένε, πολίτη γονατισμένε, δημοκράτη συμβιβασμένε, τέως επαναστάτη σπασμένε, παραμέρισε, εξαφανίσου, για να περάσουν οι συνεπείς, οι αλύγιστοι, οι ασυμβίβαστοι, οι ακραιφνείς.

Και καλά για τους παλιούς. Αυτούς που πέρασαν από κάποιες δοκιμασίες. Μπορεί να τους εξηγήσεις. Ακόμα και να τους δικαιολογήσεις. Όμως για τους νέους, τι να πεις;

Μόλις έπεσε η Χούντα, ολόκληρη η ζωντανή νεολαία γέμισε ξαφνικά με «πολύχρωμα οράματα». Τι μπορούσε να κάνει ; Τα πάντα! Για μας που ζήσαμε τον τόπο τούτο, μια πρωτοφανής ευκαιρία γεννιότανε μπροστά μας. Όλες οι προοπτικές ήσαν ανοιχτές. Φτάνει να πιάναμε την ιστορική ευκαιρία, να μεγαλώσουμε το ρήγμα που άνοιξε στην καρδιά της «εθνικοφροσύνης». Να ξηλώσουμε μια για πάντα το καρκίνωμα που τρώει τις σάρκες μας και ακόμα μας απειλεί.

Χρειαζόταν όμως γι’ αυτό μεγάλη ανάσα, που ν’ αγκαλιάσει τη μακρινή μα ολοφώτεινη προοπτική. Χρειαζόταν προσγείωση, πάτημα στη γη, αγκάλιασμα σφιχτό με τη ζωή. Κι εκεί πάνω, στη γη, μέσα στη ζωή ν’ αρχίσει το σκάψιμο και η σπορά. Για να θερίσουμε μεθαύριο.

Μπήκαν, όμως, στη μέση πονηροί πραματευτάδες γεμάτοι σερμπέτια ιδεολογικά και άλλα παραισθησιογόνα και διεγερτικά. Όλο συνθήματα και εμβλήματα. Και άλλα «άλλοθι» παραπλανητικά.

Κι αντί ν’ αρχίσει ξεχέρσωμα και όργωμα για τη σπορά, άρχισαν να χτίζουν όλοι πύργους στην άμμο, να δούμε ποιανού είναι ψηλότερος. Ποιος κάνει μπούγιο πολύ και ποιος μπορεί να παραβγεί τον άλλο σε τρακατρούκες και βεγγαλικά.

Κι ανεβαίνουν τα παιδιά τα αγνά και τα αθώα, τα γεμάτα όνειρα, στους μιναρέδες της αδιαλλαξίας. Φωνάζουν σαν τενόροι την ιδεολογική πραμάτεια τους. Χωρίς να υποψιάζονται ότι τα θεμέλια του πύργου είναι μόλις μια πιθαμή μέσα στην κινούμενη άμμο.

Κι έτσι και το τέρας που κουρνιάζει, φρόνιμο τάχατες, εκεί μέσα κάνει πως ξύνεται, όλα θα σωριαστούν σε ερείπια. Και τότε πού τους είδατε, πού τους απαντήσατε τους ντοτόρους της ιδεολογικής καθαρότητας και τους εισαγγελείς της επαναστατικής συνέπειας.

Ένας τέτοιος «εισαγγελέας» -μα από τους μεγάλους ως φαίνεται- μου γράφει. Δεν βάζει τ’ όνομά του κάτω από την επιστολή. Μπορεί κατ’ εκείνον ο υποφαινόμενος να ’χει τόσο πολύ συμβιβαστεί που αν το ’ξερε «θα προτιμούσε να είχε πεθάνει», όμως το ξέρει τάχα αυτό και η Ασφάλεια; ΓΓ αυτό λοιπόν, για την ασφάλειά μας, ας μείνουμε ανώνυμοι.

Δεν μπορώ να πω ότι το γράμμα του με άφησε ασυγκίνητο. Όμως ψάχνω να βρω -και δεν το βρίσκω- πώς είναι δυνατόν όταν διαφωνώ με κάποιον εγώ να πιστεύω αταλάντευτα πως «είμαι το δίκιο» κι ο άλλος πως «είναι το άδικο». Τόση σιγουριά είναι ύποπτη.

Ο διάλογος αρχίζει. Είναι βέβαια διάλογος κουφών… Από το γράμμα του ανώνυμου εισαγγελέα μου δεν κόβω λέξη. Μόνο το τεμαχίζω για τις ανάγκες ενός διαλόγου φανταστικού και απίθανου:

Εγώ: Σήμερα, στην εποχή των σουπερμάρκετ, όλα μπορείς να τα προμηθευτείς. Ακόμα και τη γαλήνη της ψυχής, τη σιγουριά, την αγωνιστική ανωτερότητα, τη συνείδηση, τον τίτλο του πρωτοπόρου και την… τήβεννο του εισαγγελέα! Μπαίνεις στο πρώτο γραφείο και λες:

«Θέλω να γίνω πρωτοπόρος, να κρίνω όλους τους άλλους. Τι πρέπει να κάνω;». «Ευχαρίστως», σου απαντούν. «Θέλεις καφεδάκι; Ωραία! Γκαρσόν, ένα καφέ βαρύ γλυκό! Λοιπόν, έχουμε και λέμε: Θα εγγραφείς, θα πληρώνεις συνδρομή. Θα αγοράζεις την εφημερίδα. Θα έρχεσαι στις τάδε και τάδε συγκεντρώσεις…».

Ο εισαγγελέας μου: Στα μάτια μου να μην τους δω όλους εκείνους που μας διέσπασαν σε κοντά δυο ντουζίνες από κόμματα για να αναγαλλιάζουν οι λύκοι, όλους, εξόν από κείνη τη συναρπαστική μου αρκούδα (;). Κι όταν δεν σε ψήφισαν κι όταν σου χίμηξαν λέει ποικιλοτρόπως για τα γνωστά διαζευκτικά του διδύμου Καραμανλής-τανκς, εξαγριώθηκα: «Βρε χαμένοι, αυτός έδωσε φωνή στο δίκιο μας ν’ ακουστεί στα πέρατα της Γης, είναι η φωνή μας κι η φωνή των νεκρών μας που αναστήθηκαν απ’ το θεϊκό του ταλέντο». Σωστές κουβέντες: κεφάλαιο ανεκτίμητο ηθικά η παρουσία σου στις γραμμές μας (όταν…). Ήταν πολύ ωραίο για να ’ναι αλήθεια και υπεράνθρωπο για να κρατήσει. Κι εγώ μεν όλα τα περίμενα από τα όντα που αυτοαποκαλούνται άνθρωποι. Τώρα όμως θα μιλήσω ξεχνώντας μ£ για λίγο. Παραλήρημα μεγαλείου; Δόξα, πλούτη, νιάτα, λεβεντιά – και ποιο ανθρωποειδές θα άντεχε, εδώ που τα λέμε. Μηδέν άγαν, Αύγουστε. Γιατί ακόμα και η λατρεία της Αλήθειας και της Ελευθερίας, όταν γίνεται αυτοσκοπός -σαν την τέχνη για την τέχνη- καταντάει απανθρωπιά. Τη λευτεριά στο σκλάβωμα σε κάποιο ιδανικό σωστό. Αυτά τα ξέρεις. Και πως η Ελευθερία -πλάσμα ιδεατό- παίρνει σάρκα μόνο τη στιγμή που διαλέγουμε πού θα υποταχτούμε.

Εγώ: Βγαίνεις από το γραφείο. Πόσων χρονών είσαι; Δεκαοχτώ, είκοσι οχτώ, τριάντα οχτώ, το ίδιο κάνει. Και είσαι… εισαγγελέας! Τώρα μπορείς να τους κολλάς όλους στον τοίχο. Να τους βάζεις όλους το σκαμνί του κατηγορούμενου. «Γιατί έκανες αυτό; Γιατί δεν έκανες εκείνο; Άρα είσαι προδότης. Άρα σε καταδικάζω. Άρα σε παραδίδω στο πυρ το εξώτερον». Πόσο σου στοιχίζει η κατηγορία; Άρα γε πόσο του στοιχίζει του άλλου η κατηγορία; Αυτό δεν το ρωτάς. Αυτό δεν σ’ ενδιαφέρει. Μα κι αν του στοίχισε μια ζωή; Μια ολόκληρη ζωή ; Το έργο μιας ζωής; Αυτό δεν έχει σημασία. Γιατί στο κάτω κάτω δεν πήγε κι αυτός στο γραφείο να πιει καφεδάκι, να πληρώσει τη συνδρομή του, να γίνει κι αυτός εισαγγελέας;

Ποιος του φταίει; Φταίει το ξερό του το κεφάλι. Ας πληρώσει λοιπόν. Ο εισαγγελέας μου: Αχ, Μίκη μου, ως να γυρίσει ο ήλιος και λοιπά, ε, βοηθάμε κι εμείς να πολλέψει η δουλειά, δυο χεράκια τα ’χουμε. Κι εσύ βρέθηκες του ξάφνου -όχι και τόσο- στις επάλξεις της μελανημονούσης σακαράκας – και να μην ντύνουμε, παρακαλώ, την προϊούσα αρνητικότητά μας με παντιέρες που ανέμισαν σ’ όλους τους ανέμους. Κι ο Μπάμπης ο αδογμάτιστος -σαν τον Πάπα που τον μάρανε τάχα μου το Filioque(;)- κοντά ένα εκατομμύριο πόθω ευσεβεί προέδρους διαθέτει τούτος το τόπος. Κι ο ελληνικός ΒΒ που μας βρίσκει λαϊκά παιδιά -κακό είναι;- ενώ τα του εσ. είναι λέει προβληματισμένα. Σούμα: τον σταυρό σου καρφώσαν οι εχθροί σου (που δεν πειράζει) κι οι φίλοι (που σφάζει).

Εγώ: Ο Θεός να βάλει το χέρι του -όπως θα ’λεγε και ο σ. Χρουστσόφ- να μην μπούμε ξανά σε καμιά από κείνες τις δοκιμασίες που οι τίτλοι του «εισαγγελέα» δεν μοιράζονται στα γραφεία αλλά κάπου αλλού. Να δούμε τότε πού θα βρεθούμε ξανά, εσείς σημερινοί μου εισαγγελείς κι εγώ μελλοντικός συνεργάτης του «Ελεύθερου Κόσμου»,,. Βλέπεις, όταν βολευτείς μέσα σε όποιο Σύστημα, η βουλιμία σου να κατασπαράξεις δεν έχει όρια.

Ο εισαγγελέας μου: Μην ανησυχείς, Μίκη μου, από Γαρουφαλιά μέχρι Τσιρώνη το ίδιο μίσος σας ενώνει κατά του Κόμματος.

Εγώ: Ο καλλιτέχνης είναι αυτάρκης. Δημιουργεί το δικό του σύμπαν και μέσα εκεί μπορεί να βολευτεί θαυμάσια. Το πρόβλημά του είναι ο χρόνος. Όσο για την επικοινωνία, στις μέρες μας την έχει αναλάβει το Σύστημα. Η εποχή μας είναι αληθινός παράδεισος για τον φτασμένο καλλιτέχνη. Οι ανάγκες για κουλτούρα κάθε είδους έχουν διογκωθεί. Γύρω στην κουλτούρα έχουν δημιουργηθεί τεράστια οικονομικά συγκροτήματα που τρέφονται με καλλιτεχνική πρώτη ύλη. Τη βιομηχανοποιούν, την πολλαπλασιάζουν και την εξακοντίζουν στην καρδιά της κοινωνίας, προσδοκώντας κέρδη. Και τα κέρδη εισρέουν πακτωλός.

Οι εισπράξεις της βιομηχανίας, του κινηματογράφου, του δίσκου, του θεάματος, του βιβλίου είναι αστρονομικές. Ένα μικρό μερίδιο πάει και στους καλλιτέχνες. Όμως, ο διάσημος καλλιτέχνης μπορεί, αν το θέλει, να ζει σαν σύγχρονος πρίγκιπας. Όμως αλίμονο στον καλλιτέχνη εκείνο που εγκαταλείπει τον πύργο της αυτάρκειας και του βολέματος και πάει να στριμωχτεί μέσα στους σκονισμένους δρόμους του κόσμου.

Σ’ εκείνον που ανακατωθεί μέσα στο πλήθος και πει: «Είμαι κι εγώ ένας απ’ όλους. Ήρθα να μοιραστώ τη σκόνη, το αίμα και την ευθύνη».

Ο εισαγγελέας μου: Αυτό είναι το Κόμμα μας. Κάτω απ’ τη σημαία του εξανθρωπιστήκαμε και υψωθήκαμε σε σφαίρες αλτρουισμού – εσύ απ’ τους μπροστάρηδες. Αυτό είναι το Κόμμα που έδωσε τους χιλιάδες εκτελεσμένους, τους στραγγαλισμένους στα μπουντρούμια της Ασφάλειας, τους βασανισμένους στις χαράδρες της Μακρονήσου, τους κατατρεγμένους και κοινωνικά ταπεινωμένους.

Εγώ: Στην αρχή θα τον δουν με έκπληξη. Μετά με αγάπη. Στο τέλος με οργή. Το πλήθος θα τρέξει να πλαισιώσει όσους τον καλούν να μπει σε παλιά και καινούρια… πλαίσια, θα τον τσαλαπατήσει, θα περάσει τρέχοντας από πάνω του, θα τον αφήσει ξαπλωμένο στη μέση του σκονισμένου δρόμου, με συντροφιά έναν πιστό σκύλο και τον έναστρο ουρανό… Κι εκείνος θα σκουπίσει τα φτυσίματα αυτών που τον σήκωναν στους ώμους, θα βάλει στον ώμο του τη βαριά πίκρα και με συντροφιά τον σκύλο και τ’ άστρα θα θυμηθεί τους «συνετούς» που μείνανε ψηλά κλεισμένοι στους χρυσελε-φάντινους πύργους με το Σύστημα να τους υμνεί.

Ο εισαγγελέας μου: Εάν ερωτάτε και δι’ εμένα, εγώ να πώς φαντάζομαι την Ιδέα. Κοντά στ’ άλλα και με μια ελιά στο μάγουλο απαραίτητα (;). Όμως κρατάω μόνο τον κοινό μας καημό: την αγάπη για τον άνθρωπο και τ’ όνειρο για τις χαρούμενες του Αύριο πολιτείες. Θα παίξω εγώ το παιχνίδι του Ρουφογάλη;

Εγώ: Κι όταν λέμε Σύστημα, δεν εννοούμε φυσικά μόνο τον κόσμο του καπιταλισμού. Όλες οι Εξουσίες, κάθε είδους Εξουσία, όλοι οι μηχανισμοί, οι Γενικοί Διευθυντές και οι Γενικοί Γραμματείς, οι Εταιρείες Εισαγωγών-Εξαγωγών αλλά και οι «πρωτοπόρες οργανώσεις» και «Κινήματα», όλοι όσοι έχουν «ένα γραφείο κι ένα τηλέφωνο» , όλοι όσοι εκτιμούν την ωμή δύναμη σαν κύριο στοιχείο για την επιβολή και την κυριαρχία, θα χειροκροτούν ξανά τον άσωτο καλλιτέχνη που γύρισε την πλάτη του στο πλήθος και επανήλθε στην αρμονία του Συστήματος.

Ο εισαγγελέας μου: Όσο καλό του ’κάνες αυτού του λαού που είχες κάνει την αγωνία του δική σου, του το πήρες πίσω στο πολλαπλάσιο.

Εγώ: Ο δυστυχής Μαγιακόφσκι βγήκε στους σκονισμένους δρόμους του νεαρού σοβιετικού κράτους. Μπήκε στα εργοστάσια για να απαγγείλει τους στίχους του ανάμεσα στους μουντζουρωμένους εργάτες. Όταν «κατάλαβε», ήταν αργά γι’ αυτόν. Τότε πολτοποίησε την εγκεφαλική του ουσία. Χιλιάδες αγέννητοι στίχοι πάγωσαν μέσα σε μια κηλίδα αίμα που γρήγορα άπλωσε και σκέπασε την προδομένη ανθρωπότητα. Πέπλο πικρό και διάφανο, ανίκανο να προστατέψει από την παγωνιά το φοβισμένο σώμα αυτών που ελπίσανε.

Ο εισαγγελέας μου: Και στον λαό αυτόν χρωστάς εσύ πιο πολλά απ’ ό,τι σου χρωστάει εκείνος.

Εγώ: Ο συνετός Πικάσο, αντίθετα, ύψωνε συνεχώς γύρω του απομονωτικά τείχη. Έτσι, το Σύστημα τον «κατενόησε». Ο καπιταλιστής τον τίμησε προσφέροντας αστρονομικές τιμές σε νόμισμα ισχυρό. Οι σύντροφοι αποθέτανε στεφάνια δόξας στα πόδια του. Κι όταν ξεκίνησαν μπουλούκι με επί κεφαλής τον Αραγκόν και τον Γενικό Γραμματέα και στρατοπέδευσαν έξω από τον Πύργο του στη Νότια Γαλλία, για να γιορτάσουν τα go χρόνια του, Αυτός ούτε που καταδέχτηκε να τους δεχτεί. Έμειναν εκεί γύρω, σεμνοί και φτωχοί προσκυνητές. Κι Αυτός πέθανε ευτυχισμένος και πλήρης με στρώμα τα δολάρια των μεν και σκέπασμα τις δάφνες των άλλων. Το Άγιο Σύστημα, το Ενιαίο και Αδιαίρετο, πόοο αρμονικά κλείνει μέσα του, τελικά, όλα τα Συστήματα. Κι αν είναι εχθρικά, τι το νοιάζει; Φτάνει που είναι Συστήματα, αυτό του αρκεί.

Ο εισαγγελέας μου: Γιατί είσαι βέβαια ένας δέκτης προικισμένος, χωνευτήρι θεσπέσιο, όμως την πρώτη ύλη σ’ την έδωσε ο λαός αυτός με τον ασίγαστο έρωτά του για Ελευθερία. Άντε, Μίκη μου, με το καλό και στον Ελεύθερο Κόσμο.

Εγώ: Υπάρχουν όμως και καλλιτέχνες που χάλασαν τη ζωή τους. Θέλουν να φύγουν από την πόλη, όμως όπου κι αν πάνε η πόλη τους ακολουθεί. Ίσως δεν έχει πλοίο ούτε οδό γι’ αυτούς. Δικός τους λογαριασμός. Όμως εσύ, νέε καλλιτέχνη, κάψε τις αυταπάτες σου. Γύρνα στον εαυτό σου. Στην αυτάρκειά σου. Αν κερδίσεις -και κερδηθείς- από το ένα Σύστημα, τότε να ’σαι σίγουρος ότι θα κερδίσεις όλα τα Συστήματα! Το στρώμα σου θα γίνεται απαλό από το χαρτονόμισμα. Στο μέτωπό σου θα συσσωρεύονται οι δάφνες.

Ο εισαγγελέας μου: Εκείνο όμως το χλωμό αγόρι με το αυγινό πρόσωπό του που μας κοιτάζει ακόμα μέσα απ’ το συρματόπλεγμα της Μακρονήσου, αν το ’ξερε, θα προτιμούσε νομίζω να είχε πεθάνει.

Εγώ: Εκτός κι αν γράψεις στα παλιά σου τα παπούτσια όλα τα Συστήματα. Τότε ετοιμάσου να αντιμετωπίσεις «τη φοβερή ερημία του πλήθους».

«Όταν πλάγιασα στην αμμουδιά, οι λουσμένοι πέσαν στη θάλασσα.

Όταν μπήκα στη θάλασσα, οι λουόμενοι βγήκαν στην αμμουδιά.

Όταν πνίγηκα, οι λουόμενοι πήγαν στα σπίτια τους.

Κι όταν αναστήθηκα, ήταν πολύ αργά,

οι λουόμενοι μπήκαν στα αυτοκίνητά τους».

Back To Top