skip to Main Content
ΠΕΡΙΟΔΟΣ Α: 1940 - 1960

ΚΑΣΣΙΑΝΗ

Σύνθεση: 1942, Τρίπολη,
Για 4φωνη ανδρική χορωδία.
Ηχογράφηση: 1978, MINOS, (για τετράφωνη μικτή χορωδία και ορχήστρα).
Ενορχήστρωση, διδασκαλία και διεύθυνση: Σωκράτη Βενάρδου.

Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,
τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ
κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.
Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις
ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους
τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.

ΣΥΜΦΩΝΙΑ Νο 1

Ποίηση: Μίκη Θεοδωράκη
Σύνθεση: 1943 Τρίπολη – 1945 Αθήνα.
Για δύο απαγγελίες (‘Ανθρωπος και Κορυφαίος). τετράφωνη μικτή χορωδία και ορχήστρα εγχόρδων.

ΠΕΝΤΕ ΝΑΥΤΕΣ

Ποίηση: Μίκη Θεοδωράκη – Φώτη Αγγουλέ – Μήτσου Λυγίζου.
ΠΕΝΤΕ ΝΑΥΤΕΣ
ΠΕΣΤΕ ΚΛΑΔΙΑ
ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ
Σύνθεση: 1945, Αθήνα.
Α’ εκτέλεση: 1945, ΕΙΡ, Φραγκιά Σπηλιοπούλου.

 

ΠΕΝΤΕ ΝΑΥΤΕΣ
(Μήτσου Λυγίζου)

Εδώ κοιμούνται μες στον ποταμό.
Εδώ κοιμούνται πλάι στο νερό.
Εδώ στην όχθη την παλιά
το πράσινο ποτάμι.
Πέντε μικρά ναυτόπουλα.
Πέντε παιδιά του κόσμου.

Εδώ κοιμούνται πλάι στο νερό.
Πάνω σε πέντε σύννεφα
σε πεντ’ οργιές χορτάρι.
Πέντε ναυτάκια που ’γραψαν
στην όχθη τ’ όνομά τους.

Πρωί πρωί ήταν που ’πεσαν βαθιά
τα πέντε τα μικρά μικρά
βαθιά να κοιμηθούνε
νάνι τα νανουρίζουνε
τα δέντρα στο ποτάμι.

Εδώ κοιμούνται στο μικρό
μικρούλι κρεβατάκι τους.
Εδώ στην όχθη του νερού
-νάνι μικρά μου νάνι.
Πέντε ναυτάκια πεντ’ απλά
παιδιά τουφεκισμένα.

Ήταν μικρά μικρά μικράκια
ήτανε πάντα ξάγρυπνα.
Ήταν μικρά μικρά μικράκια
ήταν συλλογισμένα.
Τώρα κοιμούνται.
Τώρα τα νανουρίζει ο ποταμός.
Νάνι τους λέει, νάνι τους
το πράσινο ποτάμι.

ΠΕΣΤΕ ΚΛΑΔΙΑ
(Μίκη Θεοδωράκη)

Πέστε κλαδιά πέστε δεντρά
νεράκια κρουσταλλένια
πέστε
ο αντάρτης που ’πέσε
στη μάχη λαβωμένος.

Πριν ξεψυχήσει μίλησε
τ’ όνομα της μανούλας
που περιμένει λιώνοντας
και καρτερεί πονώντας.

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ
(Φώτη Aγγουλέ)

Νάνι αγνή μου Αυγούλα συννεφοντυμένη
πονοσπαραγμένη
τη ζωή σου τώρα την ορίζουν νάνοι,
κάμε νάνι νάνι.
Νάνι νάνι νάνι
παιδική καρδούλα.
Νάνι νάνι νάνι Ελληνοπούλα.

Πληγωμένο αηδόνι γιασεμί πνιγμένο
μες στο κρύο το χιόνι.
Κι όνειρο να βλέπεις τραγικό κοιμήσου,
πιο πικρό δε θα ’ναι από τη ζωή σου.
Νάνι νάνι νάνι παιδική καρδούλα.
Νάνι νάνι νάνι Ελληνοπούλα.

ΤΕΣΣΕΡΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΕΚΕΜΒΡΗ 1944

Ποίηση: Μίκη Θεοδωράκη
ΤΟ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟ ΣΤΙΣ ΤΡΕΙΣ ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΗ
Σύνθεση: 1945. Αθήνα.
Για φωνή, βιολί και πιάνο.

Γραμμένα στα τέλη του Δεκέμβρη του 1945 και στις αρχές Γενάρη του 1946. Παίχτηκαν μια και μοναδική φορά στη Λέσχη του Ελληνοσοβιετικού Συνδέσμου στις αρχές του 1946.
α) ΤΟ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟ ΣΤΙΣ ΤΡΕΙΣ ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΗ. ποίηση Μίκη Θεοδωράκη. για βαρύτονο
και πιάνο. 12.12.45.
β) ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ, για βιολί και πιάνο. Αθήνα 1.1.1946.
γ) ΠΡΟΣΕΥΧΗ (ο υπόλοιπος τίτλος σβησμένος). για βιολί και πιάνο. Αθήνα 27.12.1945.
δ) Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΝΤΑΡΤΗ, για βιολί και πιάνο. Αθήνα 30.12.45.
(Από τις σημειώσεις του συνθέτη για το έργο)

ΤΟ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟ ΣΤΙΣ ΤΡΕΙΣ ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΗ
Είμαι ποταμός θολός
στα νερά μου ο κάθε εχθρός
όταν μ’ αδικίες πάει να με μπλέξει
άγριο τέλος θα βρει
τώρα κι αν με χτυπά.
Κύμα είμαι και ξεσπώ
δίχως λευτεριά δε ζω
σύμμαχα τα βόλια που με σκίζουν
μα εγώ ορμώ πάντα θα ορμώ
γύρω πόνος βαρύς.
Κύμα είμαι και ξεσπώ
δίχως λευτεριά δε ζω
μέσ’ απ’ το αίμα των αθώων
η Ελλάδα με κοιτάζει
με οδηγεί.

ΠΑΘΟΣ
Ποίηση: Ιωάννη Γρυπάρη
Σύνθεση: 1945, Αθήνα.
Για ανδρική χορωδία.

ΠΑΘΟΣ
Ως πότε πια η ζωή μας να σαπίζει
σαν τα στεκάμενα νερά. η θλιμμένη.
και μες στο βούρκο της λιμνιάς ν’ ανθίζει
λευκά παρθενικά η Νυμφαία ντυμένη ;

Το πάθος το τρανό ζητώ που ορίζει
τη μοίρα της ζωής σα να ‘ταν ξένη
και την τυφλήν απόφαση χαρίζει,
που ρίχνουνται στα κύματα οι πνιγμένοι.

Πόθοι νόθοι, κρυφοί και πόθοι στείροι
που αποτρυγάτε το άρρωστο όνειρό μου,
ήρθε το πάθος τρανό να σύρει

και μένα σκλάβο του έξω νου και νόμου,
να μάθω και να πω πως είναι ίσως
πιο δυνατή η αγάπη κι απ’ το μίσος.

ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ

Ποίηση: Μίκη Θεοδωράκη – Λορέντζου Μαβίλη
ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΛΟΓΙΑ
ΑΝ ΓΥΡΕΥΕΙΣ ΑΠ’ ΤΟΝ ΗΛΙΟ ΤΗ ΧΑΡΑ
ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ
ΛΗΘΗ
Σύνθεση: 1945, Αθήνα – 1948, Ικαρία
Α’ εκτέλεση: 1952, για φωνή και πιάνο θέατρο Κεντρικόν Φραγκιά Σπηλιοπούλου
Πρώτη ηχογράφηση: 1960, ‘Αρντα Mαντικιάν, COLUMBIA

Ο ανεμοστρόβιλος των γεγονότων του 1945 εξισορροπούσε μέσα μου άλλες δυο θύελλες. Τη Μουσική και τη Μυρτώ. Μια φορά τη βδομάδα η ομάδα των ποιητών, ο Πέτρος κι εγώ. πηγαίναμε στην ταβέρνα του Πατσία. ένα υπόγειο επί της Χαριλάου Τρικούπη. Όταν πίναμε αρκετά, τότε μ’ έπιανε το παράπονο του έρωτα. Γύριζα στη Νέα Σμύρνη και ξάπλωνα καταμεσής του δρόμου, κάτω απ’ το μπαλκόνι της. Είτε έβρεχε είτε μπουμπούνιζε. Η Μυρτώ πάλι, ευσυνείδητη φοιτήτρια, διάβαζέ τόσο που δεν είχε καιρό για βόλτες, παρά τρεις φορές τη βδομάδα. Και συχνά μόνο δύο. Βρισκόμουνα έτσι σε μια συνεχή υπερένταση. Τότε, για ν’ αντιδράσω. έγραφα ποιήματα, τραγούδια, μουσική, και στο τέλος, έρωτας και τέχνη έγιναν μέσα μου ένα και το αυτό. “Όταν είχαμε ραντεβού, πήγαινα πάντα μισή ώρα πιο πριν, για να χαρώ πιο πολύ την προσμονή. Τότε έγραφα μες στο μυαλό μου μουσική. Τα πιο πολλά από τα θέματα εκείνης της εποχής τα έβρισκα περιμένοντας στο ραντεβού.
Στα 1945. μπροστά στην παλιά Γκεστάπο. στη στροφή της Νέας Σμύρνης, ήταν Μάης, άνοιξη, έγραψα το ποίημα ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΛΟΓΙΑ. Σιγομουρμούριζα τη μουσική του. όταν φάνηκε η Μυρτώ. Αργότερα, στο ίδιο μέρος, ένα τραγούδι παθητικό. ΑΝ ΓΥΡΕΥΕΙΣ ΑΠ’ ΤΟΝ ΗΛΙΟ ΤΗ ΧΑΡΑ.
Στα 1948. στη Δάφνη της Ικαρίας, όταν μελοποίησα τη ΛΗΘΗ και το ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ του Μαβίλη, έβαλα και τα τέσσερα τραγούδια σ’ έναν κύκλο: ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ.
Μια τέτοια εσωτερική αρμονία και συμφιλίωση με τη ζωή δεν θα την ξανάβρισκα παρά μονάχα στην εποχή των Λαμπράκηδων. στα 1963-67. Μπορεί τα γεγονότα να ήταν σκληρά. Ποιος όμως έδινε σημασία σ’ αυτά; Υπήρχε μέσα μας μια εκπληκτική δύναμη, βασικά δύναμη ευδαιμονίας. που μας έκανε πανίσχυρους, τον καθένα ατομικά και όλους μαζί συνολικά. Είχαμε διάχυτη την αίσθηση και την πεποίθηση ότι η ζωή θα έπαιρνε τελικά τη μορφή που της δίναμε εμείς, μέσα στους π ιό τολμηρούς ακόμα οραματισμούς μας.
(Μίκης Θεοδωράκης. Δρόμοι του Αρχάγγελου, τ.2)

ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΛΟΓΙΑ
(Μίκη Θεοδωράκη)

Της αγάπης λόγια σαν της Άνοιξης τα φύλλα
ένας ήλιος ήρθε και μας φίλησε στα χείλια.
Πέντε παλικάρια και μια νια χορεύουν
κι η καρδιά στο στόμα.
“Όμοιες σαν κλωνάρια ανθισμένα με μια χάρη
πέντε αγάπες σμίγουν και φιλούνε το χορτάρι.

ΑΝ ΓΥΡΕΥΕΙΣ ΑΠ’ ΤΟΝ ΗΛΙΟ ΤΗ ΧΑΡΑ
(Μίκη Θεοδωράκη)

“Αν γυρεύεις απ’ τον ‘Ήλιο τη χαρά
κι απ’ των άστρων το δειλό το φως τη γαλήνη
μη μακραίνεις την καρδιά σου απ’ τη δική μου
που διψά για φως.
Σαν τον ήλιο π’ όλο σβήνει κι όλο ζει
θ’ αρμενίζουν οι καρδιές μας μέσα στη γαλήνη.

“Αν γυρεύεις απ’ τον ήλιο τη χαρά
κι απ’ των άστρων το δειλό το φως
τη γαλήνη
μη ζητήσεις να βρεις φως μακριά από μένα.
θα ’μαι σαν νεκρός.
“Ας γυρέψουμε αντάμα τη χαρά
πιο πολύ κι από τ’ αστέρια μες στον έρωτα μας.

ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ
(Λορέντζου Μαβίλη)

Με εκοίταξε ένα σούρουπο το Μάη
το μοσκοβολισμένο Μάη το μήνα,
και η ματιά της για πάντα μου επρομήνα
ευτυχία, που το ουδέν αποθυμάει
μα ο πόθος δε χορταίνει, όσο κι α φάη,
μες την καρδιά μου μπήγεται σα σφήνα·
σα διψασμένη λειώνεται ελαφίνα
η ψυχή μου, όση γλύκα κι α ρουφάη.
Μάγο, ανέσπερο φέγγος του θανάτου
εσύ, ναι. με γλυκειά παρηγοριά
πραΰνεις καθενός τα βάσανά του.
Μες απ’ την αλαβάστρινη υδρία
6,τι κι αν τάζεις δίνεις· αφανίζεις
την πεθυμιά, τους ύπνους αιωνίζεις.

ΛΗΘΗ
(Λορέντζου Μαβίλη)

Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε την πίκρια της ζωής.
Οντάς βυθήση ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήση
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ’ναι.
Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση·
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίση
α στάξη γι’ αύτες δάκρυ όθε αγαπάνε.
Κι αν πιούν θολό νερό ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδια απ’ ασφοδίλι
πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.
Α δεν μπορής παρά να κλαις το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:
θέλουν, μα δε βόλεϊ να λησμονήσουν.

Η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ

Ποίηση: Νικηφόρου Βρεττάκου
Σύνθεση: 1946, Αθήνα
Για ορχήστρα, απαγγελία και χορωδία.
Α’ εκτέλεση: 1977, Μουσικός Αύγουστος Λυκαβηττού.
Χο¬ρωδία Έλλης Νικολαΐδη, απαγγελία Νότη Περγιάλη, διεύθυνση του συνθέτη.

Πιο συγκεκριμένα, η σύνθεση αυτής της καντάτας έγινε από 18 έως 21 Νοέμβρη 1946, δηλαδή μέσα σε τέσσερις μέρες. Θαύμαζα από την Τρίπολη την ποίησή του Βρεττάκου που με τις ΓΚΡΙΜΑΤΣΕΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ υπήρξε ο πρώτος που μας μύησε στη σύγχρονη ποίηση. Ο Νικηφόρος ήταν η ψυχή στην ομάδα των νέων διανοουμένων της επανάστασης. Εκεί τον γνώρισα και συνδέθηκα μαζί του. Σε μια από τις συναντήσεις μας μου έδωσε το ποίημα και λίγο αργότερα. κατά το τέλος της σύνθεσης. τον κάλεσα στη Νέα Σμύρνη, όπου προσπάθησα να του δώσω στο αρμόνιο μια γεύση από τη δουλειά μου. Τελικά, το έργο παίχτηκε στα 1977. στο ΜΟΥΣΙΚΟ ΑΥΓΟΥΣΤΟ στο Λυκαβηττό μαζί με το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ. Στην «αστρική» ποίησή του Βρεττάκου προσπαθώ να ανταποκριθώ με τη δική μου «αστρική» μουσική. Απαγγελεύς, στη μοναδική εκτέλεση της ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ, ήταν ο Νότης Περγιάλης. (Μίκης Θεοδωράκης. Δρόμοι του Αρχάγγελου, τ 1 )
Άκουσε το αχνοσάλεμα της νύχτας
κι εκρύφτη φοβισμένη πίσω από τα χέρια μου.
Ανοίγω την πόρτα να ιδώ:

Ο κόσμος λάμπει σαν άστρο.

Ποτέ δεν άνθισε μια τέτοια νύχτα
πέρα ως πέρα στον ουρανό
ποτέ δεν ακούστηκαν τόσο καθαρά
τα τρυφερά βελάσματα των άσπρων
αρνιών απ’ τον παράδεισο σε όλη τη Γη!

Τη στέγη μας ταράζουν κάθε τόσο
οι ξαφνικές εκλάμψεις της αστροφεγγιάς.

Ανοίγω το παράθυρο και παίρνω
τ’ αστροβρεγμένα στάχυα στην αγκαλιά μου.
Χιλιάδες έρωτες είναι ο Θεός!
Χιλιάδες έρωτες είναι ο κόσμος!
Έλα να δεις τ’ άπειρο. Μαργαρίτα!

Ακούμε βαθιά στον ορίζοντα
σα μουσική που βροντά σ’ υπερπόντιες ακτές
τους κρυστάλλινους γύρους της καινούριας ημέρας
κι ανεβαίνουμε τρέχοντας στους λόφους
να μπούμε στην ατμόσφαιρα των παγωνιών!

Το στήθος μας παλεύει να στηριχτεί
στην άπειρη φωτεινή θάλασσα
μα η ψυχή μας φυσάει από παντού
και φεύγουμε χορεύοντας με χίλια δάχτυλα!

-Ο κόσμος είναι απλός!
-Ο κόσμος είναι απλός!

Γυρίζουμε γύρω σε μια υδάτινη στήλη
καθώς τα πουλιά στις τούφες των δέντρων.
Το κενό μυρίζει καλοκαίρι,
τα βουνά αχνίζουν στοργή.
Περνάμε από λόφο σε λόφο
στύβουμε το χαμόγελό μας στη θάλασσα
πιασμένοι από τα μεθυσμένα φουστάνια του κόσμου
συγκλονίζουμε τη συνείδηση του Θεού
κι αναστατώνουμε τις κοίτες των ποταμών,
τρελά παιδιά της Εύας και του Αδάμ
που απ’ τις παραμυθένιες χώρες τ’ ουρανού
διαλέξαμε της γης τον έρωτα!

Έλα να φύγουμε Μαργαρίτα!

Υπάρχουν χώρες που δεν έχει βρέξει ποτέ
υπάρχουν χώρες που ποτέ δεν τις φώτισε ο ήλιος.

Στη χώρα, λόγου χάρη, του Ιλιλαμά
δε φύτρωσαν ποτέ λουλούδια!
Και κατεβήκαμε από τα βουνά
καβάλα στ’ άσπρα μας άλογα
με κρεμασμένα στους ώμους μας
τη βροχή και τον ήλιο.

Οι σπόροι της ψυχής μας γιόμισαν
με κόκκινους ιριδισμούς το σύμπαν!

Πιασμένοι απ’ το χέρι
διπλώνουμε τη θάλασσα
διπλώνουμε τους αγέρες και τα μεγάλα βουνά.
τα ολόγυμνα στήθη μας ανάπνεαν τόσο βαθιά
που βλέπαμε πέταλα κρίνων
να κατεβαίνουν απ’ τ’ άγνωστο!
Έλιωναν και δρόσιζε τα μαλλιά μας
του παραδείσου το χιόνι!

Τα συντρίμμια του φεγγαριού
πέφτοντας από πέτρα σε πέτρα
χρωματίζουν τη θάλασσα.
Ποτέ δεν άνθισε μια τέτοια νύχτα
πέρα ως πέρα στον ουρανό
ποτέ δεν ακούστηκαν τόσο καθαρά
τα τρυφερά βελάσματα των άσπρων
αρνιών απ’ τον παράδεισο σ’ όλη τη Γη!

Η Μαργαρίτα πλέει, μέσα στη διάφανη
γάζα των ουρανών.
Πια δεν υπάρχει σε πεδιάδα η λόφο η Μαργαρίτα!

-Θείο βασίλειο των σκιών, αγνοήστε κόσμε.
Που μπορεί ν’ αναπαύεται η τελειότητα
παρά εδώ που τελειώνουν τα ποτάμια σας
και οι μεγάλες πηγές τους δεν βουίζουν
παρά εδώ που τα έργα του Θεού
παίρνουνε την καθάρια τους τελείωση
εδώ κάτω μονάχα, εδώ στην έσχατη
φωτισμένη κοιλάδα της σιγής!

Η Μαργαρίτα ξεκουράζεται και λάμπει
η Μαργαρίτα ενώθηκε με το άπειρο.
Την έθαψα στο κοιμητήρι των ερώτων
λευκοντυμένη, κάτω απ’ τις αλέες
κι αντίκρυ απ’ την καλύβα της σελήνης.

Ο αγέρας της χτυπάει το μέτωπό μου
κι εγώ ένα στίχο δεν μπορώ να γράψω.
αιώνιο, απλό και θείο, σαν την ψυχή της.

Ο ΚΥΚΛΟΣ

Δημοτικά τραγούδια
Σύνθεση: 1957. Παρίσι.
Για μέτζο σοπράνο και πιάνο.
Ηχογράφηση: 1960, ‘Αρντα Mαντικιάν, COLUMBIA

1.
Ο Έλυμπος κι ο Κίσσαβος
τα δυο βουνά μαλώνουν.
2.
Τούτο το καλοκαιράκι
-μαύρα γλυκά μου μάτια-
τούτο το καλοκαιράκι
κυνηγούσα ένα πουλάκι.
3.
’Αχ! Ο Κρητικός κι αν στολιστεί
και βάλει τα καλά του
όλοι τον καμαρώνουνε
για την κορμοστασιά του.
4.
Του Κίτσου η μάνα κάθεται
στην άκρη στο ποτάμι,
με το ποτάμι μάλωνε.
5.
“Αμέ να πεις της μάνας σου
να κάνει κι άλλη γέννα
να κάψει κι αλλουνού καρδιά
ως έκαψε κι έμενα.
“Όπλα μια κι άλλη μια
τα τσουγκρίσαμε
όνειρο ήτανε
τα λησμονήσαμε.
6.
Το φεγγάρι κάνει βόλτα
στης αγάπης μου την πόρτα
το φεγγάρι κάνει κύκλο
στης αγάπης μου τον κήπο.
Άνοιξ’ το παραθύρι,
το παραθύρι σου.

QUATRES POEMES D'ELUARD

Ποίηση: Πωλ Ελυάρ
Σύνθεση: 1958, Παρίσι
Α’ εκτέλεση: 1958, Παρίσι, J. Rondelleux

I

Je te l’ai dit pour les nuages
Je te l’ai dit pour l’arbre de la mer
Pour chaque vague pour les oiseaux dans les feuilles
Pour les cailloux du bruit
Pour les mains familières
Pour l’œil qui devient visage ou paysage
Et le sommeil lui rend le ciel de sa couleur
Pour toute la nuit bue
Pour la grille des routes
Pour la fenêtre ouverte pour un front découvert
Je te l’ai dit pour tes pensées pour tes paroles
Toute caresse toute confiance se survivent.

II

Ta chevelure d’oranges dans le vide du monde
Dans le vide des vitres lourdes de silence
Et d’ombre où mes mains nues cherchent tous tes reflets.

La forme de ton coeur est chimérique
Et ton amour ressemble à mon désir perdu
O soupirs d’ambre, rêves, regards.

Mais tu n’as pas toujours été avec moi. Ma mémoire
Est encore obscurcie de t’avoir vu venir
Et partir. Le temps se sert de mots comme l’amour.

III

La courbe de tes yeux fait le tour de mon coeur,
Un rond de danse et de douceur,
Auréole du temps, berceau nocturne et sûr,
Et si je ne sais plus tout ce que j’ai vécu
C’est que tes yeux ne m’ont pas toujours vu.

Feuilles de jour et mousse de rosée,
Roseaux du vent, sourires parfumés,
Ailes couvrant le monde de lumière,
Bateaux chargés du ciel et de la mer,
Chasseurs des bruits et sources des couleurs,

Parfums éclos d’une couvée d’aurores
Qui gît toujours sur la paille des astres,
Comme le jour dépend de l’innocence
Le monde entier dépend de tes yeux purs
Et tout mon sang coule dans leurs regards.

IV

Jours de lenteur, jours de pluie,
Jours de miroirs brisés et d’aiguilles perdues,
Jours de paupières closes à l’horizon des mers,
D’heures toutes semblables, jours de captivité,

Mon esprit qui brillait encore sur les feuilles
Et les fleurs, mon esprit est nu comme l’amour,
L’aurore qu’il oublie lui fait baisser la tête
Et contempler son corps obéissant et vain.

Pourtant j’ai vu les plus beaux yeux du monde,
Dieux d’argent qui tenaient des saphirs dans leurs mains,
De véritables dieux, des oiseaux dans la terre
Et dans l’eau, je les ai vus.

Leurs ailes sont les miennes, rien n’existe
Que leur vol qui secoue ma misère,
Leur vol d’étoile et de lumière (1)
Leur vol de terre, leur vol de pierre
Sur les flots de leurs ailes,

Ma pensée soutenue par la vie et la mort

SIX POEMES D' ELUARD

Ποίηση: Πωλ Ελυάρ
Σύνθεση: 1958, Παρίσι
Α’ εκτέλεση: 1958, Παρίσι, J. Rondelleux

I
Elle va s’éveiller d’un rêve noir et bleu
Elle va se lever de la nuit grise et mauve
Sa jambe est lisse et son pied nu
L’audace fait son premier pas

Au son d’un chant prémédité
Tout son corps passe en reflets en éclats
Son corps pavé de pluie armé de parfums tendres
Démêle le fuseau matinal de sa vie.

II

Près de l’aigrette du grand pont
L’orgueil au large
J’attends tout ce que j’ai connu
Comblée d’espace scintillant
Ma mémoire est immense.

La bonté danse sur mes lévres
Des haillons tièdes m’illuminent
Une route part de mon front

Proche et lointaine
La mer bondit et me salue
Elle a la forme d’une grappe
D’un plaisir mûr

J’aimais hier et j’aime encore
Je ne me dérobe à rien
Mon passé m’est fidèle
Le temps court dans mes veines.

III

Sous des poutres usées sous des plafonds stériles
Dans une vaste chambre petitement garnie
Les genoux ligotés confèrent qualité
À la ligne droite misérable

Ses cheveux pris au piège d’un miroir brisé
C’est sur la mousse de son front que l’eau roucoule
La dérive évasive d’un sourire entraîne
Sa dernière illusion vers un ciel disparu.

IV

Dans les parages de son lit rampe la terre
Et les bêtes de la terre et les hommes de la terre
Dans les parages de son lit
Il n’y a que champs de blé
Vignes et champs de pensées

La route est tracée sans outils
Les mains les yeux mènent au lit
À l’ardent secret révélé
Aux ombres taillées en songe

Délié des doigts de l’air l’élan
Le vase d’or d’un baiser

La gorge lourde et lente
Par mille gerbes balancée
Arrive aux fêtes de ses fleurs

Elle donne soif et faim

Son corps est un amoureux nu
Il s’échappe de ses yeux
Et la lumière noue la nuit la chair la terre
La lumière sans fond d’un corps abandonné
Et de deux yeux qui se répètent.

V

Mes sœurs prennent dans leurs toiles
Les cris et les plaintes des chiens
Moi je préfère me nourrir
De l’espoir d’une ardeur sans fin
Oranger noir armure blonde
Grisante abeille rire en course
Rire invisiblement masqué
Écorce d’aube aile étourdie
Nichée de feuilles débauchées
Jeune poison liane montagne
Sueur de nage fumée froide
Pas de géant danse battante
Front éternel paume parfaite
Puits en plein air essieu de vent
Monument vague flamant fou
Jeu sans perdant santé sans trous
Torche brûlant dans l’eau tour mixte
Martyr radieux aux angles vifs
Œil clair à travers honte et brume
Première neige réjouissante
Mérite de la solitude
Exil aux sources de la force.

ΠΕΡΙΟΔΟΣ Β: 1960 - 1967

Ποίηση: Oδυσσέα Ελύτη
Ι. Η ΓΕΝΕΣΙΣ
II. ΤΑ ΠΑΘΗ
Η πορεία προς το μέτωπο
Ένα το χελιδόνι
Τα θεμέλια μου στα βουνά
Με το λύχνο του άστρου
ΗΉ μεγάλη έξοδος
Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
Της Αγάπης αίματα
Ναοί στο σχήμα τ’ ουρανού
Προφητικόν
Ανοίγω το στόμα μου
Σέ χώρα μακρινή
III. ΤΟ ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΝ
Σύνθεση : 1960, Παρίσι.
Πρώτη ηχογράφηση : 1964, Μάνος Κατράκης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Θεόδωρος Δημήτριεφ, Μικτή χορωδία Θάλειας Βυζαντίου. Μ.Ο.A., Διεύθυνση Μίκη Θεοδωράκη, COLUMBIA
Σπουδαιότερες ξένες ηχογραφήσεις:
1980, (απόδοση ατά σουηδικά Ingemar Rhedin, σολίστ: Bjorn Thulin, Rolf Leandersson, Bjorn Gedda. Collegium Musicum (Sam Claeson). Medlemmar ur Halmstads Kammarorkester och Goteborgs Ungdomssymfoniorkester m.fl., FOLKSANG.
1983, (απόδοση στα γερμανικά: Dirk Mandel, σολίστ Gothart Stïer, Gunter Emmerlich, Friedrich WOhelm Jurige. Beethoven-Chor des VEB Elektromaschinenbau Sachsenwerk Dresdnen, FDJ-Chor der EOS Kreuzschule Dresden, Kinder -Kammerchor der Dresdner Philharmonie. Orchester der Hochschule fur Musik ‘”Cari Maria von Weber” Dresden, Lehrkrafte der Bezirksmusikschule ” Paul Bûttner” Dresden, ETERNA (DDR).

Ποίηση: Μίκη Θεοδωράκη
Σύνθεση: 1960-1961.Παρίσι.
Πρώτη παγκόσμια πρεμιέρα: 15 Οκτωβρίου 1962 στο θέατρο Καλουτά, από το Ελληνικό Λαϊκό θέατρο του Μάνου Κατράκη.
Σκηνοθεσία: Πέλος Κατσέλης.
Σκηνικά και κοστούμια: Νίκος Νικολάου.
Χορογραφία: Ζουζού ΝικοΛούδη.
Το τραγούδι ΚΟΙΜΗΣΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥΔΙ ΜΟΥ είναι του Κώστα Βίρβου.
Πρώτη ηχογράφηση: 1962, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Βέρα Ζαβιτσιάνου, Δέσποινα Μπεμπεδέλη, Λάκης Καρνέζης και Κώστας Παπαδόπου¬λος, COLUMPIA.
Δεύτερη θεατρική παρουσίαση: 1980 σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού και με τραγουδιστές τους: Γιώργο Νταλάρα, Πέτρο Πανδή, Μαργαρίτα Ζορμπαλά, Γιάννη Κούτρα. Σ’ αυτή την έκδοση, στη σκηνή της ΜΑΝΑΣ, με¬λοποιήθηκε το ΜΟΙΡΟΛΟΪ και προστέθηκε το τραγούδι του Τάσου Λειβαδίτη ΚΛΑΨΕ ΠΙΚΡΟ ΜΟΥ ΣΥΝΝΕΦΟ. Επίσης, το τραγούδι του ΕΦΙΑΛΤΗ, συμπληρώθηκε από τους στίχους του Γιάννη Θεοδωράκη ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΚΟΚΚΙΝΟ ΘΑ ΠΩ.
Πρώτη μουσικοχορευτική παρουσίαση: 20 Απριλίου 1962 στο θέατρο ΡΕΞ από το Ελληνικό Χορόδραμα. Σκηνοθεσία: Μιχάλη Κακογιάννη. Σενάριο: Σπύρου Βασιλείου. Χορογραφία: Ραλλούς Μάνου.

ΠΕΡΙΟΔΟΣ Γ: 1967 - 1970

Ποίηση: Γιώργου Σεφέρη
Σύνθεση: 1968, Φυλακές Αβέρωφ, 1969 Ζάτουνα.
Πρώτη εκτέλεση: 1970, Παρίσι, Αντώνης Καλογιάννης, Yves Montand, Εθνική Χορωδία Γαλλίας
Πρώτη Ηχογράφηση: 1971, Παρίσι, Αντώνης Καλογιάννης, Yves Montand, Εθνική Χορωδία Γαλλίας, POLYDOR

Ποίηση: Ρένας Χατζηδάκη (ψευδώνυμο: Μαρίνα) κόρη της Λιλής Ζωγράφου.
Σύνθεση: 1968,Βραχάτι.
Ηχογραφήσεις:
1970, Μαρία Φαραντούρη- Αντώνης Καλογιάν¬νης, ενορχήστρωση Γιάννη Μαρκόπουλου. Polydor
1979, Arja saijonmaa, Scandia.
1996, Μαρία Φαραντούρη. Κώστας Θωμαΐδης, ζωντανή ηχογράφηση στην ALTER OPER της Φραγκφούρτης, υπό τη διεύθυνση του Μίκη Θεοδωράκη. Ενορχήστρωση Μπάμπη Κανά. Intuition Records 1998

Ι

Καθώς το παιδί, που σημαδεύεται
απ’ την πρώτη γνώση της μοναξιάς,
ο καιρός κι η απαντοχή θα κάνουνε
συντρίμμια την καρδιά μου
και θα ‘χω χάσει για πάντα τους δρόμους,
τους δρόμους μου,
σα θα μ’ αφήσουνε να βγω από δω.
Θα γυρίζω γυρεύοντάς σε παντού,
στα ισοπεδωμένα τοπία,
στα κομματάκια εκείνου του καθρέφτη,
στις σπαταλημένες ματιές,
να βρω ξανά το πρόσωπό σου,
την καρδιά μου γυρεύοντας

και θα μιλώ και θα μιλώ τη γλώσσα,
που ήταν κάποτε δική μας,
που ήταν κάποτε το μόνο δικό μας
που μας είχε απομείνει μέσα στους ίσκιους
των νεκρών χρωμάτων των νεκρών εικόνων
όταν οι νύχτες μας ήταν απλά επεισόδια
της μεγάλης νύχτας που άρχισε πριν -πόσον καιρό;

Πώς να μετρήσω τον καιρό εδώ μέσα,
τις σεληνιακές σου διαλείψεις,
τ’ αστρικά σου πηδήματα.
Πώς να μετρήσω την πορεία μου τεθλασμένη,
την απρόβλεπτη τροχιά της απουσίας σου,
μέσα σε τούτο το αμείλικτο διαστημόπλοιο,
μες στην καρδιά της πόλης
που ήταν κάποτε δική μου
και τώρα την διαγουμίζουνε τα τανκς;

Εφτάπυλο το χάος,
στεγανό πολιορκημένο μέσα κι έξω
από το φόβο με τα χίλια πρόσωπα.
Οι φωνέςτων ανιάτων κοπάζουν
κάθε αράδυ στις πεντέμισι.
Οι σειρήνες λεηλατούν κάθε βράδυ τη σιωπή.
Οι κοιμισμένοι κάθε βράδυ ανεξιχνίαστοι νεκροί.
Και πάλι, πάντα πού είναι τα χέρια σου;
Η φωνή σου πού;
Θ’ αντέξουν και απόψε τα τοιχώματα;
Ή θα χιμήξει το σκοτάδι;

Πώς να μετρήσω; Καθώς η πρώτη γνώση της μοναξιάς που σημαδεύει -έφηβο κιόλας το παιδί
η απουσία σου καρφώθηκε μαχαίρι κατακόρυφο στο χωροχρόνο μου, Ανοιξε από παντού ξετρελαμένα στόματα η ασχήμια, που ενεδρεύει να με κατααροχθίσει, ο πληγωμένος χρόνος σπαρταράει,
μ’ αφύσικα τινάγματα, η μελλοθάνατη ειμ’ εγώ.
Και γύρω μου παντού, καταμεσίς, κατάστηθα,
στο χάος, στην καρδιά μου, αιμόσυρτες οι τροχιές
από την αθωότητα στο φόνο,
κι απ’ το φόνο στην τύψη,
στο μοιρολόι κι από κει στον άλλο φόνο.

Να σου τραγουδήσω;
Μα κι η φωνή μου, π’ αγαπούσες, μαχαιρωμένη.
Φύκια των ουρανών μες την αγρύπνια
τα μαλλιά μου, π’ αγαπούσες,
τα χέρια μου πλοκάμια απελπισμένα
κι όπου κι αν ψάξω δε σε βρίσκω πια.
Τετράγωνα κομμάτια σκοταδιού
πίσω απ’ τα σίδερα.
Η ρωμιοσύνη προδομένη,
προδοσιά μαχαίρι στην καρδιά.
Το πληγωμένο φως μετά τις δέκα,
οι θόρυβοι ανεξήγητοι, οι ανάσες.
Η δίχως νόημα θυσία,
η πολιορκία, η απουσία
το τσιγάρο του φρουρού.

Και θα μιλώ τούτη τη γλώσσα

«Πώς άλλαξε αυτό το παιδί,
θα λένε οι άλλοι,
κοιτώντας με με το μοναδικό μάτι
του τουρίστα Κύκλωπα
ζητώντας να τους μιλήσω για ήρωες
κοιμώντας, οι άλλοι, τις δαιδαλικές νύχτες,
που θα ουρλιάζει από παντού η προδοσία,
σκεπάζοντας τα τανκς,
τα αεροπλάνα, το φόβο,
το βήμα του φρουρού,
τις νύχτες χωρίς εσένα
που θα ουρλιάζει η προδοσία από παντού
που θα ουρλιάζουνε
τα συντρίμμια της καρδιάς μου,
τα συντρίμμια
σαν τα παιδιά της Ζηνοβίας,
απ’ τα πέρατα της γης
και της απόγνωσης.
Γιατί και σένα θα σ’ έχω χάσει
στο κινούμενο σκοτάδι
όπως κι εμένα,
όπως και τον αγώνα,
που θα ‘ταν δύσκολος, αλλά ωραίος
κι ήρθε να γίνει σαπισμένο σταφύλι,

Χωρίς εσένα, πώς;

Σαν την πρώτη μοναξιά,
που η γνώση της χαράζει για πάντα το παιδί
το σώμα μου θα διαλυθεί
τα κύτταρά μου ένα προς ένα
θ’ αποσυνδεθούν,
πάνω σε τούτο το κρεβάτι του Προκρούστη,
τον καιρό,
το σώμα μου ηλιακή κηλίδα, θα εκραγεί,
γράφοντας τ’ όνομά σου σ’ όλους τους ουρανούς,
τα κύτταρά μου,ένα προς ένα θα κινήσουν
να μπολιάσουν τους ανθρώπους
με την ηλικία της οδύνης,
με το μαβί καπνό του δειλινού
πίσω από τα σίδερα.
Θα στείλω τα όνειρά μου
να ταράξουν το νοικοκυρεμένο ύπνο τους.
Θα στείλω το φόβο να φωλιάσει
στις ανύποπτες καρδιές τους,
κι όταν θα ‘ρθει η υπάλληλος για καταμέτρηση
«δραπέτευσε», θα πουν οι άλλοι,
παρεξηγώντας τον θάνατό μου.
Και μόνο εσύ θα ξέρεις
μόνο εσύ θα θυμάσαι τα χέρια μου,
το θολό παράπονο του σκυλιού
έξω από τη φυλακή,
τις κραυγές των παιδιών
πάνω στην ταράτσα
την απόγνωση του κινέζικου πορτρέτου,
τα ελληνικά αινίγματα
-τι είν’ αυτό που ανεσαίνει με τα πόδια,
και το κατεβάζουνε με κουσέρτα –
και μόνο εσύ θα ξέρεις πώς,
πού χάθηκε το κορμί μου,
τι έγιν’η φωνή μου,
τι η αγρύπνια μου,
τι ήχους έχει ο φόβος
κι η απόγνωση τι πρόσωπα.
«Θεέ μου και τι να γίνηκαν
του κόσμου οι αντρειωμένοι;»

Μονάχα εσύ θα ξέρεις
εγώ θα μιλώ τούτη τη γλώσσα.

ΙΙ

Μακριά, πολύ μακριά,
ακούγεται η ζωή,
ψηλά πολύ ψηλά λάμπουν τα φώτα
-ίσως- τα φώτα, που μας έκλεψαν
της πολιτείας που μας έκλεψαν
κι η θύμηση απ’ το τελευταίο λιόγερμα
και τα βουνά, γύρω δικά μας.

Μακριά πολύ μακριά υπάρχεις.
Πρέπει να υπάρχεις,

Σα να μπορώ ν’ αφουγκραστώ το γέλιο σου,
ξανθό, πίσω απ’ τους λεκιασμένους τοίχους.
Κάποτε όλα θα μαθευτούνε
που θ’ αναλιώσει το παγωμένο κέντρο της μνήμης
-τώρα, παντού, «η κατάθεσή μου,
να θυμάμαι τι είπα στην κατάθεσή μου» –
και θα ξανάρθουνε τα χρώματα
ίσως κάποτε που θ’ ανοιχτούν
οι πόρτες των τάφων,
των σπιτιών, των φυλακών, των νόμων,
να λογαριάσουμε τους νεκρούς μας,
να μοιραστούμε τα καινούργια μας τραγούδια.
Κάποτε θα μάθεις κι εσύ τα υπόλοιπα
θα θυμηθείς και εσύ

μακριά, πολύ μακριά, είσαι η ζωή,
θα είσαι μακριά
τότε εγώ δε θα υπάρχω,

III

Ο χρόνος παραμορφώθηκε,
Τα χρόνια που έρχονται παραμορφώθηκαν.
Ξέρεις πού θα με βρεις,
Εγώ ο Φόβος.
Εγώ ο θάνατος.
Εγώ η μνήμη, ανήμερη.
Εγώ η θύμηση
της τρυφεράδας του χεριού σου,
εγώ ο καημός της χαλασμένης μας ζωής.

Θα πολιορκώ
το «κοίταζε τη δουλειά σου»
με τη αγωνία μου.
Θα θρυμματίζω τον ύπνο τους μ’ άσεμνα, φρικιαστικά βεγγελικά.
Σφαίρες αμέτρητες θα πέφτουν
στους αδιάφορους διαβάτες,
ώσπου ν’ αρχίσουν να σφαδάζουν
ώσπου ν’ αρχίσουν ν’ αναρωτιούνται.
Εμένα δε θα μπορούν να με σκοτώσουν.

Όμως θαρρώ,
οι μόνοι που -ίσως -καταλάβουν
θα ναι τα παιδιά,
πλούσια απ’ την κληρονομιά μας
πρώτη φορά, τα παιδιά
σκληρά στη μνήμη, σκληρά σε μας,
θα διαβάσουν ίσως έγκαιρα
τ’ αδέξια μηνύματα
των προτελευταίων ναυαγών
διορθώνοντας τα λάθη,
σβήνοντας τα ψέματα,
ονοματίζοντας σωστά,
χωρίς ρομαντισμούς τα παιδιά,
χωρίς αναγραμματισμούς ηλικίας
σημαδεμένα από την αστραπή
τη γνώση της μοναξιάς της δύναμης
που σε μας άργησε τόσο πολύ να ‘ρθει.

Κι αν τώρα σε γυρεύω απελπισμένα
στα πελώρια κύματα της αγρύπνιας μου
κι αν τώρα κάθε που αναδαίνω
βγαίνει τ’ όνομά σου
όταν θ’ αρχίσω να γυρίζω
στους σκοτεινούς δρόμους του κόσμου,
με μόνο μια χούφτα φεγγαρόπετρες
να μ’ οδηγούν τυφλώνοντας τον κόσμο
με τις λάμψεις του τρελού γέλιου σου,
της καλόγριας που κρατούσε τα κλειδιά,
κουφαίνοντας τον κόσμο
με τους ήχους της ταράτσας,
με τις κραυγές αυτών που βασανίστηκαν
κι αυτών που βασανίζουν
τραντάζοντας τον κόσμο
με τη γλώσσα τούτη του θανάτου
ίσως τότε θα ‘χεις βρει το δρόμο
στο δικό σου το λαβύρινθο
ίσως εσύ τότε
θα στέκεσαι περήφανο δεντρί,
στο σταυροδρόμι του κόσμου,
μ’ όλους τους ποταμούς
να φτάνουν μυστικά στις ρίζες σου,
ίσως τότε τα παιδιά σου,
μαζί μ’ όλα τα παιδιά,
να προλάαουν τον καιρό και τη ζωή
μια στιγμή πριν απ’ το χάος.

Και πια δε θα ‘χει μείνει
τίποτ’ από μένα
ούτε η τύψη που έμελλε να γίνω
ούτε το άγγιγμά μου στο χέρι σου
ούτε το πιο δικό μου,
η γλώσσα μου,
μα θα ‘χω διαλυθεί
σ’ όλους τους ποταμούς του κόσμου

θα ‘χω γράψει τ’ όνομά σου,
που φοβόμουνα,
ως την άλλη όχθη
και το κορμί μου -ίσως- νεκρό
μα πάλi ακέραιο θ’ αναπαύεται
με γύρω του τη θύμησή σου
και τη λιόλουστη ζωή.

Ποίηση: Γιώργου Κουλούκη
Σύνθεση: Μάιος 1968, Βραχάτι.
Ηχογράφηση: 1974. Μίκης Θεοδωράκης, PAREDON RECORDS USA
Πρώτη εκτέλεση στην Ελλάδα: Σεπτέμβριος 1976, Μαρία Φαραντούρη, συναυλία στο γήπεδο του Παναθηναϊκού.

Ο φίλος μου Γιώργος Φωτεινός (ψευδώνυμό του Γιώργου Κουλούκη) στον εμφύλιο πόλεμο ήταν καταδικασμένος σε θάνατο. Μετά βρεθήκαμε μαζί στη Μακρόνησο. Τυχαία κουβαλούσαμε μαζί μια κουλούρα σύρμα αγκαθωτό. Ήμαστε αξύριστοι και βρώμικοι. ο βοριάς θέριζε. Σηκωμένος γιακάς. Χαμηλωμένη τραγιάσκα. Έμεναν τα μάτια. “Όταν κοιταχτήκαμε, αφήσαμε την κουλούρα και ριχτήκαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Έφυγα στις 26.3.49 για το Πρώτο Τάγμα με τους Μαρτιάτες. [Σημ.: Μαρτιάτες ονομάσθηκε η πρώτη αποστολή τριακοσίων νεότερων κρατουμένων που επάνω τους θα δοκιμάζονταν η αντοχή και των υπολοίπων. Έγινε στις 26 Μαρτίου 1949 από το Δ’ Τάγμα (πολιτικών κρατουμένων) προς το Α’ Στρατιωτικό Τάγμα. Εκεί βασανίστηκαν απάνθρωπα.] Κουβαλούσα μέσα στο μυαλό μου τους ήχους της ΠΡΩΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ, που τα σχέδιά της είχαμε εκτελέσει με μια αυτοσχέδια ορχήστρα στη σκηνή των στρατηγών. [Σημ.: η επονομαζόμενη «σκηνή των στρατηγών» ήταν στον Α’ Κλωβό του Δ’ Τάγματος Μακρονήσου. Εκεί. μεταξύ άλλων, υπήρχαν οι Σαράφης, Αυγερόπουλος, Ηλίας Ήλιου και άλλοι.] με χτύπησαν όπως όλους στο κρανίο. Όμως οι ήχοι δεν έφυγαν. Στέριωσαν. στα 1955 η ΠΡΩΤΗ ΣΤΜΦΩΝΙΑ παίχτηκε στην Κρατική Ορχήστρα :Αθηνών. Εγώ ήμουν στο Παρίσι. ο Γιώργος σε κάποιο χαμένο χωριό στην άκρη της Λακωνίας. την άκουσε από ραδιόφωνο με μπαταρία. και τότε έγραψε την Πρώτη του Συμφωνία η ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΑΔΕΛΦΗΣ ΜΑΣ ΑΘΗΝΑΣ. Γεμάτο συρματοπλέγματα και πορτοκάλια.
(Από το ημερολόγιο του συνθέτη)

Το ποίημα αυτό αποδίδει ένα πραγματικά συγκλονιστικό γεγονός που έζησα στην υπόγεια φυλακή του Δικαστικού Μεγάρου της Τρίπολης, το 1947.
Εκεί, φυλακισμένοι επονίτες, είδαμε ένα πρωί να έχουν κλείσει στο καγκελόφραχτο κελί για τους μελλοθάνατους τη γνωστή μας δασκάλα επονίτισσα Αθηνά Μπενέκου. Τής εκφράσαμε τη μεγάλη μας συγκίνηση με τα μάτια και της δώσαμε κρυφά μέσα από τα κάγκελα δυο πορτοκάλια που μας είχαν φέρει οι γονείς μας. Εκείνη τα φιλούσε δακρυσμένη κι ύστερά τα έκρυψε στο στήθος της.
Δεν την ξαναείδαμε. την εκτέλεσαν την επόμενη αυγή.
Έγραψα το ποίημα το 1954, στο χωριό Βελανίδια, κάτω στον κάβο-Μαλέα. όπου ήμουν διορισμένος δάσκαλος. Άκουσα τότε από το ραδιόφωνο την Πρώτη Συμφωνία του παιδικού φίλου μου Μίκη Θεοδωράκη. που σπούδαζε στο Παρίσι, κι η μουσική αύτη με συγκλόνισε. Αποφάσισα να την αποδώσω με ποίηση κι έγραψα την ποιητική σύνθεση Πρώτη Συμφωνία, αποτελούμενη από οχτώ μέρη. το πέμπτο μέρος της αναφέρεται στην εκτέλεσή της Αθήνας. τη σύνθεση αύτη ταχυδρόμησα στο Μίκη, αφιερωμένη σ’ αυτόν. Μου απάντησε, ενθουσιασμένος για την επιτυχή «πραγματοποίηση» της μουσικής του.
Μετά από 14 χρόνια, το 1968, ο Μίκης μελοποίησε στο Βραχάτι το 5ο μέρος («Η Αθηνά») της ποιητικής μου σύνθεσης, το όποιο όμως παρέμεινε ανεκτέλεστο γιατί «περίμενε ίσως την ώρα του να ενταχθεί, με μια πλήρη ενορχήστρωση, στην “Έβδομη Συμφωνία».
Αργότερα, τον Σεπτέμβριο 1976, στη συναυλία του Θεοδωράκη στο γήπεδο του Παναθηναϊκού. το τραγούδησε η Μαρία Φαραντούρη.
Στις 11 Νοεμβρίου 1979 ολόκληρη η ποιητική σύνθεση δημοσιεύτηκε με πρόλογο του Θεοδωράκη. στην εφημερίδα Ριζοσπάστης. το 1981 δημοσιεύτηκε στην ποιητική μου συλλογή Δάκρυ και Φως. Έτσι συνέβη το πρωτοφανές: να κάνω ποίηση τη μουσική του φίλου μου Μίκη και στη συνέχεια αυτός να ξανακάνει μουσική την ποίηση, που είχε αποδώσει τη μουσική του. Δεμένη στο δεύτερο μέρος της “Έβδομης Συμφωνίας. καθώς και στην Πρώτη Συμφωνία, η ποίηση με τη μουσική, εκφράζει επάξια την τραγωδία. Αλλά και ολόκληρό το μουσικό έργο του Μίκη Θεοδωράκη είναι ένα δυνατό συνταίριασμα λόγου και μουσικής, που αποδίδει θαυμάσια το πληγωμένο όνειρο και την τραγωδία της ανθρωπότητας.
Γιώργος Κουλούκης

ΠΡΩΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ –
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΑΔΕΛΦΗΣ ΜΑΣ ΑΘΗΝΑΣ
Ήλιος θα βγει μέσ’ από τους κόρφους που στενάζουν
ήλιος θα βγει απ’ τις φυλακές και τις χαράδρες
καθώς τα μυρμήγκια βγαίνουν απ’ τα υπόγειά τους κελιά
ήλιος τετράγωνος, δε θα μπορέσουνε
τα στόματα των κανονιών να τον σκοτώσουνε
θα σημαδεύουν του φρυδιού του το δρεπάνι
και θα σκοντάφτουν πάνω στο νταμάρι του.

Λεβέντες θα βγούνε απ’ τις δίπλες του πόνου μας λεβέντες με χοντρές παλάμες θα χερακώσουν τους μοχλούς και τα βαριά μας όνειρα χαράζοντας στο κούτελο της μέρας:
«Θέλουμε να ζήσουμε».

Βιολιά θα βγούνε απ’ τα τυραννισμένα στέρνα μας. βιολιών χορδές θα γίνουν τα συρματοπλέγματα φλογέρες θα γίνουν τα κόκαλα τα τρυπημένα και θα στηθεί χορός ανεβαστός.

Παντρεύουμε την Αλήθεια,
παντρεύουμε τη Γη την καταφρονεμένη, τη μονάκριβη παντρεύουμε το γέλιο της το γάλα της τις φλέβες της με τα παιδιά μας.

[Είχε χαράξει όταν πήρανε
την αδελφή μας Αθηνά για εκτέλεση.

Αποβραδίς της δώσαμε κρυφά δυο πορτοκάλια μα δεν τα φάγε.
Τα φίλησε με τόση λατρεία
σα να κρυβαν στο χυμό τους όλη την Άνοιξη!

Όλα τα ζουμερά νιάτα της Γης!
Κι ύστερά τα κρύψε μέσα στο στήθος της.

Στου κελιού της την άκρη
είχε ζαρώσει σα φοβισμένο σκυλί ο θάνατος.
Κι αυτή του φώναζε:
« Έλα Τίγρη, Αράπη, Τζακ…» ψάχνοντας να βρει το σκυλίσιο του τ όνομα.
« Έλα να σου δείξω τα χνάρια της Αλήθειας
έλα να μυρίσεις τα πορτοκάλια που έχω μέσα στο στήθος μου.»

Είχε χαράξει. με δέκα ριπές
κάρφωσαν ένα μεγάλο στήθος
χωρίς να προσέξουν τα πορτοκάλια που χρύσιζαν
κι ο χυμός τους ανακατώθηκε με το αίμα
και τα κουκούτσια τους βρήκανε γη τιμημένη
και γιόμισε ο τόπος πορτοκαλιές
Να κόβεις, να κόβεις
και να μη σώνονται
για την Πρώτη Συμφωνία!]

Ποίηση: Άγγελου Σικελιανού
Σύνθεση: Φεβρουάριος 1969, Ζάτουνα.
Ηχογράφηση: 1970. Albert Hall – Λονδίνο, Μαρία Φαραντούρη, Αντώνης Καλογιάννης. Γιάννης Θεοχάρης, London Symphony Orchestra, Χορωδία της New Opera London, ανδρική χορωδία Ουαλλών ανθρακωρύχων, διεύθυνση Μίκη Θεοδωράκη, Polydor (France) και Etema (DDR)

Σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι,
(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μέσ’ το χρόνο)
στο φωτογώνι της καινούργιας λευτεριάς σου, Ελλάδα, μου άναλαμπάδιασε άξαφνα ή ψυχή
σαν νάταν όλο χαλκός το διάστημα, ή ως νάχα,
τ’ άγιο κελί του Ηράκλειτου τριγύρα μου,
όπου, χρόνια, για την Αιωνιότη έχάλκευσε τους λογισμούς του και τους κρεμνουσε
ως άρματα στης “Εφεσος το Ναό…

Γιγάντιες σκέψεις, σα νέφη πύρινα ή νησιά πορφυρωμένα σε μυθικόν ηλιοβασίλεμα, άναβαν στο νου μου, τι όλη μου καίονταν μονομιάς ή ζωή στην έγνοια της καινούργιας λευτεριάς Σου, Ελλάδα. γι’ αυτό δεν είπα:

Τούτο είναι το φως της νεκρικής πύρας μου…

Δαυλός της Ιστορίας Σου, έκραξα είμαι, και να, ας καεί σαν δάδα το έρμο μου κουφάρι, με την δάδα τούτην, ορθός πορεύοντας, ως με την ύστερη ώρα, όλες να φέξουν τέλος οι γωνιές της οικουμένης, ν’ ανοίξω δρόμο στην ψυχή, στο πνεύμα, στο κορμί Σου, Ελλάδα’.

Είπα, και εβάδισα κρατώντας τ’ αναμμένο μου συκώτι στον Καύκασο Σου, και το κάθε πάτημα μου ήταν το πρώτο, κι ήταν, θάρρευα, το τελευταίο, τι το γυμνό μου πόδι επάτει μέσα στα αiματά Σου, τι το γυμνό μου πόδι εσκόνταυε στα πτώματα Σου, γιατί το σώμα, ή όψη μου. όλο μου το πνεύμα καθρεφτιζόταν, σα σε λίμνη, μέσα στα αίματά Σου.

Εκεί, σε τέτοιον άλικο καθρέφτη. Ελλάδα, καθρέφτη απύθμενο, καθρέφτη της αβύσσου, της Λευτεριάς Σου και της δίψας Σου, είδα τον εαυτό μου βαρύ από κοκκινόχωμα πηλό πλασμένο, καινούργιο Αδάμ της πιο καινούργιας Πλάσης όπου να πλάσουνε για Σένα μέλλει. Ελλάδα.

Κι είπα:
Το ξέρω, ναι πού κι οι Θεοί Σου, οι Ολύμπιοι χθόνιο τώρα γίνανε θεμέλιο, γιατί τους θάψαμε βαθειά βαθειά, να μην τους βρουν οι ξένοι. Και το θεμέλιο διπλό στέριωσε κι’ ετριπλοστέριωσε όλο μ’ όσα οι οχτροί μας κόκαλα σωριάσανε αποπάνω… κι’ ακόμα ξέρω πώς για τις σπονδές και το τάμα του νέου Ναού π’ ονειρευτήκαμε για Σένα, Ελλάδα, μέρες και νύχτες τόσα αδέλφια σφάχτηκαν ανάμεσα τους, όσα δε σφάχτηκαν αρνιά ποτέ για Πάσχα…

Μοίρα, κι ή Μοίρα Σου ως τα τρίσβαθα δική μου κι’ απ’ την Αγάπη, απ’ τη μεγάλη δημιουργό Αγάπη να πού ή ψυχή μου εσκλήρυνεν, εσκλήρυνε και μπαίνει ακέρια πια μέσα στη λάσπη και μέσ’ το αίμα Σου, να πλάση τη νέα καρδιά πού χρειάζεται στο νιο Σου αγώνα, Ελλάδα. Τη νέα καρδιά πού κιόλας έκλεισα στα στήθη και κράζω σήμερα μ’ αύτη προς τους συντρόφους όλους.

Ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ’ την Ελλάδα, ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο. Τί, Ιδέτε. εκόλλησεν ή ρόδα του βαθειά στη λάσπη, κι ά, δετέ χώθηκε τ’ αξόνι του βαθειά μέσ’ το αίμα. Ομπρός, παιδιά,. και δε βόλει μονάχος ν’ ανέβη ό ήλιος, σπρώχτε με γόνα και με στήθος να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη, σπρώχτε με στήθος και με γόνα να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα. Δέστε, ακουμπάμε απάνω του ομοαίματοι αδελφοί του.

Ομπρός, αδέλφια, και μας έζωσε με τη φωτιά του, ομπρός, ομπρός κι ή φλόγα του μας τύλιξε αδελφοί μου.
Ομπρός οι δημιουργοί.. Την αχθοφόρα ορμή Σας, στυλώστε με κεφάλια και με πόδια, μη βουλιάξει ό ήλιος. Βοηθάτε με κι εμένανε αδελφοί, να μη βουλιάξω αντάμα.. ΤΙ πια ειν’ απάνω μου και μέσα μου και γύρα. Τι πια γυρίζω σ’ έναν άγιον Ίλιγγο μαζί του… Χίλια καπούλια ταύροι του κρατάν τη βάση, δικέφαλος αητός. κι απάνω μου τινάζει τις φτερούγες του και βογγάει ό σάλαγος του, στην κεφαλή μου πλάι και μέσα στην ψυχή μου.
και το μακριά και το σιμά για μένα πια είν’ ένα… Πρωτάκουστες βαρείες με ζώνουν Αρμονίες, ομπρός, σύντροφοι, βοηθάτε να σηκωθεί
να γίνει ο ήλιος πνεύμα.

Σιμώνει ό νέος ό Λόγος π’ όλα θα τα βάψη, στη νέα του φλόγα. νου και σώμα. ατόφιο ατσάλι…
Ή γη μας αρκετά λιπάστηκε από σάρκα ανθρώπου… παχιά και καρπερά, να μην αφήσουνε τα σώματα μας να ξεραθούν απ’ το βαθύ τούτο λουτρό του αιμάτου πιο πλούσιο, πιο βαθύ
κι απ’ όποιο πρωτοβρόχι.
Αύριο να βγει ό καθένας μας με δώδεκα ζευγάρια βόδια τη γη αυτή
να οργώσει την αιματοποτισμένη…
Ν’ άνθιση ή δάφνη απάνω της και δέντρο ζωής
να γένη, και ή ” Άμπελος μας να απλωθεί
ως τα πέρατα της οικουμένης…

“Έτσι, σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι (δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μέσ’ το χρόνο) στο φωτογώνι της καινούργιας Λευτεριάς Σου Ελλάδα αναψυχώθηκε άξαφνα τρανή ή κραυγή μου, ως νάταν όλο χαλκός το διάστημα ή ως νάχα τ’ άγιο κελί του Ηράκλειτου τριγύρα μου, όπου, χρόνια, για την Αιωνιότη εχάλκευε τους στοχασμούς του και τους κρεμνούσε ως άρματα στης Έφεσος το ναό ως Σάς έκραζα σύντροφοι.

Ποίηση: Μίκη Θεοδωράκη
ΘΟΥΡΙΟΝ
ΣΤΟΝ ΑΓΝΩΣΤΟ ΠΟΙΗΤΗ
Σύνθεση: Απρίλιος 1969, Ζάτουνα.
Ηχογράφηση: 1974, Μαρία Φαραντούρη, Χορωδία Τερψιχόρης Παπαστεφάνου, διεύθυνση Μίκη Θεοδωράκη, ΜΙΝOS

ΘΟΥΡΙΟΝ

Μεγαλοπρεπή βουνά αγκαλιάζουν,
βράχους, γκρεμούς, ανθρώπους, έλατα.
Είδαν φουσάτα Τούρκων κι άλλων νικηφόρα,
πτώματα ηρώων εδέχθησαν
και βλαστήμιες γενναίων.
Μένουν τα δέντρα
που σκίασαν τον ύπνο του πέρδικα
κι ο κούκος που δεν άκουσε
ο Κολοκοτρώνης ήρθε
και φώλιασε στη Ζάτουνα.

Μάταια οι φρουροί μου
προσπαθούν να εγκλωβίσουν το τραγούδι του,
οι χαράδρες το παίρνουν στους ώμους
και γρήγορα τ’ οδηγούν στους ελαιώνες.
Είναι πανύψηλα τα βουνά της Αρκαδίας.
Εξουσιάζουν τις θάλασσες
και το σουραύλι του Πάνα σκεπάζει
τα γρυλίσματα των στρατώνων.
Βόες, ουρακοτάνγκοι, μαϊμούδες
τιβένους φορούν, κρατούν σκήπτρα.
Αρχιεπίσκοποι κι αρχιστράτηγοι “αέρα” φωνάζουν
και υψώνονται πίσω τους πτερά ορνίθων.

Έντρομοι ήρωες εγκταλείπουν τα μάρμαρα,
δραπετεύουν από τους στίχους των ποιητών,
καταφεύγουν ξανά στις όχθες του Λούσιου,
στις πηγές του Μαινάλου
μοιράζονται τους ίσκιους με τον κορύδαλο.
Μένουν τα δέντρα
που σκίασαν τον ύπνο του πέρδικα.
Πού να ‘ν’ θεματοφύλακες
της αντριωσύνης σου πατρίδα.
Όνειρό σας το Θούριο
και τραγούδι σας το ντουφέκι.

ΣΤΟΝ ΑΓΝΩΣΤΟ ΠΟΙΗΤΗ

Ρήγα Φεραίε σε σε κράζω.
Από την Αυστραλία στον Καναδά
κι από τη Γερμανία στην Τασκένδη,
σε φυλακές, σε βουνά και σε νησιά,
διασκορπισμένοι οι Έλληνες.

Διονύσιε Σολωμέ σε σε κράζω.
Κρατούμενοι και κρατούντες,
δέροντες και δερόμενοι,
διατάσσοντες και διατασσόμενοι,
τρομοκρατούντες και τρομοκρατούμενοι,
κατέχοντες και κατεχόμενοι,
διηρημένοι οι Έλληνες.

Αντρέα Κάλβε σε σε κράζω.
Λαμπερότατος ο ήλιος απορεί,
απορούν τα βουνά και τα έλατα,
οι ακρογιαλιές και τ’ αηδόνια,
λίκνο ομορφιάς και μέτρου η πατρίς μου,
σήμερα τόπος θανάτου.

Κωστή Παλαμά σε σε κράζω.
Ποτέ άλλοτε τόσο φως δεν έγινε σκότος,
τόση ανδρεία φόβος,
τόση αδυναμία η δύναμη,
τόσοι ήρωες μαρμάρινες προτομές,
πατρίς του Διγενή και του Διάκου η πατρίς μου,
σήμερα χώρα υποτελών.

Νίκο Καζαντζάκη σε σε κράζω.
Κι όμως αν λησμονούν οι θνητοί
που μιλούν ακόμα τη γλώσσα του Ανδρούτσου,
η μνήμη κατοικεί πίσω από τα σίδερα και τις σκοπιές,
η μνήμη κατοικεί μέσα στα ληθάρια,
φωλιάζει στα κίτρινα φύλα
που σκεπάζουν το κορμί σου Ελλάδα.

Άγγελε Σικελιανέ σε σε κράζω.
Η ψυχή της πατρίδας μου είσ’ εσύ πολύμορφο ποτάμι,
τυφλό από το αίμα, κουφό από το δόγκο,
ανήμπορο από το μέγα μίσος και τη μεγάλη αγάπη,
που εξίσου εξουσιάζουν την ψυχή σου.
Η ψυχή της πατρίδας μου είναι
δυο χειροπέδες σφιγμένες σε δυο ποτάμια,
δυο βουνά δεμένα με σκοινιά
στον πάγκο της ταράτσας,
ο Αργίτικος κάμπος φουσκωμένος από το μαστίγιο
και ο Όλυμπος κρεμασμένος πισθάγκωνα
από το κατάρτι του αεροπλανοφόρου για να ομολογήσει.
Η ψυχή της πατρίδας μου είναι αυτός ο σπόρος
π’ άπλωσε ρίζες πάνω στο βράχο.
Είσ’ εσύ μάνα, γυναίκα, κόρη,
που αγναντεύεις τη θάλασσα και τα βουνά
και κρυφόβαφεις μ’ αίμα
τα κόκκινα αβγά της Αναστάσεως
που εγκυμονούν οι καιροί και οι άντρες.
Αν ποτές να ‘ρθει στη δύστυχη χώρα μου,
Πάσχα Ελλήνων.

Άγνωστε Ποιητή σε σε κράζω.

Ποίηση: Τάκη Σινόπουλου
Ο ΕΠΙΖΩΝ
Σύνθεση: 1969, Ζάτουνα.
Ηχογραφήσεις:
1972, Μαρία Φαραντούρη, ΕΜΙ
1974, Μαρία Φαραντούρη, Πέτρος Πανδής, Μίκης Θεοδωράκης. Αφροδίτη Μάνου, Pathe Marconi

1. Ο ΕΠΙΖΩΝ

Ωωω, που είναι, Ωωω, που είναι
Ωωω, που είναι, σε ποια ανηφοριά
Με το κεφάλι στ΄ανοιχτά σαγόνια του ήλιου
Με χέρια και με πόδια φαγωμένα
Από τη λύσσα του ήλιου

Ωωω, που είναι, Ωωω, τα παιδιά μου
Ωωω, τα πανύψηλα
Ο πατέρας μου, ο άσπρος κι ο πανύψηλος
Και η μάνα μου που είναι άσπρη
Και πανύψηλη
Που είναι άσπρη και πανύψηλη

Ωωω, που είναι, Ωωω, που είναι
Ωωω, που είναι, σε ποια ανηφοριά
Με το κεφάλι στ΄ανοιχτά σαγόνια του ήλιου

Κι εγώ που είμαι, σε ποια χώρα
Σε ποια γη κάτω από τη γη
Σε ποια βουνά που καίνε
Το μάτι ακίνητο παραμονεύοντας
Μέσα απ’ τα ξερολίθαρα

Ακούγοντας τα βήματα και το μουρμούρισμα
Ακούγοντας το μουρμούρισμα και την προσταγή
Ακούγοντας το πείσμα και στην έπαρση
Τη μεταμέλεια ακούγοντας
Και την άλλη φωνή, πιο ήσυχη, πιο σίγουρη

Ωωω, που είναι, Ωωω, που είναι
Ωωω, που είναι, θρύψαλα από γυαλί σκορπισμένα
Σε τούτα ή σε ‘κείνα τα βουνά
Κουρέλια και χαρτιά σαπίζοντας
Σε τούτα ή σε ‘κείνα τα βουνά
Άσπρα πανύψηλα, φωνάζοντας χωρίς φωνή
Κι εγώ που είμαι, ωωω κι εγώ που είμαι, ωωω
Παραμερίζοντας ένα δάσος αράχνες
Ξεφεύγοντας ολοένα και γυρίζοντας
Σ’ ένα δάσος με τύμπανα επιμένοντας
Η φωνή μου ν’ ακουστεί
Σε τούτες τις εποχές

Χτυπώντας και χτυπώντας
Πόρτες, παράθυρα
Που κλείσανε τούτες τις εποχές
Με πρόσωπο ερευνητικό
Αναγγέλοντας τη νύχτα
Που υπάρχει μέσα στη νύχτα
Καθώς υπάρχει ο σπόρος μέσ’ τη γη,

Το κάρβουνο στη χόβολη
Καθώς υπάρχει ο φόβος κι ο καημός
Μέσ’ τη φωνή του ανθρώπου

Ωωω, που είναι, Ωωω, που είναι
Ωωω, που είναι, ωωω

Ποίηση: Μανόλη Αναγνωστάκη
ΜΙΛΩ
ΧΑΡΗΣ
Σύνθεση: 29/7/1969. Ζάτουνα.
Ηχογραφήσεις :
1972, Μαρία Φαραντούρη. ΕΜI
1974, Μαρία Φαραντούρη, ΜΙΝOS
1974, Μαρία Φαραντούρη, Πέτρος Πανδής, Μίκης Θεοδωράκης, Αφροδίτη Μάνου, Pathe Marconi

7. ΜΙΛΩ

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα
των νικημένων στρατιωτών

Για τα τελευταία κουρέλια
από τα γιορτινά μας φορέματα

Για τα παιδιά μας
που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες

Μιλώ για τα λουλούδια
που μαραθήκανε στους τάφους
και τα σαπίζει η βροχή

Για τα σπίτια που χάσκουνε
δίχως παράθυρα
σαν κρανία ξεδοντιασμένα

Για τα κορίτσια που ζητιανεύουν
δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους

Μιλώ για τις ξυπόλυτες μάνες
που σέρνονται στα χαλάσματα

Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους

Τους μαστροπούς ποιητές
που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια

Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες
όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα

Για τα φορτωμένα καμιόνια
και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες

Μιλώ για τα προαύλια των φυλακών
και για το δάκρυ των μελλοθανάτων

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
π’ αφήσανε τα δίχτυα τους
και πήρανε τα βήματα Του

Κι όταν Αυτός κουράστηκε
αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε
αυτοί δεν αρνηθήκαν

Κι όταν Αυτός δοξάστηκε
αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι όταν οι σύντροφοι τους φτύνανε
και τους σταυρώναν

Κι αυτοί, γαλήνιοι,
το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει

Χωρίς το βλέμμα τους
να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες
στη φοβερή ερημία του πλήθους.

8. ΧΑΡΗΣ

Είμασταν όλοι μαζί
Και ξεδιπλώναμε ακούραστα τις ώρες μας
Τραγουδούσαμε σιγά, για τις μέρες που θα ‘ρχόντανε, φορτωμένες πολύχρωμα οράματα
Αυτός τραγουδούσε, σωπαίναμε

Η φωνή του ξυπνούσε μικρές πυρκαγιές
Χιλιάδες μικρές πυρκαγιές
Που πυρπολούσαν τη νιότη μας
Μερόνυχτα έπαιζε το κρυφτό
Με το θάνατο σε κάθε γωνιά και σοκάκι
Λαχταρούσε ξεχνώντας το δικό του κορμί
Να χαρίσει στους άλλους μιαν άνοιξη
Είμασταν όλοι μαζί
Μα θαρρείς πως αυτός ήταν όλοι
Μια μέρα μας σφύριξε κάποιος στ’ αυτί
Πέθανε ο Χάρης
Σκοτώθηκε ή κάτι τέτοιο
Λέξεις που τις ακούμε κάθε μέρα
Κανείς δεν τον είδε θα ‘ταν σούρουπο
Θα ‘χε σφιγμένα τα χέρια όπως πάντα

Στα μάτια του χαράχτηκε να ‘ν σβηστά
Η χαρά της καινούργιας ζωής μας
Μα όλα αυτά ήταν απλά κι ο καιρός είναι
Λίγος, κανείς δεν προφταίνει

Δεν είμαστε όλοι μαζί, δυο τρεις ξενιτεύτηκαν
Τράβηξαν ο άλλος μακριά μ’ ένα φέρσιμο αόριστο
Κι ο Χάρης σκοτώθηκε, φύγανε κι άλλοι
Μας ήρθαν καινούργιοι
Γεμίσαν οι δρόμοι
Το πλήθος ξεχύνεται αβάσταχτο
Ανεμίζουνε πάλι σημαίες
Μαστιγώνει ο αέρας τα λάβαρα
Μες το χάος κυματίζουν τραγούδια

Αν μες τις φωνές που τα βράδια
Τρυπάνε ανελέητα τα τείχη
Ξεχώρισες μια, είν’ η δική του
Ξεχώρισες μια, είν’ η δική του
Ανάβει μικρές πυρκαγιές
Χιλιάδες μικρές πυρκαγιές
Που πυρπολούν την ατίθαση νιότη μας
Χιλιάδες μικρές πυρκαγιές
Που πυρπολούν την ατίθαση νιότη μας

Είν’ η δική του φωνή
Που βουίζει στο πλήθος τριγύρω σαν ήλιος
Π’ αγκαλιάζει τον κόσμο σαν ήλιος
Και σπαθίζει τις πίκρες σαν ήλιος
Που μας δείχνει σαν ήλιος λαμπρός
Τις χρυσές, τις χρυσές πολιτείες
Που ξανοίγονται μπρος μας λουσμένες
Στην αλήθεια και στο ένδρειο το φως
Που ξανοίγονται μπρος μας λουσμένες
Στην αλήθεια και στο ένδρειο το φως

Ποίηση: Κώστα Καλαντζή
Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΕΞΟΡΙΣΤΟΥ
Σύνθεση: 1969,Ζάτουνα.
Πρώτη εκτέλεση: 1970. Ραδιοφωνικός Σταθμός Μόσχας, ερμηνευμένο από τον Μίκη Θεοδωράκη.

Η μητέρα του εξόριστου

Κι’ αν σου κλείσαν τις πόρτες οι βαρβάροι
και σου βάλαν στεφάνι αγκαθωτό
το ίδιο βόλι, γιέ μου, θα τους πάρει
απ’ άγνωστο θεό θάναι σταλτό.

Σ’ ἐφτουνη εδώ τη μαύρη πολιτεία
δε θέλω, γιέ μου, θάνατο να βρεις
την έρμη πιά με δέρνει απελπισία,
να σωριαστώ βαριά μεσοστρατίς.

Μη μου χαρίσεις, γιέ μου, τέτοια θλίψι,
μη θες τα μάτια μου να μείνουν ανοιχτά.
Σαν ὁ στερνός μου γιός κι αυτός μου λείψει έτσι
αμήτρητους αιώνες θάναι πιά.

Πιο μαύρη κι απ’ τη νύχτα θε να γίνω,
θα παραδέρνω φάντασμα σωστό,
ακούω τώρ’ απ’ έξω κάποιο θρήνο
του σκύλου σου πολύ σπαραχτικό.

Θα παραδέρνω και θα με ρωτάνε
βουνά, λαγκάδια, κάμποι, ρεματιές
στο διάβα μου οι πηγές θα σταματάνε,
στα στήθεια μου θα καίνε οι φωτιές.

Θα με ρωτάν τ’ αστέρια, το φεγγάρι,
ο ήλιος, δε θάχω νου ν’ αποκριθώ.
Αλλοιά! Κοντά θα τα’χεις όλα πάρει,
δε θά’βρει το κορμί μου αναπαμό.

Πήρα το γράμμα σου το πικραμένο,
πόσο ήταν μαύρα τα μαντάτα,
έλα, βλαστάρι μου, σέ περιμένω.

Έλα, θ’ ανοίξω η δόλια τα φτερά μου,
θα σέ τυλίξω στοργικά μέσα σ’ αυτά,
θα νοιώσει γλύκα απέραντ’ ἡ καρδιά μου,
σαν έχει εσένα, γιόκα μου, κοντά.

Πολλές φορές τον τάισα το χάρο,
τούκανα γεύματα βαρειά χορταστικά.
Στα γηρατειά περμένω για να πάρω
κάτι από σένα, ώ Θε μου, φτάνει πιά.

Ποίηση: Μίκη Θεοδωράκη
ΟΝΟΜΑΖΟΜΑΙ ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΕΡΓΙΟΥ
ΕΙΧΑ ΤΡΕΙΣ ΖΩΕΣ
Σύνθεση: 22 Σεπτεμβρίου 1969, Ζάτουνα, «… ώρα 10 πρωι¬νή, ενώ συνεχίζεται ή έρευνα της Μυρτώς και των παιδιών..»
Πρώτη εκτέλεση: 1975, συναυλία στο Μενίδι. Το τραγούδι ΕΙΧΑ ΤΡΕΙΣ ΖΩΕΣ περιέχεται στο cd ΑΣΜΑΤΑ.
1998, Μαρία Φαραντούρη.

1. Ονομάζομαι Κώστας Στεργίου

Ονομάζομαι Κώστας Στεργίου
προέρχομαι από τους Βησιγότθους,
Οστρογότθους, Μαυρογότθους.
Κατοικώ σε σπήλαια
λαξεύω ρόπαλα
πίνω νερό σε κρανία.
Επάγγελμά μου ο θάνατος.
Όμως προσωρινώς υπηρετώ
το μεγάλο Δράκο
που με έχει αποσπάσει στην Αρκαδία.
Πάνω απ’ το δέρμα μου
φορώ στολή
στους ώμους έχω αστέρια,
κρύβω το ρόπαλο επιμελώς
μέσα στη χλαίνη.
Ονομάζομαι Κώστας Στεργίου
προέρχομαι από τους Μαμελούκους
Μαυρολούκους, Σουσουλούκους
είμαι διασταύρωση Νεάντερνταλ και λύκου.
Όμως σήμερα, προσωρινώς,
κυκλοφορώ με τζιπ,
τρομοκρατώ παιδιά και γυναίκες.
Έχω ειδικότητα στο ψάξιμο
ψάχνω ψυχές παιδιών
και σταλάζω το φόβο
επιβάλλω το Νόμο
το Νόμο του μεγάλου Δράκου
που μ’ έχει αποσπάσει προσωρινώς
στην Αρκαδία.

2. Είχα τρεις ζωές

Είχα τρεις ζωές. Τη μια την πήρε ο άνεμος,
την άλλη οι βροχές κι η τρίτη μου ζωή
κλεισμένη σε δυο βλέμματα πνίγηκε μες στο δάκρυ.

Έμεινα μόνος χωρίς ζωή, χωρίς ζωές,
τη μια την πήρε ο άνεμος την άλλη οι βροχές.
Έμεινα μόνος, εγώ κι ο Δράκος στη μεγάλη σπηλιά.

Κρατώ ρομφαία, κρατώ σπαθί.
Εγώ θα σε πνίξω, εγώ θα σε σκοτώσω,
εγώ θα σε σβήσω, εγώ θα σε τινάξω πάνω απ’ τη ζωή μου.

Γιατί έχω τρεις ζωές.
Η μια για να πονάει,
η άλλη για να θέλει,
κι η τρίτη για να νικά.

Ποίηση: Γιώργου Σεφέρη
Σύνθεση: 1970, Ωρωπός. Αφιερωμένο στον Γιάννη Χρήστου.
Ηχογράφηση: Αγία Πετρούπολη. Ορχήστρα Αγίας Πετρούπολης, Σολίστ Αλέκα Γκριζοπούλου
Πρώτη εκτέλεση: 1996 Μέγαρο, Σολίστ: Αλεξάνδρα Παπατζιάκου, Συμφωνική Ορχήστρα ΕΡΤ. Διεύθυνση: Μίκης Θεοδωράκης

Οι στίχοι του Γιώργου Σεφέρη από το ποιητικό του έργο “Raven”, ενέπνευσαν το Μίκη Θεοδωράκη και στις 15 Γενάρη του 1970 συνθέτει το ομώνυμο έργο, που είχε αφιερώσει στο Γιάννη Χρήστου, στις τότε φυλακές Ωρωπού. “Και πάλι καταλήγω στον Σεφέρη”, σημειώνει ο Μίκης Θεοδωράκης. “Στις 15 Γενάρη του 1970 τελειώνω το Raven. Με τον Πέτρο, τον αχώριστο σύντροφο, οργανώνουμε την “πρώτη εκτέλεση” μέσα στην έρημη κουζίνα. Απάνω στο τραπέζι με τη λαμαρίνα, ένα μπουκάλι μπύρα. Θα την απολαύσουμε μετά τη μουσική“.

Raven
Χρόνια σαν τα φτερά. τι θυμάται τ’ ακίνητο κοράκι; τι θυμούνται οι πεθαμένοι κοντά στις ρίζες των δέντρων;
Είχαν ένα χρώμα τα χέρια σου σαν το μήλο που πέφτει.
Κι αύτη η φωνή που ξαναγυρίζει πάντα, χαμηλή.
Εκείνοι που ταξιδεύουν κοιτάζουν το πανί και τ αστέρια ακούνε τον αγέρα ακούνε περ απ’ τον αγέρα την άλλη θάλασσα σαν ένα κοχύλι κλειστό κοντά τους, δεν ακούνε τίποτε άλλο, δεν ψάχνουν μέσα στους ίσκιους των κυπαρισσιών ένα χαμένο πρόσωπο, ένα νόμισμα, δε γυρεύουν κοιτάζοντας ένα κοράκι σ ένα ξερό κλωνί, τι θυμάται.
Μένει ακίνητο πάνω στις ώρες μου λίγο πιο ψηλά σαν την ψυχή ενός αγάλματος που δεν έχει μάτια είναι ένα πλήθος μαζεμένο μέσα σ αυτό το πουλί χίλιοι άνθρωποι ξεχασμένοι σβησμένες ρυτίδες ερειπωμένες αγκαλιές και γέλια που δεν τέλειωσαν έργα σταματημένα σιωπηλοί σταθμοί ένας ύπνος βαρύς από χρυσά ψιχαλίσματα.
Μένει ακίνητο. Κοιτάζει τις ώρες μου. τι θυμάται;
Είναι πολλές πληγές μέσα στους αόρατους ανθρώπους, μέσα του πάθη μετέωρα περιμένοντας τη δεύτερη παρουσία επιθυμίες ταπεινές που κόλλησαν πάνω στο χώμα σκοτωμένα παιδιά και γυναίκες που κουράστηκαν την αυγή.
Τάχα να βαραίνει πάνω στο ξερό κλωνί τάχα να βαραίνει
πάνω στις ρίζες του κίτρινου δέντρου πάνω στους ώμους
των άλλων ανθρώπων, τις παράξενες φυσιογνωμίες
που δεν τολμούν να γγίξουν μια στάλα νερό βυθισμένοι στο χώμα
τάχα να βαραίνει πουθενά;
Είχαν ένα βάρος τα χέρια σου όπως μέσα στο νερό μέσα στις θαλασσινές σπηλιές, ένα βάρος αλαφρύ χωρίς συλλογή με την κίνηση κάποτε που διώχνουμε την άσκημη σκέψη στρώνοντας το πέλαγο ως πέρα στον ορίζοντα στα νησιά.
Είναι βαρύς ο κάμπος ύστερ’ απ’ τη βροχή· τι θυμάται
η μαύρη στεκάμενη φλόγα πάνω στον γκρίζο ουρανό
σφηνωμένη ανάμεσα στον άνθρωπο και στην ανάμνηση του ανθρώπου
ανάμεσα στην πληγή και το χέρι που πλήγωσε μαύρη λόγχη,
σκοτείνιασε ο κάμπος πίνοντας τη βροχή, έπεσε ο αγέρας
Δε σώνει η δική μου πνοή. ποιος θα το μετακινήσει;
ανάμεσα στη μνήμη. χάσμα ένα ξαφνισμένο στήθος
ανάμεσα στους ίσκιους που μάχουνται να ξαναγίνουν άντρας και γυναίκα ανάμεσα στον ύπνο και στο θάνατο στεκάμενη ζωή.
Είχαν μια κίνηση τα χέρια σου πάντα προς τον ύπνο του πελάγου χαϊδεύοντας τ όνειρο που ανέβαινε ήσυχα τη μαλαματένια αράχνη φέρνοντας μέσα στον ήλιο το πλήθος των αστερισμών τα κλεισμένα βλέφαρα τα κλεισμένα φτερά…

Ποίηση: Λεοπόλδου Σενγκόρ – μετάφραση Αλέξη Τραϊανού
ΘΑ ΠΡΟΦΕΡΩ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ
ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ SINE
ΚΡΑΤΗΣΕΣ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΠΡΟΣΩΠΟ
Σύνθεση: 23, 24 Μαρτίου 1970. “Ωρωπός. Αφιερωμένα στη Μυρτώ
Ηχογράφηση: 1998, Μαρία Φαραντούρη, cd ΑΣΜ.ΑΤΑ, Peregrina

Ήρθε η Άνοιξη. Άλλαξα δωμάτιο. Πήρα τη θέση του Λεντάκη. Μαζί με τον Ραμπαβίλα, τον Μιχάλη και τον Βαγιόπουλο. Μένω ξαπλωμένος. Γράφω τη μελέτη μου. Διαβάζω. Κι όταν κάνει λιακάδες, βγαίνω και κάθομαι αντικρυστά στο πέλαγος. Τώρα μελοποιώ τον Σενεγαλέζο ποιητή Σανγκόρ. Οι συναγωνιστές περνούν δίπλα μου και τους ψιθυρίζω τα καινούρια μου τραγούδια. Είχα σκοπό να γράψω 12. Έφτασα τα 3.Με πήραν για τη Σωτηρία. Δεν ξαναγυρνώ στο στρατόπεδο.
(Ημερολόγιο εξορίας – Ωρωπού)

ΘΑ ΠΡΟΦΕΡΩ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ
Θα προφέρω τ’ όνομά σου Ναέτ
τ’ όνομά σου είναι γλυκό σαν κανέλα
είναι το άρωμα που μέσα του το λεμονόδασο κοιμάται
Ναέτ τ’ όνομά σου είναι ζαχαρωμένη λάμψη
των ανθισμένων καφέδεντρων
και μοιάζει με σαβάνα π’ ανθίζει ολοένα
κάτω απ’ τον αρσενικό του μεσημεριάτικου ήλιου
όνομα δροσιάς, πιο δροσερό κι απ’ τις σκιές της ταμαρινιάς
πιο δροσερό ακόμη κι απ’ το σύντομο σούρουπο
όπου η ζέστη της μέρας σιωπά.
Ναέτ, αύτη ’ναι η στεγνή θύελλα
ο σκληρός χτύπος της αστραπής
Ναέτ, χρυσό νόμισμα,
διαμάντι, νύχτα μου, ήλιέ μου
ο ήρωάς σου είμαι και τώρα έγινα ο μάγος σου.

ΚΡΑΤΗΣΕΣ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΠΡΟΣΩΠΟ
Κράτησες το μαύρο πρόσωπο του πολεμιστή στα χέρια σου
που έμοιαζε με φωτεινή μοιραία δύση.
Από το λόφο κοίταξα το ηλιοβασίλεμα στους όρμους των ματιών σου
πότε θα δω πάλι τη χώρα μου,
τον καθαρό ορίζοντα του προσώπου σου
πότε θα καθίσω στο τραπέζι του σκοτεινού σου στήθους
η φωλιά των γλυκών αποφάσεων βρίσκεται στη σκιά
θα κοιτάξω άλλους ουρανούς και άλλα μάτια
και θα πιώ απ’ τις πηγές άλλων χειλιών
πιο δροσερών και από λεμόνια
θα κοιμηθώ κάτω από τις στέγες άλλων μαλλιών
προφυλαγμένων από θύελλες
όμως κάθε χρονιά
όταν το ρούμι της άνοιξης ανάβει
ξανά τις φλέβες
θα θρηνήσω πάλι το σπίτι μου
κάτω από τη βροχή των ματιών σου
πάνω στη διψασμένη σαβάνα.

ΝΥΧΤΑ TOY SINE
Γυναίκα ξεκούρασε στο μέτωπό μου
στα από βάλσαμο χέρια σου
στα χέρια σου πιο απαλά κι από προβιά
οι ψηλές χουρμαδιές
ταλαντεύονται στο βραδινό αέρα
μόλις θροΐζοντας
μ’ άρρυθμα νανουρίσματα
η ρυθμική σιωπή μας τριγυρίζει.
Άκουσε τα τραγούδια τους
ακούσει το χτύπο του σκοτεινού μας αίματος
το χτύπο του σκοτεινού παλμού της ’Αφρικής
μες στην ομίχλη των χαμένων χωριών
τώρα το κουρασμένο φεγγάρι
γέρνει στο κρεβάτι του από χαλαρό νερό.
Τώρα οι κρότοι των γέλιων πέφτουν να κοιμηθούνε
αυτή είναι η ώρα των άστρων και της νύχτας που ονειρεύεται
και πλαγιάζει σ’ αυτό το λόφο των νεφών
σκεπασμένη μέσα στο μακρύ γαλακτερό της φόρεμα.
Οι στέγες των σπιτιών γυαλίζουν απαλά
τι λεν εμπιστευτικά στ’ αστέρια;
Η γυναίκα άναψε την λάμπα πετρελαίου
κι άφησε τα παιδιά στο κρεβάτι
να μιλούν για τους προγόνους σαν για τους γονείς τους.
Άκουσε τη φωνή των προγόνων της Έλυσσας.
Εξόριστοι σαν κι εμάς δε θέλησαν να πεθάνουν
μήπως η σπερματική πλημμύρα τους χαθεί στην άμμο.
Άφησε με να ακούσω στην καπνισμένη καλύβα
τη σκιώδη επίσκεψη των ευνοϊκών ψυχών
το κεφάλι μου στο φλογισμένο σου στήθος
σαν ένα κουσκούσι που καπνίζει έξω από τη φωτιά
άφησε με ν’ αναπνεύσω τ’ άρωμα των νεκρών μας
άφησε με ν’ αναπολήσω και να επαναλάβω τις ζωντανές φωνές τους
άφησε με να μάθω να ζω
προτού βυθιστώ πιο βαθιά
κι απ’ το βουτηχτή στο ψηλό βάθος του ύπνου.

ΠΕΡΙΟΔΟΣ Δ: 1970 - 1974

Ποίηση: Pablo Neruda, μετάφραση Δανάης Στρατηγοπούλου
ALGUNAS BESTIAS
VOY A VIVIR (1949)
LOS LIBERTADORES
A MI PARTIDO
LAUTARO
VIENEN LOS PAJAROS
SANDING (1926)
LA UNITED FRUIT Co.
VEGETACIONES
AMOR AMERICA (1400)
A EMILIANO ZAPATA
AMERICA INSURRECTA (1800)
NERUDA REQUIEM ETERNAM
Σύνθεση: 1972, Γαλλία.
Ηχογραφήσεις:
1975, Στάδιο Καραϊσκάκη, Μαρία Φαραντούρη – Πέτρος Πανδής, Εθνική Χορωδία Γαλλίας (διευθυντής: Jacques Grimbert, Κρουστά Στρασβούργου, Alberto Newman (πιάνο), Ντόρα Μπακοπούλου (πιάνο), Ευάγγελος Ασημακόπουλος (κλασική κιθάρα), Λίζα Ζώη (δωδεκάχορδη κιθάρα), Λαϊκή Όρχήστρα: Γιάννης Διδίλης, Λάκης Καρνέζης, Χρήστος Κωνσταντίνου. Πρόλογος: Μάνος Κατράκης, ΜΙΝOS.
1975, Μ. Φαραντούρη – Π. Πανδής, Estero
1975, Μ. Φαραντούρη – Π. Πανδής, Pathe Marconi, EMI
1975, Μ. Φαραντούρη – Π. Πανδής, RCA (Greece)
1977, Grupo Toideria, Ëstero.
1980, Μ. Φαραντούρη, Etema (DDR).
1981 – Olympia Halle του Μονάχου , Μ . Φαραντούρη – Π. Πανδής, Συμφωνική Ορχήστρα Στοκχόλμης, ΜΙΝOS.
1982, Μ. Φαραντούρη – Π. Πανδής, Proprius (Suéde)
1983. Natalia Peneva – Stefan Soblev, “Svetoslav Obretenov” Bulgarian National Choir and small orchestra (διευθυντής : Georgi Robev). Balkantone (Bulgarie).
1984. Monique Hauswald, P. Rique, υπό τη διεύθυνση του D. Verdin SFP
1993, (πρώτη εγγραφή με λυρικούς τραγουδιστές) Φραγκίσκος Βουτσίνος, Αλεξάνδρα Παπατζιάκου, διεύθυνση Λουκά Καρυτινού, INTUITION.
Μεταφράσεις στίχων: Δανάη Στρατηγοπούλου

1. Algunas Bestias*

Era el crepúsculo de la iguana.
Desde la arcoirisada crestería
su lengua como un dardo
se hundía en la verdura,
el hormiguero monacal pisaba
con melodioso pie la selva,
el guanaco fino como el oxígeno
en las anchas alturas pardas
iba calzando botas de oro,
mientras la llama abría cándidos
ojos en la delicadeza
del mundo lleno de rocío.
Los monos trenzaban un hilo
interminablemente erótico
en las riberas de la aurora,
derribando muros de polen
y espantando el vuelo violeta
de las mariposas de Muzo.
Era la noche de los caimanes,
la noche pura y pululante
de hocicos saliendo del légamo,
y de las ciénagas soñolientas
un ruido opaco de armaduras
volvía al origen terrestre.
El jaguar tocaba las hojas
con su ausencia fosforescente,
el puma corre en el ramaje
como el fuego devorador
mientras arden en él los ojos
alcohólicos de la selva.
Los tejones rascan los pies
del río, husmean el nido
cuya delicia palpitante
atacarán con dientes rojos.

Y en el fondo del agua magna,
como el círculo de la tierra,
está la gigante anaconda
cubierta de barros rituales,
devoradora y religiosa.

1. Μερικά Ζωντανά
Ήταν το λυκόφως της ιγουάνας
απ’ το αψιδωτό λειρί
η γλώσσα της χυνόταν
σαν ακόντιο μες στη βλάστηση
ο μοναστικός μερμηγκοφάγος πατούσε
τη σέλβα με βάδισμα μελωδικό
το γουανάκο, ανάερο σαν οξυγόνο
πήγαινε στα φαιά πλατιά υψώματα
με τις χρυσές του μπότες
ενώ το λάμα άνοιγε τ’ αθώα του μάτια
μπροστά σ’ ένα κόσμο τρισευγενικό
γεμάτον δροσοστάλες
οι μαϊμούδες πλέκαν το νήμα
του ατελεύτητου ερωτισμού
στα ρείθρα της αυγής
ρίχνοντας τοίχους από γύρη
τρομάζοντας του Μούζου
τις πεταλούδες
με τα βιολετιά φτερουγίσματα
ήταν η νύχτα του καϊμάν
νύχτα καθάρια, πνιγμένη στα ρύγχη
που πρόβαλαν μες απ’ τη λάσπη
κι απ’ τα υπναλέα τενάγη
ένας μουντός θόρυβος από πανοπλίες
γυρνούσε στη χθόνια καταγωγή
ο ιαγουάρος άγγιζε τα φύλλα
με τη φωσφορική απουσία του
τρέχει η πούμα μέσα στα κλαδιά
σαν την καταλυτική φωτιά
ενώ μέσα της καίνε της σέλβας
τα μάτια τα αλκοολικά
οι ασβοί γδέρνουν τα πόδια του ποταμού
κι οσμίζονται τη φωλιά
που μέσα και πάνω στη λαχταριστή
λιχουδιά της
θα χυμήξουνε με κόκκινα δόντια
και στο βάθος του μείζονος νερού
ίδιος κύκλος της γης
σκεπασμένος λάσπη λειτουργική
θρησκευτικός και αδηφάγος
κείται ο γίγας ανακόντα.

2. Voy a vivir

Yo no voy a morirme. Salgo
ahora, en este día lleno de volcanes
hacia la multitud, hacia la vida.
Aquí dejo arregladas estas cosas
hoy que los pistoleros se pasean
con la “cultura occidental” en brazos,
con las manos que matan en España
y las horcas que oscilan en Atenas
y la deshonra que gobierna a Chile
y paro de contar.

2. Εγώ θα ζήσω
Εγώ δεν θα πεθάνω τώρα
τούτη τη μέρα τη γεμάτη ηφαίστεια
κινάω για τα πλήθη, τη ζωή
αφήνω ταχτοποιημένα εδώ
τούτα τα πράγματα
σήμερα που οι πιστολάδες σεργιανίζουν
με τη “δυτική κουλτούρα” υπό μάλης
με το χέρια που σκοτώνουν στην Ισπανία
και τις κρεμάλες που αιωρούνται στην Αθήνα
και την ατιμία που κυβερνάει τη Χιλή
και παύω πια να λέω
θα μείνω εδώ
με λέξεις και λαούς
και δρόμους που με προσμένουνε ξανά
και που χτυπούν με χέρια έναστρα
την πόρτα μου.

3. Los Libertadores

Aquì viene el árbol, el árbol
de la tormenta, el árbol del pueblo.
De la tierra suben sus héroes
como las hojas por la savia,
y el viento estrella los follajes
de muchedumbre rumorosa,
hasta que cae la semilla
del pan otra vez a la tierra.

Aquí viene el árbol, el árbol
nutrido por muertos desnudos,
muertos azotados y heridos,
muertos de rostros imposibles,
empalados sobre una lanza,
desmenuzados en la hoguera,
decapitados por el hacha,
descuartizados a caballo,
crucificados en la iglesia.

Aquí viene el árbol, el árbol
cuyas raíces están vivas,
sacó salitre del martirio,
sus raíces comieron sangre
y extrajo lágrimas del suelo:
las elevó por sus ramajes,
las repartió en su arquitectura.
Fueron flores invisibles,
a veces, flores enterradas,
otras veces iluminaron
sus pétalos, como planetas.

Y el hombre recogió en las ramas
las caracolas endurecidas,
las entregó de mano en mano
como magnolias o granadas
y de pronto, abrieron la tierra,
crecieron hasta las estrellas.

Éste es el árbol de los libres.
El árbol tierra, el árbol nube,
el árbol pan, el árbol flecha,
el árbol puño, el árbol fuego.
Lo ahoga el agua tormentosa
de nuestra época nocturna,
pero su mástil balancea
el ruedo de su poderío.

Otras veces, de nuevo caen
las ramas rotas por la cólera
y una ceniza amenazante
cubre su antigua majestad:
así pasó desde otros tiempos,
así salió de la agonía
hasta que una mano secreta,
unos brazos innumerables,
el pueblo, guardó los fragmentos,
escondió troncos invariables,
y sus labios eran las hojas
del inmenso árbol repartido,
diseminado en todas partes,
caminando con sus raíces.
Éste es el árbol, el árbol
del pueblo, de todos los pueblos
de la libertad, de la lucha.

Asómate a su cabellera:
toca sus rayos renovados:
hunde la mano en las usinas
donde su fruto palpitante
propaga su luz cada día.
Levanta esta tierra en tus manos,
participa de este esplendor,
toma tu pan y tu manzana,
tu corazón y tu caballo
y monta guardia en la frontera,
en el límite de sus hojas.

Defiende el fin de sus corolas,
comparte las noches hostiles,
vigila el ciclo de la aurora,
respira la altura estrellada,
sosteniendo el árbol, el árbol
que crece en medio de la tierra.
Aquí me quedo con palabras y pueblos y caminos
que me esperan de nuevo, y que golpean
con manos consteladas en mi puerta.

3. Οι ελευθερωτές

Κι έρχεται το δέντρο
το δέντρο της καταιγίδας, το δέντρο του λαού
απ’ τη γη ανεβαίνουν οι ήρωές του
όπως τα φύλλα απ’ το χυμό
κι ο άνεμος θρίβει τα φυλλώματα
της βουερής ανθρωποθάλασσας
ώσπου πέφτει στη γη ξανά
κι έρχεται το δέντρο, το δέντρο
που τράφηκε με γυμνούς νεκρούς
νεκρούς μαστιγωμένους
και πληγωμένους
νεκρούς με απίθανη όψη
παλουκωμένους σε κοντάρια
κομματιασμένους στην πυρά
αποκεφαλισμένους με τσεκούρια
πετσοκομμένους απ’ τα τέσσερα άλογα
σταυρωμένους μες στην εκκλησιά
κι έρχεται το δέντρο, το δέντρο
που ‘ναι οι ρίζες του ζωντανές
πήρε μαρτυρικά νίτρο
φάγαν οι ρίζες του αίμα
ρούφηξε δάκρυα απ’ το χώμα
τ’ ανέβασε με τα κλαδιά του
τα μοίρασε μες στην αρχιτεκτονική του
γίναν αόρατα λουλούδια
άλλοτε λουλούδια θαμμένα
κι άλλοτε τα πέταλά τους
φωτίσαν σαν πλανήτες
κι ο άνθρωπος μάζεψε απ’ τους κλώνους
τα δεμένα μπουμπουκάκια
χέρι, χέρι τα παράδωσε
σα ρόδια ή μαγνόλιες
και κείνα ευθύς τη γη ανοίξαν
κι έφτασαν ψηλά ως τ ‘αστέρια
αυτό το δέντρο των ελεύτερων
το δέντρο γη, το δέντρο σύννεφο
το δέντρο ψωμί, το δέντρο ακόντιο
το δέντρο γροθιά, το δέντρο φωτιά
το πνίγουν το φουρτουνιασμένα νερά
του νύχτιου καιρού μας
μα στο κατάρτι ζυγιάζεται
της εξουσίας του ο τροχός
άλλοτε πάλι ξαναπέφτουν
τα κλαδιά σπασμένα απ’ την οργή
και μια στάχτη απειλητική
σκεπάζει το αρχαίο μεγαλείο του
έτσι πέρασε μες από άλλους καιρούς
έτσι ξέφυγε το άγχος το θανατερό
ώσπου ένα χέρι μυστικό
κάποια μπράτσα αναρίθμητα
ο λαός, φύλαξε τα κομμάτια
έκρυψε αναλλοίωτους κορμούς
και τα χείλη τους ήταν τα φύλλα
του πελώριου μοιρασμένου δέντρου
που διασπάρθηκε σ’ όλες τις μεριές
που ταξίδεψε μ’ όλες του τις ρίζες
αυτό είναι το δέντρο, το δέντρο
του λαού, όλων των λαών
της λευτεριάς, του αγώνα
έλα ως τη χαίτη του
άγγιξε τις ξανανιωμένες του αχτίδες
βύθισε το χέρι στα εργαστήρια
όπου ο παλλόμενος καρπός του
το φως του διαδίδει καθημερινά
σήκωσε τη γη τούτη στα χέρια σου
μέθεξε σε τούτη τη λαμπρότητα
πάρε το ψωμί σου και το μήλο σου
την καρδιά σου και το άτι σου
και στήσε φρούριο στο σύνορο
στη μεθόριο της φυλλωσιάς του
υπερασπίσου τα χείλη
κάθε στεφάνης του
μοιράσου τις εχθρικές του νύχτες
άγρυπνα για το τόξο της αυγής
στηρίζοντας το δέντρο, το δέντρο
που μεστώνει καταμεσής στη γη.

4. A mi partido

Me has dado la fraternidad hacia el que no conozco.
Me has agregado la fuerza de todos los que viven.
Me has vuelto a dar la patria como en un nacimiento.
Me has dado la libertad que no tiene el solitario.
Me enseñaste a encender la bondad, como el fuego.
Me diste la rectitud que necesita el árbol.
Me enseñaste a ver la unidad y la diferencia de los hombres.
Me mostraste cómo el dolor de un ser ha muerto en la victoria de todos.
Me enseñaste a dormir en las camas duras de mis hermanos.
Me hiciste construir sobre la realidad como sobre una roca.
Me hiciste adversario del malvado y muro del frenético.
Me has hecho ver la claridad del mundo y la posibilidad de la alegría.
Me has hecho indestructible porque contigo no termino en mí mismo.

4. Στο Κόμμα μου
Αδερφοσύνη μου δωσες γι αυτούς που δε γνωρίζω.
Μου πρόστεσες τη δύναμη όλων αυτών που ζούνε.
Μου ‘δωσες την πατρίδα μου σα μια καινούρια γέννα.
Μου δωσες και τη λευτεριά που δεν την έχει ο μόνος.
Την καλοσύνη μου μαθές σαν τη φωτιά ν ανάβω.
Μου δωσες την ευθύτητα που χρειάζεται το δέντρο.
Τη διαφορά κι ενότητα να βλέπω στους ανθρώπους.
Το πως πεθαίνει η πίκρα ενός μες σ’ ολονών τη νίκη.
Και στα σκληρά των αδερφιών κρεβάτια να κοιμάμαι.
Μες την πραγματικότητα να χτίζω σα σε βράχο.
Μ έκανες τοίχο του τρελού κι αντίπαλό του αχρείου.
Τη δυνατότη της χαράς το μεγαλείο του κόσμου.
Μ έκανες ακατάλυτον γιατί μου έχεις μάθει ότι με σένανε μαζί σ εμένα δεν τελειώνω.

5. Lautaro

Lautaro era una flecha delgada.
Elástico y azul fue nuestro padre.
Fue su primera edad sólo silencio.
Su adolescencia fue dominio.
Su juventud fue un viento dirigido.
Se preparó como una larga lanza.
Acostumbró los pies en las cascadas.
Educó la cabeza en las espinas.
Ejecutó las pruebas del guanaco.
Vivió en las madrigueras de la nieve.
Acechó las comidas de las águilas.
Arañó los secretos del peñasco.

Entretuvo los pétalos del fuego.
Se amamantó de primavera fría.
Se quemó en las gargantas infernales.
Fue cazador entre las aves crueles.
Se tiñeron sus manos de victorias.
Leyó las agresiones de la noche.
Sostuvo los derrumbes del azufre.
Se hizo velocidad, luz repentina.
Tomó las lentitudes del otoño.
Trabajó en las guaridas invisibles.
Durmió en las sábanas del ventisquero.
Igualó las conductas de las flechas.

Bebió la sangre agreste en los caminos.
Arrebató el tesoro de las olas.
Se hizo amenaza como un dios sombrío.
Comió en cada cocina de su pueblo.
Aprendió el alfabeto del relámpago.
Olfateó las cenizas esparcidas.
Envolvió el corazón con pieles negras.
Descifró el espiral hilo del humo.
Se construyó de fibras taciturnas.
Se aceitó como el alma de la oliva.
Se hizo cristal de transparencia dura.
Estudió para viento huracanado.
Se combatió hasta apagar la sangre.

Sólo entonces fue digno de su pueblo.

Lautaro. Su nombre original, Leftraru, significa “Caracara veloz” en el idioma Mapuche.

5. Ο λαουτάρο

Ήταν ο Λαουτάρο βέλος λεπτό.
Λυγερός και γαλάζιος ήταν ο πατέρας μας.
Η πρώτη του ηλικία ήτανε σκέτη σιωπή.
Η εφηβεία του ήταν αυτοκυριαρχία.
Η νιότη ήταν οδηγητής άνεμος.
Προετοιμάστηκε σα μακρύ ακόντιο.
Συνήθισε τα πόδια στους καταρράχτες.
Εκπαίδεψε το κεφάλι μες στ’ αγκάθια.
Ασκήθηκε στις δοκιμασίες του γουανάκο.
Έζησε στα φωλιάσματα των πάγων.
Άρπαξε την τροφή των αετών.
Έξυσε της βουνοκορφής τα μυστικά.
Συντήρησε τα πέταλα της φωτιάς.
Βύζαξε κρύαν άνοιξη.
Κάηκε στα λαρύγγια της κόλασης.
Έγινε κυνηγός σ’ άγρια όρνια.
Οι κάπες του βαφτήκανε με νίκες.
Διάβασε της νυχτιάς τις προκλήσεις.
Συγκράτησε τις πτώσεις του θειαφιού.
Έγινε γρηγοράδα, φως ξαφνιαστικό.
Πήρε τους αργούς ρυθμούς του φθινοπώρου.
Δούλεψε στις αθώρητες αϊτοφωλιές.
Κοιμήθηκε στων παγετώνων τα σεντόνια.
Εξομοιώθηκε με του βέλους τη διαγωγή…

Τότε μόνο έγινε άξιος του λαού του.

Το αίμα αγγίζει ένα κοίτασμα χαλαζία.
Θεριεύει το πέτρωμα εκεί που πέφτει η στάλα.
Έτσι γεννιέται από τη γη ο Λαουτάρο.

6. Vienen los pájaros

Todo era vuelo en nuestra tierra.
Como gotas de sangre y plumas
los cardenales desangraban
el amanecer de Anáhuac.
El tucán era una adorable
caja de frutas barnizadas,
el colibrí guardó las chispas
originales del relámpago
y sus minúsculas hogueras
ardían en el aire inmóvil.
Los ilustres loros llenaban
la profundidad del follaje
como lingotes de oro verde
recién salidos de la pasta
de los pantanos sumergidos
y de sus ojos circulares
miraban una argolla amarilla,
vieja como los minerales.
Todas las águilas del cielo
nutrían su estirpe sangrienta
en el azul inhabitado,
y sobre las plumas carnívoras
volaba encima del mundo
el cóndor, rey asesino,
fraile solitario del cielo,
talismán negro de la nieve,
huracán de la cetrería.
La ingeniería del hornero
hacia del barro fragante
pequeños teatros sonoros
donde aparecía cantando.
El atajacaminos iba
dando su grito humedecido
a la orilla de los cenotes.
La torcaza araucana
hacía ásperos nidos matorrales
donde dejaba el real regalo
de sus huevos empavonados.
La Loica del Sur, fragante,
dulce carpintera de otoño,
mostraba su pecho estrellado
de constelación escarlata,
y el austral chingolo elevaba
su flauta recién recogida
de la eternidad del agua.
Más, húmedo como un nenúfar,
el flamenco abría sus puertas
de sonrosada catedral,
y volaba como la aurora,
lejos del bosque bochornoso
donde cuelga la pedrería
del quetzal, que de pronto despierta,
se mueve, resbala y fulgura
y hace volar su brasa virgen.
Vuela una montaña marina
hacia las islas, una luna
de aves que van hacia el Sur,
sobre las islas fermentadas del Perú.
Es un río vivo de sombra,
es un cometa de pequeños
corazones innumerables
que oscurecen el sol del mundo
como un astro de cola espesa
palpitando hacia el archipiélago.
Y en final del iracundo mar,
en la lluvia del océano
surgen las alas del albatros
como dos sistemas de sal
estableciendo en el silencio
entre las rachas torrenciales,
con su espaciosa jerarquía
el orden de las soledades.

6. Έρχονται τα πουλιά

Όλα ήταν πέταγμα στη γη μας.
Σταγόνες αίμα και φτερό
οι καρδερίνες, αφαίμαζαν
τη χαραυγή του Ανάγουακ.
Το τουκάν, αξιολάτρευτο ήταν κουτί
με καλογυαλισμένα φρούτα.
Το κολιμπρί διαιώνιζε τα πρωτεϊκά
σπιθοβολήματα της αστραπής
κι οι μικρές πυρκαγιές του
φουντώναν στον ασάλευτο αγέρα.
Οι λαμπερόχρωμοι παπαγάλοι πλημμύριζαν
τα βάθη των φυλλωμάτων
σα λάμες από πράσινο χρυσάφι
φρεσκοβγαλμένο απ’ τον πολτό
του αποπνιχτικού βάλτου,
και μες από τα μάτια τους τα κυκλικά
ένας κίτρινος κοίταζε κύκλος
παλιός όσο τα ορυχτά.
Όλοι οι αϊτοί τα’ ουρανού
σιτίζαν το ματωμένο σόι τους
στο ακατοίκητο γαλάζιο,
και με τα σαρκοβόρα του φτερά
πέταγε πάνω από τον κόσμο
ο κόντωρ, ο βασιλιάς δολοφόνος,
καλόγερος ερημικός των ουρανών,
του χιονιού μαύρο χαϊμαλί,
λαίλαπα σε γερακιού φωλιά.
Το ορνέρο, με την επιδέξια μηχανική του
έφτιαχνε από λάσπη ευωδιαστή
μικρά εύηχα θέατρα
όπου εμφανιζόταν τραγουδώντας.
Το αταχακαμίνος πέρναγε
μπήζοντας την υγρή κρωξιά του,
στον όχθο της υπόγειας πηγής.
Η αραουκάνικη τρυγόνα έχτιζε
τραχιές φωλιές στους αγριόβατους
κι εκεί απίθωνε το δώρο το βασιλικό
των πιτσιλωτών αυγών της.
Η λόικα του Νότου, μυρωμένη,
γλυκιά φθινοπωρινή ξυλουργός,
καμάρωνε το έναστρο στήθος της
πλουμισμένο με πορφυρούς αστερισμούς,
κι ο ανταρκτικός τσινγκόλο ανασήκωνε
τη φλογέρα του που μόλις περιμάζεψε
απ’ την αιωνιότητα των νερών.
Και το φλαμένκο, υγρό νούφαρο,
άνοιγε τις ρόδινες
καθεδρικές του πύλες,
και φτερούγιζε σαν την αυγή
πέρ’ απ’ το δάσος το πνιχτό,
όπου κρέμονται τα πολύτιμα πετράδια
του κετσάλ, που άξαφνα ξυπνάει,
αναδεύει, ξεγλιστράει και σκάει τη λάμψη του
ταξιδεύοντας στα ύψη την παρθένα του φλόγα.
Φτερουγίζει ένα βουνό πελαγίσιο
κατά τα νησιά, ένα φεγγάρι πουλιά
που οδεύουνε κατά το Νότο,
πάνω στα λιπασματικά νησιά
του Περού.
Είναι ένα ζωντανό ποτάμι από σκιά,
είναι κομήτης απροσμέτρητες
μικρές καρδιές,
που τον ήλιο σκοτεινιάζουν του κόσμου,
ένα αστέρι με ουρά δασιά
που αρμενίζει κατά το αρχιπέλαγος.
Και στο τέρμα του οργισμένου
πελάγου, στη βροχή του ωκεανού
προβάλλουν τα φτερά του άλμπατρος,
δίδυμα συστήματα αλατιού,
και εγκαθιδρύουν στη σιωπή,
σε χειμαρρώδεις μέσα τρικυμίες,
με την αυστηρή ιεραρχία τους
την τάξη των μοναξιών.

7. Sandino

Fue cuando en tierra nuestra
se enterraron
las cruces, se gastaron
inválidas, profesionales.
Llegó el dólar de dientes agresivos
a morder territorio,
en la garganta pastoril de América.
Agarró Panamá con fauces duras,
hundió en la tierra fresca sus colmillos,
chapoteó en barro, whisky, sangre,
y juró un Presidente con levita:
«Sea con nosotros el soborno
de cada día.»
Luego, llegó el acero,
y el canal dividió las residencias,
aquí los amos, allí la servidumbre.
Corrieron hacia Nicaragua.
Bajaron, vestidos de blanco,
tirando dólares y tiros.
Pero allí surgió un capitán
que dijo: «No, aquí no pones
tus concesiones, tu botella.»
Le prometieron un retrato
de Presidente, con guantes,
banda terciada y zapatitos
de charol recién adquiridos.
Sandino se quitó las botas,
se hundió en los trémulos pantanos,
se terció la banda mojada
de la libertad en la selva,
y, tiro a tiro, respondió
a los «civilizadores.»
La furia norteamericana
fue indecible: documentados
embajadores convencieron
al mundo que su amor era
Nicaragua, que alguna vez
el orden debía llegar
a sus entrañas soñolientas.
Sandino colgó a los intrusos.
Los héroes de Wall Street
fueron comidos por la ciénaga,
un relámpago los mataba,
más de un machete los seguía,
una soga los despertaba
como una serpiente en la noche,
y colgando de un árbol eran
acarreados lentamente
por coleópteros azules
enredaderas devorantes.
Sandino estaba en el silencio,
en la Plaza del Pueblo, en todas
partes estaba Sandino,
matando norteamericanos,
ajusticiando invasores.
Y cuando vino la aviación,
la ofensiva de los ejércitos
acorazados, la incisión
de aplastadores poderíos,
Sandino, con sus guerrilleros,
como un espectro de la selva,
era un árbol que se enroscaba
o una tortuga que dormía
o un río que se deslizaba.
Pero árbol, tortuga, corriente
fueron la muerte vengadora,
fueron sistemas de la selva,
mortales síntomas de araña.
(En 1948
un guerrillero
de Grecia, columna de Esparta,
fue la urna de luz atacada
por los mercenarios del dólar.
Desde los montes echó fuego
sobre los pulpos de Chicago,
y como Sandino, el valiente
de Nicaragua, fue llamado
«bandolero de las montañas.»)
Pero cuando fuego, sangre
y dólar no destruyeron
la torre altiva de Sandino,
los guerreros de Wall Street
hicieron la paz, invitaron
a celebrarla al guerrillero,
y un traidor recién alquilado
le disparó su carabina.
Se llama Somoza. Hasta hoy
está reinando en Nicaragua:
los treinta dólares crecieron
y aumentaron en su barriga.
Ésta es la historia de Sandino,
capitán de Nicaragua,
encarnación desgarradora
de nuestra arena traicionada,
dividida y acometida,
martirizada y saqueada.

7. Ο Σαντίνο
Συνέβη τότε που θάφτηκαν
σε δικά μας χώματα που ρήμαξαν,
ανάπηροι, επαγγελματικοί, οι σταυροί.
Έφτασε το δολλάριο με δόντια επιθετικά
να δαγκάσει γη,
στον ποιμενικό λαιμό της Αμερικής.
Άρπαξε τον Παναμά μ’ άγρια σαγόνια,
έμπηξε στην αφράτη γη τα καπρόδοντά του,
ανατάραξε στο βόρβορο ουίσκυ κι αίμα
κι όρκισε έναν Πρόεδρο με ρεντικότα:
“Έσεται μεθ’ ημών η δωροδοκία
η επιούσιος.”
Ύστερα ήρθε ο χάλυβας,
και το κανάλι διαίρεσε τις κατοικίες:
από δω οι αφέντες, από κει οι υπηρέτες.
Τρέξανε κατά τη Νικαράγουα.
Κατέβηκαν ντυμένοι στ’ άσπρα,
ρίχνοντας δολλάρια και πιστολιές.
Εκεί όμως σηκώθηκε ένας καπετάνιος
που είπε: “Όχι, δε θα φέρεις
εδώ τις λιτανείες σου και τις μποτίλιες σου.”
Του υποσχέθηκαν ένα πορτραίτο
Προέδρου με γάντια,
με ταινία στο στήθος και γόβες
από ολοκαίνουριο λουστρίνι.
Ο Σαντίνο πέταξε τις μπότες του,
βουτήχτηκε στους πηχτούς βάλτους,
τυλίχτηκε γύρω του τη νοτισμένη ταινία
της λευτεριάς μέσα στη σέλβα,
και σφαίρα τη σφαίρα αποκρίθηκε
στους “εκπολιτιστές”.
Η βορειοαμερικάνικη λύσσα
στάθηκε ανείπωτη: κατατοπισμένοι
πρεσβευτές έπεισαν
τον κοσμάκη πως η Νικαράγουα ήταν
η αγάπη τους, πως κάποτε
έπρεπε να μπει στα νυσταλέα
σπλάχνα της ο νόμος και η τάξη.
Ο Σαντίνο κρέμασε τους παρείσαχτους…

8. Neruda requiem æternam

Lacrimae para los vivientes
América esclavizada
esclavos de todos los pueblos
lacrimosa
tú fuiste él último sol
ahora dominan los duendes
la tierra
está huérfana

8. Neruda Requiem Aeternam Το Αιώνιο Ρέκβιεμ Του Νερουδα (Μίκη Θεοδωράκη)
Λάκρυμα για τους ζωντανούς
Αμέρικα σκλάβα
Σκλάβοι όλοι οι λαοί
Λακρυμόζα
Ήσουν ο στερνός ήλιος
Τώρα κυβερνούν νάνοι
Ορφάνεψε η γη.

9. La United Fruits Co.

Cuando sonó la trompeta, estuvo
todo preparado en la tierra,
y Jehova repartió el mundo
a Coca-Cola Inc., Anaconda,
Ford Motors, y otras entidades:
la Compañía Frutera Inc.
se reservó lo más jugoso,
la costa central de mi tierra,
la dulce cintura de América.

Bautizó de nuevo sus tierras
como “Repúblicas Bananas,”
y sobre los muertos dormidos,
sobre los héroes inquietos
que conquistaron la grandeza,
la libertad y las banderas,
estableció la ópera bufa:
enajenó los albedríos
regaló coronas de César,
desenvainó la envidia, atrajo
la dictadora de las moscas,
moscas Trujillos, moscas Tachos,
moscas Carías, moscas Martínez,
moscas Ubico, moscas húmedas
de sangre humilde y mermelada,
moscas borrachas que zumban
sobre las tumbas populares,
moscas de circo, sabias moscas
entendidas en tiranía.

Entre las moscas sanguinarias
la Frutera desembarca,
arrasando el café y las frutas,
en sus barcos que deslizaron
como bandejas el tesoro
de nuestras tierras sumergidas.

Mientras tanto, por los abismos
azucarados de los puertos,
caían indios sepultados
en el vapor de la mañana:
un cuerpo rueda, una cosa
sin nombre, un número caído,
un racimo de fruta muerta
derramada en el pudridero.

9. Η United Fruit Co.
Όταν ήχησαν οι σάλπιγγες, όλα
είχαν ετοιμαστεί πάνω στη γη,
κι ο Ιεχωβά μοίρασε τον κόσμο
σε Coca Cola Inc., Ανακόντα,
Ford Motors και σε άλλες μονάδες.
Η Εταιρία Φρούτων Ιnc.
κράτησε γι αυτήν το πιο ζουμερό:
το κεντρικό παράλιο της γης μου,
τη γλυκιά μέση της Αμερικής.

Της ξαναβάφτισε τα χώματά της,
“Δημοκρατίες της Μπανάνας”,
και πάνω στους ξεχασμένους νεκρούς,
πάνω στους ταραγμένους ήρωες
που καταχτήσανε το μεγαλείο,
τη λευτεριά και τις σημαίες,
ίδρυσε την “Όπερα Μπούφα” της:
αλλοτρίωσε τις λεύτερες θελήσεις,
πρόσφερε καισαρικά στέμματα,
εξαπόλυσε τον φθόνο, κουβάλησε
τη διχτατορία “της Μύγας”,
μύγα Τρουχίγιο, μύγα Τάτσος,
μύγα Καρρίας, μύγα Μαρτίνες,
μύγα Ουβίκο, μύγες ποτισμένες
με αίμα ταπεινό και μαρμελάδα,
μύγες μπεκρούδες που βουίζουνε,
πάνω στα ομαδικά λαϊκά νεκροταφεία,
μύγες τσίρκου, σοφές μύγες
ειδικευμένες στην τυραννία.
Μέσα στις αιμόχαρες μύγες
ξεμπαρκάρει η “Φρούτων”,
ξεχειλίζοντας με καφέ και φρούτα
τα καράβια της που ξεγλιστράνε
σα νταβάδες με θησαυρούς
απ’ τα στραγγαλισμένα μας χώματα.
Και την ίδια ώρα, απ’ τις ζαχαρωτές
αβύσσους των λιμανιών,
οι ίνδιοι γκρεμίζονταν και θάβονταν
μέσα στην πάχνη του πρωινού:
κυλάει ένα κορμί, ένα πράμα
χωρίς όνομα, ένα νούμερο πεσμένο,
ένα κλαδί νεκρή οπώρα,
λιωμένη στα σαπιστήρια.

10. Vegetaciones

A las tierras sin nombres y sin números
bajaba el viento desde otros dominios,
traía la lluvia hilos celestes,
y el dios de los altares impregnados
devolvía las flores y las vidas.

En la fertilidad crecía el tiempo.

El jacarandá elevaba espuma
hecha de resplandores transmarinos,
la araucaria de lanzas erizadas
era la magnitud contra la nieve,
el primordial árbol caoba
desde su copa destilaba sangre,
y al Sur de los alerces,
el árbol trueno, el árbol rojo,
el árbol de la espina, el árbol madre,
el ceibo bermellón, el árbol caucho,
eran volumen terrenal, sonido,
eran territoriales existencias.

Un nuevo aroma propagado
llenaba, por los intersticios
de la tierra, las respiraciones
convertidas en humo y fragancia:
el tabaco silvestre alzaba
su rosal de aire imaginario.
Como una lanza terminada en fuego
apareció el maíz, y su estatura
se desgranó y nació de nuevo,
diseminó su harina, tuvo
muertos bajo sus raíces,
y luego, en su cuna, miró
crecer los dioses vegetales.
Arruga y extensión, diseminaba
la semilla del viento
sobre las plumas de la cordillera,
espesa luz de germen y pezones,
aurora ciega amamantada
por los ungüentos terrenales
de la implacable latitud lluviosa,
de las cerradas noches manantiales,
de las cisternas matutinas.
Y aun en las llanuras
como láminas del planeta ,
bajo un fresco pueblo de estrellas,
rey de la hierba, el ombú detenía
el aire libre, el vuelo rumoroso
y montaba la pampa sujetándola
con su ramal de riendas y raíces.

América arboleda,
zarza salvaje entre los mares,
de polo a polo balanceabas,
tesoro verde, tu espesura.

Germinaba la noche
en ciudades de cáscaras sagradas,
en sonoras maderas,
extensas hojas que cubrían
la piedra germinal, los nacimientos.
Útero verde, americana
sabana seminal, bodega espesa,
una rama nació como una isla,
una hoja fue forma de la espada,
una flor fue relámpago y medusa,
un racimo redondeó su resumen,
una raíz descendió a las tinieblas.

10. Βλαστησεις

Στα χώματα, που δεν είχαν όνομα κι ούτε αριθμό
κατέβαινε ο άνεμος από κυριαρχίες άλλες.
Έφερνε η βροχή κλωστές ουράνιες,
και των κυοφορούντων βωμών ο υγρός θεός
ξανάδινε τα λουλούδια και τις ζωές.
Μέσα στη γονιμότητα αυγάταινε ο καιρός.
Το χακαραντά έσκαγε αφρό από
φωτοβολήματα γαλάζια,
η αραουκάρια με τις εχθρικές της λόγχες
ήτανε η μεγαλοπρέπεια αντίκρυ στο χιόνι,
το αρχέγονο δέντρο καόβα
διύλιζε στην κορφή του αίμα,
κι εκεί στο Νότο των αλέρσε
το δέντρο-κεραυνός, το κόκκινο δέντρο,
το δέντρο-αγκάθι και το δέντρο-μάνα,
το πορφυρό σέιβο, το δέντρο κάουτσο,
ήτανε χθόνιοι όγκοι, ήτανε ήχος,
υπάρξεις ήταν του χώρου τούτου.
Ένα διάχυτο καινούργιο άρωμα
πλημμύριζε, απ’ τις ρωγμές
της γης, ανάσες
που άλλαζαν σε μύρο και καπνό:
ο χλωρός άγριος ταμπάκος ύψωνε
τους αέρινους φανταστικούς ροδώνες του…

11. Amor América

Antes de la peluca y la casaca
fueron los ríos, ríos arteriales,
fueron las cordilleras, en cuya onda raida
el cóndor o la nieve parecían inmóviles:
fue la humedad y la espesura, el trueno
sin nombre todavía, las pampas planetarias.

El hombre tierra fue, vasija, párpado
del barro trémulo, forma de la arcilla,
fue cantaro caribe, piedra chibcha,
copa imperial o silice araucana.
Tierno y sangriento fue, pero en la empunadura
de su arma de cristal humedecido,
las iniciales de la tierra estaban escritas.

Nadie pudo
recordarlas después: el viento
las olvidó, el idioma del agua
fue enterrado, las claves se perdieron
o se inundaron de silencio o sangre.

No se perdió la vida, hermanos pastorales.
Pero como una rosa salvaje
cayo una gota roja en la espesura
y se apagó una lámpara de tierra.

Yo estoy aquí para contar la historia.
Desde la paz del búfalo
hasta las azotadas arenas
de la tierra final, en las espumas
acumuladas de la luz antártica,
y por las madrigueras despenadas
de la sombría paz venezolana,
te busque, padre mío,
joven guerrero de tiniebla y cobre
o tú, planta nupcial, cabellera indomable,
madre caimán, metálica paloma.

Yo, incásico del legamo,
toqué la piedra y dije:
¿Quién me espera? Y aprete la mano
sobre un punado de cristal vacío.
Pero anduve entre flores zapotecas
y dulce era la luz como un venado,
y era la sombra como un párpado verde.

Tierra mía sin nombre, sin América,
estambre equinoccial, lanza de púrpura,
tu aroma me trepó por las raíces
hasta la copa que bebía, hasta la más delgada
palabra aún no nacida de mi boca.

11. Amor América – Αμορ Αμερικα

Πριν από την περούκα και την καζάκα
ήταν τα ποτάμια, ποτάμια αρτηριακά,
ήταν οι οροσειρές που πάνω στο φαγωμένο κύμα τους
ο κόντωρ και το χιόνι μοιάζαν ασάλευτα,
ήταν η υγράδα και η λόχμη, ο κεραυνός,
δίχως όνομα ακόμη, οι πάμπες οι πλανητικές.
Ο άνθρωπος γη ήτανε, στάμνα, βλέφαρο
τρεμουλιαστού πηλού, μορφή του άργιλου,
ήταν κανάτι καρίβε, πέτρα τσίμπτσα
κούπα ιμπεριάλ ή πυρίτης αραουκάνικος.
Τρυφερός και ματωμένος ήταν, αλλά στου όπλου του
τη λαβή από υγρό κρύσταλλο
τ’ αρχικά της γης ήταν
γραμμένα.
Κανείς δεν μπόρεσε
ύστερα να τα θυμηθεί: ο άνεμος
τα λησμόνησε, η γλώσσα του νερού
θάφτηκε, οι κώδικες χάθηκαν
ή πνιγήκανε στο αίμα ή στη σιωπή.
Η ζωή δε χάθηκε, βοσκαδέρφια.
Μα σαν άγριο τριαντάφυλλο
έπεσε μια πορφυρή σταλαγματιά στη λόχμη,
και σβήστηκε ένα φωτιστικό της γης.
Εγώ είμαι εδώ για να πω την ιστορία.
Απ’ την ειρήνη του βουβαλιού
ως τις μαστιγωμένες αμμουδιές της τελικής γης
ως εκεί που στοιβάχτηκαν
όλοι οι αφροί, στο φως το ανταρκτικό,
και στις σπηλιές των γκρεμνών
της ζοφερής βενεζολάνικης ειρήνης
σ΄ αναζήτησα, πατέρα μου,
νεαρέ πολεμιστή από χαλκό και καταχνιά,
κι εσένα, γαμήλιο φυτό, αδάμαστη χαίτη,
μάνα του κροκόδειλου, μεταλλική περιστέρα.
Εγώ, Ινκαϊκός του κόκκινου άργιλου
άγγιξα την πέτρα και είπα:
Ποιος
με περιμένει; Κι έσφιξα το χέρι μου
πάνω σε μια χουφτιά κούφιο κρύσταλλο.
Μα πήγα μες απ’ τα λουλούδια του σαπότε
κι ήταν το φως γλυκό σαν ελαφάκι,
κι ήταν ίδιο πράσινο βλέφαρο η σκιά.
Γη μου χωρίς όνομα, χωρίς Αμερική,
στημόνι ισημερινό, δόρυ άλικο,
το άρωμά σου σκαρφάλωσε πάνω μου απ’ τις ρίζες
ως το ποτήρι που ’πινα , ως την παραμικρή
λέξη, αγέννητη ακόμα, στο στόμα μου.

12. Emiliano Zapata

Cuando arreciaron los dolores
en la tierra, y los espinares desolados
fueron la herencia de los campesinos,
y como antaño, las rapaces
barbas ceremoniales, y los látigos,
entonces, flor y fuego galopado.

«Borrachita me voy
hacia la capital…»

se encabritó en el alba transitoria
la tierra sacudida de cuchillos,
el peón de sus amargas madrigueras
cayó como un elote desgranado
sobre la soledad vertiginosa.

«a perdirle al patrón
que me mandó llamar»

Zapata entonces fue tierra y aurora.
la multitud de su semilla armada.
En un ataque de aguas y fronteras
el férreo manantial de Coahuila,
las estelares piedras de Sonora:
todo vino a su paso adelantado,
a su agraria tormenta de herraduras.

«que si se va del rancho
muy pronto volverá»

Reparte el pan, la tierra:
te acompaño.
Yo renuncio a mis párpados celestes.
Yo, Zapata, e voy con el rocio
de las caballerias matutinas,
en un disparo desde los nopales
hasta las casas de pared rosada.

«… cintitas pa tu pelo
no llores por tu Pancho…»

La luna duerme sobre las monturas.
La muerte amontonada y repartida
yace con los soldados de Zapata
El sueño esconde bajo los baluartes
de la pesada noche su destino,
su incubadora sábana sombria.
La hoguera agrupa el aire desvelado:
grasa, sudor y pólvora nocturna.

«…Borrachita me voy
para olvidarte…»

Pedimos patria para el humillado.
Tu cuchillo divide el patrimonio
y tiros y corceles amedrentan
los castigos, la barba del verdugo.
La tierra se reparte con un rifle.
No esperes, campesino polvoriento,
después de tu sudor la luz completa
y el cielo parcelado en tus rodillas.
Levántate y galopa con Zapata.

«…Yo la quise traer
dijo que no…»

México, huraña agricultura, amada
tierra entre los oscuros repartida:
de las espadas del maiz salieron
al sol tus centuriones sudorosos.
De la nieve del Sur vengo a cantarte
y Ilenarme de pólvora y arados.

«…Que si habrá de Ilorar
pa’ qué volver…»

12. Emiliano Zapata – Στον Εμιλιανο Ζαπατα

Σαν πληθύναν οι συφορές
πάνω στη γη κι οι ερημικές ξεραγκαθιές
απόμειναν της αγροτιάς μοναδική κληρονομιά
κι απαράλλαχτα σαν πρώτα οι αρπαχτικές
μεγαλόπρεπες γενειάδες, και τα μαστίγια,
τότε, ανθός και φωτιά μανιάσανε…
Μπεκρούλα, φεύγω
στην πρωτεύουσα πάω…
Τότε ο Ζαπάτα έγινε γη και αυγή.
Ξεφύτρωσε σ’ ολόκληρο τον ορίζοντα
το πλήθος της αρματωμένης σποράς του.
Σε μιαν επίθεση σε νερά και σύνορα
Η σιδεροπηγή της Κοαγουίλα
Και τ’ αστρικά λιθάρια της Σονόρα,
όλα σμίξανε στο βήμα του το πρωτοπόρο,
στον καμπίσιο από αλογοπέταλα καταρράχτη του.

…πως απ’ το ράντσο αν φύγει
γρήγορα θα ‘ρθει πίσω…
…κορδελίτσες για τα μαλλάκια σου
μην κλαις τον Πάντσο σου…
…Μπεκρούλα, φεύγω
για να σε ξεχάσω…
Ζητάμε πατρίδα για τον ταπεινωμένο.
Το μαχαίρι σου διαιρεί την πατρική κληρονομιά
και οι ντουφεκιές και τα άτια κάνουνε
τα βασανιστήρια και τα γένια του μπόγια να τρέμουν.
Η γη μοιράζεται με το δίκανο.
Αγρότη που σε τρώει το χώμα μην περιμένεις
απ’ τον ιδρώτα σου το άπλερο φως,
ούτε το στρέμμα τ’ ουρανού σου να στο φέρουνε
μπρος στα πόδια σου.
Πετάξου απάνω και κάλπασε με τον Ζαπάτα.
Μεξικό, παράξενη γεωργία, αγαπημένο
χώμα, μοιρασμένο στους μελαμψούς:
απ’ τις λόγχες του καλαμποκιού ξεπετάχτηκαν
στον ήλιο οι ιδρωμένοι κένταυροί σου.
Απ’ το χιόνι του Νότου έρχομαι να σε τραγουδήσω.
Άσε με να καλπάσω μες στη μοίρα σου,
να πνιγώ στο μπαρούτι και στ’ αλέτρια.

…Κι αν είναι να κλαις
γιατί να ξαναρθείς…

13. América insurrecta

Nuestra tierra, ancha tierra, soledades,
se pobló de rumores, brazos, bocas.
Una callada sílaba iba ardiendo,
congregando la rosa clandestina,
hasta que las praderas trepidaron
cubiertas de metales y galopes.

Fue dura la verdad como un arado.

Rompió la tierra, estableció el deseo,
hundió sus propagandas germinales
y nació en la secreta primavera.
Fue callada su flor, fue rechazada
su reunión de luz, fue combatida
la levadura colectiva, el beso
de las banderas escondidas,
pero surgió rompiendo las paredes,
apartando las cárceles del suelo.
El pueblo oscuro fue su copa,
recibió la substancia rechazada,
la propagó en los límites marítimos,
la machacó en morteros indomables.
Y salió con las páginas golpeadas
y con la primavera en el camino.
Hora de ayer, hora de mediodía,
hora de hoy otra vez, hora esperada
entre el minuto muerto y el que nace,
en la erizada edad de la mentira.

Patria, naciste de los leñadores,
de hijos sin bautizar, de carpinteros,
de los que dieron como un ave extraña
una gota de sangre voladora,
y hoy nacerás de nuevo duramente
desde donde el traidor y el carcelero
te creen para siempre sumergida.

Hoy nacerás del pueblo como entonces.

Hoy saldrás del carbón y del rocío.
Hoy llegarás a sacudir las puertas
con manos maltratadas,con pedazos
de alma sobreviviente, con racimos
de miradas que no extinguió la muerte,
con herramientas hurañas
armadas bajo los harapos.

13. Ξεσηκωμένη Αμερική

Η γη μας, γη πλατιά, ερημιές,
πλημμύρισε βουητό, μπράτσα, στόματα.
Μια βουβαμένη συλλαβή άναβε λίγο λίγο
συγκρατώντας το παράνομο ρόδο,
ωσότου οι πεδιάδες δονήθηκαν
όλο σίδερο και καλπασμό.
Σκληρή η αλήθεια σαν αλέτρι.
Έσκισε τη γη, θεμέλιωσε τον πόθο,
έπνιξε τις φύτρες της προπαγάνδας τους
και λευτερώθηκε μέσα στη μυστική άνοιξη.
Είχε βουβαθεί το λουλούδι της, είχε κυνηγηθεί
το συναγμένο φως της, είχε χτυπηθεί
το μαζικό της προζύμι, των κρυμμένων
λάβαρων το φιλί,
αυτή όμως ξεπετάχτηκε σκίζοντας τοίχους
αποσπώντας τις φυλακές απ’ τη γη.
Κούπα της έγινε ο σκούρος λαός.
Παράλαβε το εξοστρακισμένο υλικό
το διάδωσε στης θάλασσας τα πέρατα,
το κοπάνισε σ’ αδάμαστα γουδιά
και βγήκε, με χτυπημένες σελίδες
και με την άνοιξη στο δρόμο.
Ώρα χτεσινή, ώρα μεσημεριού,
ώρα σημερινή ξανά, ώρα καρτερεμένη
ανάμεσα στο λεφτό που πέθανε και σ’ αυτό που γεννιέται,
στην αγκαθιασμένη εποχή της ψευτιάς.
Πατρίδα, έχεις γεννηθεί από ξυλοκόπους,
από τέκνα αβάφτιστα, από μαραγκούς,
από κείνους που δώσαν σαν παράξενο πουλί
μια σταγόνα αίμα πετούμενο
και σήμερα θα γεννηθείς και πάλι σκληρή,
μες από κει που ο προδότης και ο δεσμοφύλακας
σε πιστεύανε παντοτινά θαμμένη.
Σήμερα, όπως και τότε, θα γεννηθείς απ’ το λαό.
Σήμερα θα βγεις μες απ’ το κάρβουνο και τη δρόσι.
Σήμερα θα καταφέρεις να τραντάξεις τις πόρτες
με χέρια κακοπαθιασμένα, με κομμάτια
ψυχής που περισώθηκε, με δέσμες
από βλέμματα που ο θάνατος δεν έσβησε:
εργαλεία φοβερά
κάτω απ’ τα κουρέλια, έτοιμα για τη μάχη.

ΠΕΡΙΟΔΟΣ Ε: 1974 - 1986

Ποίηση: Νίκου Καζαντζάκη
ΣΤΑΥΡΟΣ ΠΑΕΙ ΝΑ ΠΕΙ
ΜΙΑ ΧΑΡΤΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ
ΑΦΕΝΤΡΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ
ΟΛΑ ΠΙΑ ΜΟΥ ΓΝΕΦΟΥΝ
ΚΥΡΙΕ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ
ΘΕΕ ΘΑΛΑΣΣΟΚΡΑΤΟΡΑ
ΕΝΑ ΑΗΔΟΝΙ ΚΕΛΑΗΔΑΕΙ
Σύνθεση: 1975, Αθήνα.
Πρώτη εκτέλεση: 1975, Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, Πέτρος Πανδής και Άννα Μακράκη

1.
Σταυρός. Πάει να πει.
Αγώνας, μαρτύριο, σκαλοπάτι ν ανέβεις στον ουρανό.
Πάει να πει καραβέλα
που μας πηγαίνει από τον παλιό,
χιλιοπατημένο κόσμο, στον παρθένο.
2.
Μια χάρτα είναι το μυαλό μου. χαραγμένη
από το μέγα Χαρτογράφο, το Θεό’ κι απάνω της είναι σημαδεμένα αλάθευτά τα πάντα.
Οι άγνωρες στεριές,
οι άνεμοι πότε και κατά που φυσούν,
τα ρέματα, οι μέρες, οι νύχτες, τα μίλια.
Και μια κόκκινη γραμμή
που σκίζει τον Ωκεανό,
η γραμμή μου.
Θα βάλω κατά πάνω της την πλώρη, κι αν δε βρω τη στεριά που ανέβηκε μέσα στην καρδιά μου.
Θα κράξω το Θεό και θα του καταγγείλω πως λείπει –
κι Αυτός θα βουτήξει το χέρι του στα κύματα και θα την ανεβάσει.
3.
Αφέντρα της Θάλασσας,
Κυρά μου. με κοιτάς με πόνο.
σαλεύουν τα χείλια σου,
νιώθω πως μιλάς, αποκρίνεσαι
σε ό,τι η καρδιά μου κρυφά σε ρωτάει.
Μα δεν ακούω. Αχ, πότε πια να τελέψω.
απάνω στη γης ετούτη και στη θάλασσα,
το χρέος μου,
Να γδυθώ το κορμί μου,
Να διαβώ το στενό ρέμα που μας χωρίζει,
και που οι φοβιτσιάρηδες οι άνθρωποι
το λένε θάνατο,
και να ρθω να καθίσω στα πόδια σου, Κυρά μου, να μου μιλάς και να σ ακούω! να μη μονολογώ στον κόσμο ετούτον. να μη γυρίζω στις έρημες θάλασσες να φωνάζω, μα ν ακούσω κι εγώ μια φωνή να μου αποκρίνεται!
4.
Όλα πια μου γνέφουν και μου φωνάζουν, «Έφτασε η ώρα».
Αν χτυπήσω μια πόρτα, στέκεσαι πίσω από το κατώφλι.
Κύριε, και μου χαμογελάς· μπαίνω μέσα και βρίσκω τον άνθρωπο που ζητούσα.
Αν κατέβω σ’ ένα λιμάνι, βλέπω αραγμένο το καράβι που θα με πάρει
και στην πρύμνα, με χρυσά γράμματα τ όνομα που του χα δώσει στ όνειρο μου.
Αν απλώσω το χέρι, ο κόσμος, σα χρυσό μήλο,
έρχεται και καθίζει στην απαλάμη μου…

5.
Κύριέ των Δυνάμεων. Πεισματάρη,
Ακατάλυτε, όλο πληγές πολεμιστή.
Αρχηγέ μου!
Καινούρια μέρα ξημερώνει,
καινούρια μάχη.
Άκουσε με κι ύστερα δώσ μου
τις προσταγές σου για τον σημερινό αγώνα!
Νικήσαμε στον πόλεμο. Αρχηγέ.
Κατάφτασε γυμνή, πεινασμένη,
μαυροφορεμένη χήρα, η Ειρήνη.
Βοήθα, Χριστέ μου,
Να νικήσουμε και στην Ειρήνη!
Για να χτίσουμε, να ντύσουμε,
Να ταΐσουμε το λαό.
6.
Θεέ θαλασσοκράτορα,
τρισκότεινο αρμυρό κατάρτι της ελπίδας
έξω από την κορβέτα μου μάνιασε ο ωκεανός,
είδε πως θα του πάρω τα νησιά
και θέλει να με πνίξει·
μέσα στο καράβι μου οσμίζομαι
το φόβο, την προδοσία, την ατιμία!
Με παράτησες. Θεέ μου, στη μέση του Ωκεανού,
μα εγώ δε σε παρατώ: Κι όπου πας,
θα πάω κι εγώ μαζί σου!
7.
Αηδόνι! ‘Ένα αηδόνι κελαηδάει στον αγέρα!
Που ναι; Που; Ακούω, μα δε βλέπω τίποτα …
Κελάηδημα αηδονιού χωρίς αηδόνι δε γίνεται !
Άπιαστες, χοντρές όλο σάρκα ψυχές!
Πρώτα γεννιέται, μάθετέ το,
το τραγούδι του αηδονιού, κι ύστερά το αηδόνι!
Τώρα, τώρα θα το δείτε!
Να το! να το! Γαντζωμένο στ άρμενα!
Ένα αηδόνι! Ένα αηδόνι!
Το θάμα! το θάμα! Μνήσθητί μου, Κύριε!

Ποίηση: Νίκου Καζαντζάκη
ΑΧ ΣΤΗ ΓΗΣ ΝΑ ΠΙΑΣΤΩ
ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΟΡΤΕΣ
Ο ΜΕΓΑΛΟΣ Ο ΝΟΥΣ ΣΟΥ
ΚΥΒΕΡΝΗΤΗ ΜΑΣ
Ο ΗΛΙΟΣ ΕΒΑΣΙΛΕΨΕ
Σύνθεση: 1976, Αθήνα.
Πρώτη εκτέλεση: 5.11.1970, Εθνικό θέατρο Αθηνών. Σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού Νίκος Τζόγιας, Αλέκα Κατσέλη. Λυκ. Καλλέργης, κ.α. Μουσική διδασκαλία Έλλης Νικολαΐδη. Σκηνικά Παύλου Μαντούδη.

ΑΧ ΣΤΗ ΓΗΣ ΝΑ ΠΙΑΣΤΩ
’Αχ στη γης να πιαστώ να ριζώσω
σαν αντίδωρο παίρνω το χέρι σου
και φιλώ τη φούχτα το χώμα.
Μπάρμπα Γιάννη που συ μου χαρίζεις
σ’ εν’ αλώνι κι εγώ νοικοκύρισσα
να κοιτάζω τα βόδια
στα στάχυα πατούν χορευτά
κι ο καλός να κρατάει
να χτυπάει τη βουκέντρα
να βυζαίνω το γιο στην αγκάλη
και θωρώντας το στάρι να λέω
όλο αυτό είν’ δικό μας θα γίνει
σα Χριστός αίμα εντός μας και σάρκα.

ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΟΡΤΕΣ
Οι μεγάλες πόρτες ανοίξανε
κι αναμμένες λαμπάδες φωτίσανε τις
μυρτιές
τις σημαίες τις κολόνες.
’Αχ, χλωμός λυπημένος αμίλητος
στα κατώφλι ο αφέντης ξεπρόβαλε
και τα χείλια απ’ τον πόνο δαγκάνει.

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ Ο ΝΟΥΣ ΣΟΥ
Ο μεγάλος ο νους σου πατέρα μου
σαν τον ήλιο ανατέλλει στα χωράφια
και ζεσταίνει γλυκά γλυκά την καρδιά
μου.
Κάθε μέρα σηκώνω τα μάτια
της Ελλάδας κοιτάζω τα κύματα
να γελούν και να παίζουν βαθιά μου.
Μα ένα πόνος θερίζει το σπλάχνο μου
την αγάπη, πατέρα, λαχτάρησα
να φιλιώσει τα δόλια παιδιά μου.

ΚΥΒΕΡΝΗΤΗ ΜΑΣ
Κυβερνήτη μας δάφνες σου στρώσαμε
να πατήσεις το πόδι σου.
Παναγιά μου και κόβε απ’ τις μέρες μας
και να γίνουν απ’ το σπλάχνο του χρόνια.
Την Ελλάδα μας συ στεφανώθηκες
με τα στήθια τ’ απάρθενα κι όλοι εμείς
τα παιδιά σου, τ’ αγγόνια.
Κάθε μέρα καντήλι σ’ ανάβουμε
σκότωσέ τους και φέρε μας τη χαρά
τη φευγάτη ελαφίνα.
Αη μου Γιάννη ακριβέ μεγαλοχάρε
τρεις κυράδες σαν ήρθες σε δέχτηκαν
ξεμαλλιάρες ξεδιάντροπες
περπατώντας γυμνές στα μουράγια μας
η Πανούκλα η Διχόνοια και η Πείνα.

Ο ΗΛΙΟΣ ΕΒΑΣΙΛΕΨΕ
Ο ήλιος εβασίλεψε, Έλληνα μου
Βασίλεψε και το φεγγάρι εχάθη.

Ποίηση: Γιάννη Ρίτσου
Σύνθεση: 1978. Αθήνα.
Ηχογράφηση: 1979, Μαρία Φαραντούρη, Γιάννης Θωμόπου¬λος, Χορωδία Τερψιχόρης Παπαστεφάνου, Απαγγελία Γιάννης Ρίτσος, ΜΙΝOS.

1. ΤΟΥΤΗ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ
Γιάννης Θωμόπουλος & Χορωδία

2. Ο ΗΛΙΟΣ ΕΒΑΣΙΛΕΨΕ
Χορωδία Τερψιχόρης Παπαστεφάνου

Ο ήλιος εβασίλεψε Έλληνά μου,
βασίλεψε και το φεγγάρι εχάθη,
κι ο καθαρός Αυγερινός
που πάει κοντά την Πούλια,
τα τέσσερα κουβέντιαζαν
και κρυφοκουβεντιάζουν.

Γυρίζει ο ήλιος και τους λέει,
γυρίζει και τους κραίνει:
“Εψές όπου βασίλεψα
πίσου από μια ραχούλα,
άκ’σα γυναίκεια κλάματα
κι αντρών τα μοιριολόγια,

Γι’ αυτά τα ‘ρωικά κορμιά
στον κάμπο ξαπλωμένα
και μες στο αίμα το πολύ
είν’ όλα βουτημένα.
Για την Πατρίδα πήγανε
στον Άδη τα καημένα”

3. ΕΤΣΙ ΜΙΚΡΟ ΗΤΑΝ Τ’ ΟΝΕΙΡΟ ΜΑΣ
Μαρία Φαραντούρη
& Χορωδία Τερψιχόρης Παπαστεφάνου

Έτσι μικρό ήταν τ’ όνειρό μας.
Μα τούτο τ’ όνειρο ήταν τ’ όνειρο
όλων των πεινασμένων
και των αδικημένων.

Κι οι πεινασμένοι ήταν πολλοί
κι οι αδικημένοι ήταν πολλοί
και τ’ όνειρο μεγάλωνε σιγά-σιγά.

Μεγάλωνε πάντοτε
το ίδιο στρογγυλό σαν το ψωμί
και το ίδιο στρογγυλό και σαν τον ήλιο
και το ίδιο στρογγυλό και σαν τη γη
και το ίδιο στρογγυλό σαν τον ορίζοντα.

Ετούτο τ’ όνειρο των πεινασμένων,
τ’ όνειρο των αδικημένων
όλου του κόσμου.

4. ΟΙ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΕΡΗΜΕΣ
Απαγγέλει ο Γιάννης Ρίτσος

5. ΗΤΑΝ ΠΙΚΡΕΣ ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ
Μαρία Φαραντούρη
& Χορωδία Τερψιχόρης Παπαστεφάνου

Ήταν πικρές οι μέρες μας πολύ πικρές.
Ο ίσκιος ενός κυπαρισσιού μετρούσε
μέτρο το μέτρο όλον τον κόσμο.

Καθένας κουβαλούσε στον ώμο του
κι από ‘να πεθαμένο.
Κάθε στιγμή
κουβαλούσαμε το θάνατό μας
στον ώμο μας.

Όλο κι όλο τ’ όνειρό μας
ήταν μικρό και στρογγυλό
σαν ένα ψωμί, ήσυχο και λυπημένο
σαν μια σταγόνα λάδι, νηστικό.

Σαν πρώτη λέξη
που αλλάζουν οι ανθρακωρύχοι
λίγο πριν από την απεργία.

Τ’ όνειρό μας μικρό
και καλοκρυμμένο στην καρδιά μας
σαν το χαρτάκι με την κομματική γραμμή
κρυμμένο στο παπούτσι του προλετάριου.

6. ΒΑΣΑΝΙΣΜΕΝΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
Απαγγέλει ο Γιάννης Ρίτσος

7. ΗΤΑΝ ΟΜΟΡΦΕΣ ΕΚΕΙΝΕΣ ΟΙ ΜΕΡΕΣ
Μαρία Φαραντούρη
& Χορωδία Τερψιχόρης Παπαστεφάνου

Ήταν όμορφες εκείνες οι μέρες
στις πλατείες των μαχαλάδων.

Κάτι παιδιά ξυπόλητα
με μπαλωμένα τα παντελόνια
βγάζανε λόγους,
μιλούσαν για το μέλλον.

Κάτι παιδιά ξυπόλητα
με μπαλωμένα τα παντελόνια
ανοίγανε τα νευρικά τους χέρια,
άνοιγαν μεγάλα παράθυρα στον ουρανό.

8. ΝΑ ΤΕΣ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΟΙ ΣΗΜΑΙΕΣ
Απαγγέλει ο Γιάννης Ρίτσος

9. ΣΚΕΨΟΥ Η ΖΩΗ
Μαρία Φαραντούρη

Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της
και συ να λείπεις.

Να ‘ρχονται οι άνοιξες
με πολλά διάπλατα παράθυρα
και συ να λείπεις.

Να ‘ρχονται τα κορίτσια
στο παγκάκι του κήπου
με χρωματιστά φορέματα
και συ να λείπεις.

Ένα ανθισμένο δέντρο
να σκύβει στο νερό,
πολλές σημαίες
να ανεμίζουν στα μπαλκόνια
να λένε δυνατά
τη λέξη “σύντροφος”
και συ να λείπεις.

Σκέψου δυο χέρια
να σφίγγονται
και σένα να σου λείπουν τα χέρια.
Δυο κορμιά να παίρνουνται
και συ να κοιμάσαι
κάτω από το χώμα.

Και τα κουμπιά
του σακακιού σου
να αντέχουν πιότερο από σένα
κάτω απ’ το χώμα
κι η σφαίρα η σφηνωμένη
στην καρδιά σου να μη λιώνει,
όταν η καρδιά σου
που τόσο αγάπησε τον κόσμο
θα ‘χει λιώσει.

10. ΓΕΙΑ ΚΑΙ ΧΑΡΑ ΣΟΥ ΛΕΥΤΕΡΙΑ
Μαρία Φαραντούρη
& Χορωδία Τερψιχόρης Παπαστεφάνου

Γεια και χαρά σου λευτεριά,
τρέχαν στους δρόμους, φωνάζαν: “Ζήτω!”
Αχ κι οι καρδιές ν’ ανάβουν κόκκινα βεγγαλικά
στου περβολιού το Πάσχα και τα πουλιά
από γειτονιά σε γειτονιά αηδονόλαλαν:
“Γεια και χαρά σου λευτεριά!”

11. ΝΑ ΛΕΙΠΕΙΣ
Μαρία Φαραντούρη
& Χορωδία Τερψιχόρης Παπαστεφάνου

Ποίηση: William Shakespeare, μετάφραση Άλ. Ροσόλυμου
ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΗΡΕ Ο ΑΝΤΙΟΧΟΣ
ΜΑ ΤΩΡΑ ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΟΙ ΑΝΕΜΟΙ
ΝΑ ΦΥΣΟΜΑΝΑΝ
Ο ΥΠΝΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ ΣΤΟ ΠΑΛΑΤΙ
ΕΔΩ ΚΟΙΜΑΤΑΙ Η ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΗ
Σύνθεση: 1980, Αθήνα.
Θεατρικό έργο που ανέβηκε στο Ηρώδειο 13, 14.15/6/80 σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, σκηνικά-κοστούμια Λίζας Ζαΐμη.
Με τους: Μ. Βενιέρη, Τ. Βλαχοπούλου, Τ. Γιακουβάνη. Δ. Ζακυνθινό, Έλ. Ζαφειρίου. Κ. Ιμπροχώρη κ.ά.
Μεταγραφή της μουσικής των τραγουδιών για λαούτο από τον Τάσο Καρακατσάνη. Στο λαούτο ή Στέλλα Κυπραίου. Τα τραγούδια ερμήνευσε ο Γιώργος Μούτσιος.

ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΗΡΕ Ο ΑΝΤΙΟΧΟΣ
Γυναίκα πήρε ο Αντίοχος από τρανή γενιά
που τ’ άφηκε σαν πέθανε μια κόρη μορφονιά.
Τόσα ήταν τα χαρίσματα στην όψη, στο κορμί της
που ο κύρης την επόθησε κι έγινε αιμομίχτης-

Τα κάλλη της ξεδιάντροπης αρχοντονιούς μαζεύουν
και πάνε στον πατέρα της, σε γάμο την γυρεύουν.
Μα νόμο βγάζει ο βασιλιάς το γάμο να εμποδίσει
πως όποιος έρχεται γαμπρός ένα αίνιγμα να λύσει.

ΜΑ ΤΩΡΑ ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΟΙ ΑΝΕΜΟΙ ΝΑ ΦΥΣΟΜΑΝΑΝ
Μα τώρα αρχίζουν οι άνεμοι να φυσομανάν
κάτω το κύμα, πάνωθε οι κεραυνοί βροντάν
το βίος του και το σθένος του τα τόσα του καράβια
τσακίζονται στο πέλαγο και γίνονται ρημάδια.

Και τον καλό τον ρήγα μας τα κύματα μονάχο
τον ρίχνουν τ’ αχαΐρευτα από βράχο σε βράχο.
Ωσότου η μοίρα ξαπόστασε από το χαλασμό
και του ’δώσε σε μια στεριά τον ανασασμό.

Ο ΥΠΝΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ ΣΤΟ ΠΑΛΑΤΙ
Ο ύπνος βασιλεύει στο παλάτι
ύστερα από του γάμου το βαρύ πιοτό
κι απ’ το τρικούβερτο γιορτάσι
γροικιέται τώρα το ροχαλητό.

Ο γάτος πίσω κρύβει τα φλογάτα μάτια
μπροστά στου πόντικα την τρύπα
και τα τριζόνια τραγουδούν
στο τζάκι το σβησμένο δίπλα.

Να σύρει ο υμέναιος βιάστηκε
τη νύφη στο κρεβάτι της παντρειάς
και κει με το χαμό της παρθενιάς
ένα μωρό ευθύς επιάστηκε.

ΕΔΩ ΚΟΙΜΑΤΑΙ Η ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΗ
Εδώ κοιμάται η πιο όμορφη
η πιο γλυκιά κι αγνή
που ο Περικλής ο κύρης της
το χάρο της θρηνεί.

Στη θάλασσα γεννήθηκες
της Αίγινας καμάρι
καμιά λέξη, κανείς θεός
στα ουράνια να την πάρει.

Ποίηση: Μίκη Θεοδωράκη
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΓΗΣ
Σύνθεση: 1980-1981 (τελική μορφή), Παρίσι.
Για ορχήστρα, πιάνο κοντσεράντε και παιδικές φωνές.
Πρώτη εκτέλεση: 8.2.1982, Halle/Saale, Κυπριανός Κατσαρής (πιάνο), Hallesche Philharmonie, Διεύθυνση Olaf Koch

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΓΗΣ
Το τραγούδι της γης δεν τ άκουσες ποτέ ούτε θα τ’ ακούσεις πια.
Σκότωσες όλα τα πουλιά. τα δάση. το νερό.
Το λαμπερό νερό. τον ποταμό.
Πάει… Σκότωσες το χώμα, τον ήλιο, την καρδιά σου.
Ποτέ δεν θα ξαναδείς το χρώμα τ’ ουρανού.
Δεν θ’ ακούσεις ποτέ τον ήχο των χρωμάτων.
Σα βολίδα προχωρείς στο χάος.
Στερνή φορά ας ακουστεί μες στη σιωπή το τραγούδι της γης.
Πριν τελικά τυλιχτώ στο χάος ένα «γεια σου» θα πω στη ζωή…

Το έργο βασίζεται στην «ΤΡΕΛΗ ΜΑΝΑ» του Διονυσίου Σολωμού,
μέρος από την «Πόλη» του Κωνσταντίνου Καβάφη και τους τρεις βυζαντινούς ύμνους της Μεγάλης Παρασκευής.
Σύνθεση: 1980- 1981, για σόλο Σοπράνο, Χορωδία και Συμφωνική Ορχήστρα.
Ηχογραφήσεις:
1982 Eterna (DDR)
1984 Plane (Allemagne)
1983 State Philharmonic Orchestra of Moscow, MINOS
Β’ Μορφή
Πρώτη εκτέλεση και ηχογράφηση: Μέγαρο Μουσικής – Μαρκέλα Χατζιάνο, Εθνική Συμφωνική Χορωδία ΕΡΤ. Διεύθυνση: Μίκης Θεοδωράκης

Η τρελή μάνα [ή] Το κοιμητήριο

Τώρα που η ξάστερη
νύχτα μονάχους
μας ηύρε απάντεχα,
και εκεί στους βράχους
σχίζεται η θάλασσα
σιγαλινά.
Τώρα που ανοίγεται
κάθε καρδία
στη λύπη, ακούσετε
μίαν ιστορία,
που την αισθάνονται
τα σωθικά.
Σε κοιμητήριο
είναι στημένα
δύο κυπαρίσσια
αδελφωμένα
που πρασινίζουνε
μες στους σταυρούς.
Όταν μεσάνυχτα
καταβουίζουν
οι ανέμοι, αν τα ’βλεπες
πώς κυματίζουν,
έλεες πως κράζουνε
τους ζωντανούς.

Δύο αδέλφια δύστυχα
κοιμούνται κάτου
τον ανεξύπνητον
ύπνον θανάτου,
κι έχασε η μάνα τους
τα λογικά.
Τα μαύρα! επαίζανε
εκεί όπου στέκει
ο πύργος, κι έπεσε
τ’ αστροπελέκι,
κι άψυχα τ’ άφησε
τα θλιβερά.
Ροδοστεφάνωτα,
ασπροεντυμένα,
τα κατεβάσανε
αγκαλιασμένα
μέσα εις την ύστερη
αλησμονιά.
Δεν άκουες βάβισμα
χαμένου σκύλου·
πουλιού δεν άκουες
λάλημα, ή χείλου,
ή κλωνοφλίφλισμα
να πνέει τερπνά.
Νερομουρμούρισμα
οπού αναβρύζει
και τσ’ επιτύμβιες
πέτρες δροσίζει
μόλις αντίσκοβε
τη σιγαλιά.

Θανής δεν έμνεσκαν
άλλα σημεία
πάρεξ του λίβανου
η μυρωδία
οπού εχυνότουνε
στην ερημιά.
(Η δύστυχη μητέρα έρχεται εκεί τρέχοντας) *
Στέκει, μυρίζεται
εις τον αέρα,
και συλλογίζεται
—μαύρη μητέρα!—
σαν κάτι να ’θελε
να θυμηθεί.
Στον τοίχο σύρριζα
σκύφτει, κοιτάει,
γλυκολυπούμενη
χαμογελάει
κατά τα εντάφια
χόρτα πικρά.
Κατά τα σύγνεφα,
κατά τ’ αστέρια,
τρεμομανιάζοντας
ρίχτει τα χέρια,
και κλαίει και ρυάζεται
τρομαχτικά.
Της πέφτουν έπειτα
και ληθαργίζει,
και πάλε αρχίναε
να τριγυρίζει
το περιτείχισμα
πασπατευτά.

Γύριζε, γύριζε,
τέλος εμπαίνει
στο σημαντρήριο
και τ’ ανεβαίνει
τα ίχνη αλλάζοντας
σπουδαχτικά.
Ήτον στην άλαλη
τη μοναξία
στρογγυλοφέγγαρη
φωτοχυσία,
σαν τη λαμπρόπλαστη
πρωτονυχτιά·
όμως η δύστυχη,
ξεφρενωμένη,
κοιτάζει ολόγυρα
τετρομασμένη,
πράχνει τα σήμαντρα,
κράζει σφιχτά.
«Γλήγορα ας φύγουνε
απ’ τα λαγκάδια
κεια τα φριχτότατα
πυκνά σκοτάδια·
αχ! με πλακώνουνε
μες στην καρδιά.
»Γλήγορα ας φύγουνε,
δεν τα πομένω,
μοιάζουνε, μοιάζουνε
με το σχισμένο
ρούχο που σκέπασε
τα δύο παιδιά.»

Γκλαν γκλαν τα σήμαντρα
της εκκλησίας,
γκλαν γκλαν οι αντίλαλοι
της ερημίας
αποκρινόντανε
φριχτά φριχτά.
«Από την έρημη
Αναφωνήτρα,
που ’ναι εις τους δύστυχους
παρηγορήτρα,
είχαν δυο ξέμετρα
τα δυο παιδιά·
»τα ’χω στον κόρφο μου
και τα φυλάω·
με αυτά τα ξέμετρα
θε να μετράω
τα δυο τους μνήματα
καθημερνά.»
Γκλαν γκλαν τα σήμαντρα
της εκκλησίας,
γκλαν γκλαν οι αντίλαλοι
της ερημίας
αποκρινόντανε
φριχτά, φριχτά.
«Βραχνό το ψάλσιμο·
τα κεριά αχνίζουν·
του νεκροκρέβατου
τα ξύλα τρίζουν·
αργά τα σήμαντρα
και τρομερά.

«Ναι, ναι, απεθάνανε·
μέσα στο σκότο
τα κατεβάσανε
—ακούω τον κρότο—
τα κατεβάσανε
βαθιά, βαθιά.»
Γκλαν γκλαν τα σήμαντρα
της εκκλησίας
γκλαν γκλαν οι αντίλαλοι
της ερημίας
αποκρινόντανε
φριχτά φριχτά.
«Γιατί τινάζετε
πάνω τους χώματα;
Μη, μη σκεπάζετε
τα μικρά σώματα
που αποκοιμήθηκαν
γλυκά, γλυκά.
»Αύριο θα κόψουμε
κάτι λουλούδια,
αύριο θα ψάλουμε
κάτι τραγούδια
εις την πολύανθη
Πρωτομαγιά.»
Γκλαν γκλαν τα σήμαντρα
της εκκλησίας,
γκλαν γκλαν οι αντίλαλοι
της ερημίας
αποκρινόντανε
φριχτά φριχτά·

γκλαν γκλαν παράδερνε
με τα γλωσσίδια,
κι εματαρχίναε,
κι έλεε τα ίδια,
ώς οπού εβράχνιασε
θανατερά.
* * *
Νά, που δροσόβολη
αύρα ξυπνάει,
και ψιθυρίζοντας
μοσχοβολάει
από τα αρώματα
τα αυγερινά·
στα φύλλα επέρναε
και της καρδίας,
σαν τα κινήματα
της φαντασίας,
που ζωγραφίζουνε
την ευτυχιά·
εκείν’ η δύστυχη
τραβάει την άχνα,
βαθιά τα αισθάνθηκε
μέσα στα σπλάχνα
αχ! κι εκατέβηκε
στην ερημιά.
* * *
Με λύπη εγκάρδια
εθεωρούσε
όλα τα μνήματα
και τα μετρούσε
με τ’ αργό κίνημα
της κεφαλής.
* * *

Ποίηση: Μιχάλη Κατσαρού
ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΜΟΥ
ΤΥΦΛΗ ΕΠΟΧΗ
ΕΠΡΕΠΕ ΤΩΡΑ
ΔΩΡΙΕΙΣ
ΣΤΟ ΝΕΚΡΟ ΔΑΣΟΣ
ΞΑΝΘΟΣ ΟΜΟΡΦΟΣ
ΚΑΤΑ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΩΝ
Σύνθεση: 1981-1982
Ηχογράφηση: 1985, (από την πρώτη εκτέλεση στίς 23.2.1983 στο Metropol-Theater Berlin) Minos GREECE, Eterna DDR
Ελληνική εκτέλεση: 18/9/1988, Ωδείο Ηρώδου Αττικού, Κώστας Πασχάλης, Θάνος Πετράκης, Φραγκίσκος Βουτσίνος, Νίκος Τζόγιας (αφηγητής), Συμφωνική Ορχήστρα και Χορωδία της ΕΡΤ ( διδασκαλία Χορωδίας : Έλλη Νίκολαϊδη), υπό τη διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού.

ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΜΟΥ
Θα προσπαθήσω να δώσω το σχήμα μου
όπως συντρίβεται σε δυο λιθάρια.

Θέλω να μιλήσω απλά για την αγάπη
και παρεμβαίνουν οι θύελλες
παρεμβαίνει το πλήθος
το τρομερό ηφαίστειο που λειτουργεί
κάτ’ από πέτρες.
Τα φριχτά ερωτήματα παραμένουν επίμoνα
μαύρα υγρά ακατανόητα
ο πύργος μας καίγεται.
Δεν έχομε τίποτα να σας πούμε
έτσι που όλα προδοθήκανε
από πίστη σε πίστη
από υπόγειο σε υπόγειο
από πρόσωπο σε πρόσωπο.

Βαθιά στις ρίζες του δέντρου σας
μαζί με τους τυφλοπόντικους
μαζί με τους καταποντισμένους πίθηκους
σε σκοτεινούς υποχθόνιους κρότους
ασθμαίνοντας μετατοπίζομαι
-ανακατωμένοι οι βρόγχοι-
βαθιά στα ξερά λιβάδια σας
πέφτει καινούρια αθόρυβη βροχή.

Κάποτε θ’ ανεβούμε καθώς προζύμι
ο σιδερένιος κλοιός θα ραγιστεί
τα όρη σας όπως πυκνά σύννεφα θα χωριστούν
οι κόσμοι θα τρίξουν
στις έντρομες αίθουσες οι ρήτορες θα σωπάσουν
και θ’ ακουστεί η φωνή μου:
«Οι νέοι πρίγκηπες με σάλπιγγες και νέες
στολές
οι νέοι συμβουλάτορες οι νέοι παπάδες
οι νέοι πρόεδροι και τα συμβούλια και οι
επιτροπές
όλοι οι μάγοι προφεσόροι…»

Περιμένετε αύτη τη φωνή.
Έτσι θ’ αρχίζει.

II
ΤΥΦΛΗ ΕΠΟΧΗ
Άγνωστη μέρα δείξε μας το πρόσωπο σου.

Κάτω στο βάθος
τόσα πέλματα βαριά
τόση βουή με καταρράχτες
ακούγονται να σπάζουν επιφάνειες
κατρακυλάν στις φλέβες μας ποτάμια εγώ
με φωτεινό το μέτωπο να χάνομαι
να μην μπορώ να καταλάβω
πως γίνηκε ν’ αναζητάμε δράμα
τώρα που όλα στερεώθηκαν επίσημα
τώρα που ένας πρίγκηπας επέθανε
τώρα που οι δείχτες ύψωσαν τα φέρετρα
κει που βουλιάζουν οι αετοί τις ώρες.

Άγνωστη μέρα δείξε μας το πρόσωπο σου.
Δείξε μας δείξε μας το μπόι σου.
Μέρα με τις πληγές ορθές στο βάδισμα σου
εγώ μαζί με το Βλαδίμηρο
θα σε στεγάσουμε
να μη φοβάσαι
οι άλλοι πέτρωσαν δίπλα στους χωροφύλακες
έντρομοι θα σαλπίσουν
θα κλείσουν οι πύλες
θα κλείσουν τα τείχη
θα παρατάξουν τα στρατεύματα
εσύ θα τους διαπερνάς αθόρυβα
θα προβαδίζεις
και πίσω θα σ’ ακολουθάν
οι Ασσύριοι οι Βαβυλώνιοι οι Ιουδαίοι
οι Ισπανοί
πριν προδοθούν τα όνειρα
οι Γάλλοι μεταλλωρύχοι
ο σύντροφός μου Γκαρώ πριν γίνει διευθυντήριο
οι πρόεδροι θ’ αλλάξουν έντρομοί τα διατάγματα
οι άλλοι θα υποκρίνονται τους έμπιστους
εγώ μαζί με την ακολουθία μου
θ’ ανακηρύσσομαι ήρωας
το άργυρο σπαθί των ιπποτών θα λάμπει
ο πρίγκηπας ένα χλωμό παιδί με πορφυροϋν χιτώνα
πάλι θα στερεώνονται οι αυλοκόλακες
κι εγώ θα φεύγω
θ’ αναζητάω έντρομος την όψη σου.
Κάτω
στο βάθος
τόσα πέλματα βαριά.
Ακούω να ’ρχεται καινούριο βήμα.

III
ΕΠΡΕΠΕ ΤΩΡΑ
Έπρεπε τώρα να κάνω αυτό το διάβημα.
Ο πύργος χωρίς τους φρουρούς χωρίς
υπαλλήλους
υψώθηκε όλος μπετόν και αδιάτρητά τα
τεράστια τείχη.
Έπρεπε τώρα να βρω τα κλειδιά που πετάξαν
μες στο βαθύ πηγάδι οι υπηρέτες φεύγοντας.
Γύρω τα τείχη πιο ψηλότερα απ’ το μπόι μου
τα άδεια δωμάτια χρόνια τα στόλιζα
με πράσινες λάμπες
έψαχνα στα σκονισμένα υπόγεια
κουβάλαγα σπάνιες πέτρες σπάνια γέλια
σπάνιο θάνατο
όμως ανέβαιναν οι ποταμοί με μουσικές
πλημμύριζαν το μεγάλο σαλόνι
κι εκεί όλα μαρμάρωναν.

Χρόνια αναμεσά σε μάρμαρα
οι άγρυπνοι λύχνοι δε φώταγαν
όλο και απουσίαζαν.
Όμως επέμενα.
Τους συνωμότες τους χτύπησα.
Δεν έδινα το λόγο στα πουλιά.
Εγώ εξουσίαζα.

Απάντησέ μου εσύ.
Τα σκοινιά δεν κατάλαβες στο λαιμό μας;
Δεν υπάρχει λοιπόν σωτηρία για τούτο το
πλάσμα σου;
Δε βρίσκω το ρήγμα σ’ αυτό το μπετόν
σ’ αυτά τα παλιά τα πηγάδια –
στις ρίζες έψαξα παντού
κλειστές και δε μιλάνε.

Κι έτσι απόμεινα με γεμάτα τα χέρια
αυτό το βαρύ δυναμίτη
που ώρα σε ώρα σκάζοντας θα με τινά; ζει-
Γι’ αυτό είναι που γυρίζω τρέχοντας
από σταθμό σε σταθμό
από τοίχο σε τοίχο
γεμάτος με δύναμη άχρηστη
και ξέρω πως σπαταλιέται.
Γι’ αυτό είναι που σκάβω με τα νύχια μου
αυτές τις ξερές ημερομηνίες
μήπως αστράψει κάποτες μια λύση.

Αυτό δε λέει πως μπορεί πάντα ν’ απουσιάζει.

Το ζήτημα έχει πια τεθεί:
Ή θα εξακολουθούμε να γονατίζουμε
όπως αυτός ο δραπέτης
η θα σηκώσουμε άλλον πύργο ατίθασο
απέναντί τους.

IV
ΔΩΡΙΕΙΣ
Μπορούσα βέβαια να βρίσκομαι πρώτος
αναμεσά στους οπλισμένους Δωριείς
ντυμένος την περιλάλητη αμφίεσή τους
μπορούσα βέβαια
κι όχι τυχαία.

Όμως σε τι θα ωφελούσε την υπόθεση μας
όλη μου η μεγαλοπρέπεια
όλες μου οι φωνές μέσα στα τείχη;

Οι ποταμοί θα γύριζαν κύκλο στα περιθώριά μου
οι ελπίδες μου φτηνές παλιές πραμάτειες
να υποκρίνομαι τον άθεο και τον καταλυτή
εγώ ο πιο ειλικρινής νέος με τα όνειρα
εγώ ο θερμός ανδαλουσιανός
μέσα σ’ αυτά τα απαίσια σίδερα της πανοπλίας.
Για τούτο παρέμεινα με τα κουρέλια μου
όπως με γέννησε η Γαλλική Επανάσταση
όπως με γέννησε η απελευθέρωση των νέγρων
όπως με γέννησες μάνα μου Ισπανία
ένας σκοτεινός συνωμότης.

Και τώρα – απ’ έξω απ’ τα στρατεύματα
κοιτάζω την ένδοξη πόλη
οπού ξαπλώνει ράθυμα
πόρνη και δυναμίτης –
κοιτάζω τούτη την πόλη που την περικυκλώσαν τα φρούρια
αύτη που με γέννησε και δεν έχει πια όνομα
δεν έχει αναμμένη φωτιά –
κοιτάζω και υψώνω θεριό τη φωνή μου
μήπως μ’ ακούσουν.

Η κίνηση μέσα στα τείχη μας είναι σημαντική .

V
ΣΤΟ ΝΕΚΡΟ ΔΑΣΟΣ
Στο νεκρό δάσος των λέξεων προχωράω.
Ανάβω τα χλωμά φανάρια στους δρόμους
προσπαθώ ν’ αναστήσω.
Τα ονόματα που πυρπόλησαν τις καρδιές
σε μυστικές συνεδριάσεις
τα ονόματα που οδήγησαν όλα δολοφονούνται.

Ώ Ρόζα Λούξεμπουργκ. Λένιν, ποιητές.
Ώ Τέλμαν Τάνεφ
παγωμένοι σε επίσημες τελετές.

Πως θα ξαναβαπτίσουμε τις πυρκαγιές
ελευθερία, ισότητα. Σοβιέτ, εξουσία;

Εγώ ένδοξος γράφω
σ’ όλα τα όνειρά σας: Ελευθερία.

Ω Ρόζα Λούξεμπουργκ, Λένιν, ποιητές.
Ω Τέλμαν Τάνεφ
δαφνοστεφείς ήρωες
μυθικά πρόσωπα
ελάτε.
Εγώ έχω μέσα στη θύμησή μου
την ώρα που ανέβαινε το πλήθος στις
σκάλες
με τη φωτιά κρατώντας τη μεγάλη ταμπέλα
Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ.
Πως θα ξαναβαφτίσουμε τις πυρκαγιές
ελευθερία, ισότητα. Σοβιέτ, εξουσία;

ΙV
ΞΑΝΘΟΣ ΟΜΟΡΦΟΣ
Στις έξι και τριάντα στη Ρώμη
να μπαίνεις σαν έμπορος η καμηλιέρης
μεταμορφωμένος σε συνοδό χρυσού
και άσημο επισκέπτη –
κι όμως στον κόρφο σου να φέρνεις μυστικά γράμματα
του Δεκριανοϋ –
κι αμέσως να διαδίδεται στις αγορές
μετά στα ανάκτορα
ότι κατέφθασε ένα πρόσωπο
ν’ ανατινάξει την πόλη.

Ο γραμματέας του αυτοκράτορος
έμπιστα να ρωτά
να τερματίζεται η δεξίωσις
η φήμη σου να μεταφέρει το μπόι σου
να μεταφέρει τ’ άλογό σου
ξανθός όμορφος ο εχθρός του βασιλείου
έχει χιτώνα πράσινο και κάτω το ξίφος
τα μάτια του αστραπές και συνωμοσία
περιπλανάται σε υγρές αυλές και μυστικά
οπλοστάσια –
συγκάλεσε εκτάκτως τη Σύνοδο
κλείστε καλά τις εξώπορτες
ν’ ασφαλιστείτε.

Κι εσύ πάνω σε ξύλινα τραπέζια και καπηλειά
να προετοιμάζεις την ένδοξη παρουσία –
όμως – να εκφυλίζεσαι σε αγοραίο ρήτορα
να κεραυνώνεις τα πλήθη με λόγους
να ξεχνάς τον προορισμό σου
να ξεχνάς τ’ άλογό σου
να προσπαθείς να φτάσεις με υπομνήματα
τον αυτοκράτορα
να ζητάς πίστωση χρόνου
οι γραμματείς να σου απορρίπτουν την αίτηση –
Πως γίνεται τόσο εσύ να ξεπέσεις;
Η ένδοξη Ρώμη σε περίμενε τόσους αιώνες
σε προφητείες έλεγε τον ερχομό σου
κι εσύ αφομοιώθηκες;

Εγώ είχα χαθεί μέσα στο ταραγμένο πλήθος
μόνος μου – σα να ’μουνα η φωνή σου.
Τα μάτια του αστραπές και συνωμοσία
περιπλανάται σε υγρές αυλές και μυστικά
οπλοστάσια
συγκάλεσε εκτάκτως τη Σύνοδο
κλείστε καλά τις εξώπορτες ν’ ασφαλιστείτε .

Ο δούλος που δραπέτευσε
έλεγε προσευχές στους φιλήσυχους πολίτες
γονατίζοντας σε λιγδωμένα προσκέφαλα.
Εγώ δεν ήλπιζα πως μπορεί να σωθεί.
Οι χωροφύλακες έχουν γερή όραση
δεν διαλύονται με αυταπάτες και ψυχοσάββατα.
Εγώ πάντως
εξακολουθούσα να βλέπω τον επερχόμενο αιώνα
με φάλαγγες πιστών
με αργυρά δισκοπότηρα αφρίζοντας αίμα
με σημαιοστολισμούς και παρελάσεις
με ραβδούχους καλοθρεμμένους καλόγερους
εικόνες από παλιές εκστρατείες και τυφεκισμούς
ήρωες με αυστηρά βλέμματα.

Άμες δε γ’ εσόμεθα
πληρωμένη εκπαίδευση
θεός αγέρας τα στοιχεία της φύσεως
κλειδωμένα στην αποχή σε χάλκινα θησαυροφυλάκια.
Αν έξαφνα σας γεννηθεί το ερώτημα
πως τα κατάφερε αυτός ο θνητός
μέσα σ’ αυτό το βαρύγδουπο διαπασών των ύμνων
να δραπετεύσει με αληθινό λαμπερό ήλιο
με αληθινές εξαρτύσεις του βίου
αν δεν μπορείτε να καταλάβετε
τι τον οδήγησε σ’ αυτό το τελευταίο διάβημα
που βρήκε την έξοδο αφού γύρω ήταν μπετόν
αφού γύρω τραγούδαγε η φοιτήτρια
ένα τραγούδι ιστορικό παλιών ηρώων
τότε δε θα ’χετε δει κάτι κρυφές μικρές πόρτες
όμως ολοφάνερες στα μάτια των ειδικών
δε θα ’χετε δει το ραγισμένο τοίχο.
Το ζήτημα έχει πια τεθεί:
Η θα εξακολουθούμε να γονατίζουμε
όπως αυτός ο δραπέτης
η θα σηκώσουμε άλλον πύργο ατίθασο
απέναντί τους.

VII
ΚΑΤΑ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΩΝ
Θ’ ανοίξω το στόμα μου και θα γεμίσουν
οι κήποι με καταρράχτες.
Πάλι σας δίνω όραμα.
Εγώ πάντα σωπαίνω.

Πλήθος Σαδδουκαίων
Ρωμαίων υπάλληλων
μάντεις και αστρονόμοι
(κάποιος Βαλβίλος εξ Εφέσου)
περιστοιχίζουν τον Αυτοκράτορα.
Κραυγές απ’ τον προνάρθηκα του Ναού.
Τους ύπατους εγώ ανάδειξα στις συνελεύσεις
κι αυτοί κληρονομήσανε τα δικαιώματα
φορέσαν πορφυρού ατίθασο ένδυμα
σανδάλια μεταξωτά η πανοπλία
εξακοντίζουν τα βέλη τους εναντίον μου
η θέλησή μου που καταπατήθηκε
τόσους αιώνες.
Τους άλλους απ’ την πέτρα και το τείχος μου
καθώς νερό πηγής τους είχα φέρει
η θρησκεία τους μυστηριώδης δεισιδαιμονία
τ’ άλογά τους απ’ τον κάμπο μου·
δεν μου επέτρεψαν να δω τον Αυτοκράτορα
τους υπάτους δεν άφηναν να πλησιάσω
σε μυστικά συμπόσια και ένδοξα
τη θέλησή μου την καταπατήσανε
τόσους αιώνες.

Εγώ πάλι μέσα στο πλήθος διακλαδίζομαι
η θέλησή μου διακλαδίζεται μέσα στο
πλήθος
μαζεύω τους σκόρπιους σπόρους μου
για την καινούρια μακρινή μου ανάσταση
μαζεύω.
Η θέλησή μου που καταπατήθηκε τόσους
αιώνες.
Απ’ την φατρία των Εβιονιτών κραυγές:
Ο φευδο-Μάρκελος να παριστάνει το
Χριστό.

Τώρα κι εγώ υποψιάζομαι
όλο το πλήθος των αυλοκολάκων
όλους τους ταπεινούς γραμματικούς
τους βραβευμένους με χρυσά παράσημα
λεγεωνάριους και στρατηλάτες
υποψιάζομαι τις αυλητρίδες, τη γιορτή
τον πορφυρούν χιτώνα του πρίγκηπος
τους συμβουλάτορες και τους αιρετικούς
υποψιάζομαι συνωμοσία
νύχτα θ0α ρεύσει πολύ αίμα
νύχτα θα εγκαταστήσουν τη βασιλεία
τους
νέοι πρίγκιπες με νέους στεφάνους·
οι πονηροί Ρωμαίοι υπάλληλοι
του Αυτοκράτορος
ετοιμάζουνε κρυφά να παραδώσουν
να παραδώσουν τα κλειδιά και την υπόκλισή τους.

Άξαφνα η πόρτα μας άνοιξε.
Πρώτος κατέβαινε ο Αυτοκράτορας
με καινούρια στολή
ο νέος αρχιεπίσκοπος
ο υπουργός παιδείας και θρησκευμάτων
(η εργάτρια Ντούμπιοβα παρήγαγε
δεκαπέντε χιλιάδες ποτήρια).
Η θέλησή μου καταπατήθηκε τόσους
αιώνες.

Εγώ αντιπροσώπευα τα στρατεύματά της
Κορέας
των Γάλλων πατριωτών.
Εγώ πάλι μέσα στο πλήθος διακλαδίζομαι
η θέλησή μου διακλαδίζεται μέσα στο
πλήθος
μαζεύω τους σκόρπιους σπόρους μου
για την καινούρια άνοιξη.

Αντισταθείτε
στα κρατικά εκπαιδευτήρια
στη δουλειά με το κομμάτι
στην ποινή του θανάτου
ως και σε μένα τον αδιάφορο.

Είχανε εισχωρήσει Βησιγότθοι.
Υπάρχουνε προϋποθέσεις για μια καινούρια άνοιξη.

ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΟΝΤΑΙ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ
Ποίηση: Τάσου Λειβαδίτη, Μίκη Θεοδωράκη
ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ
ΧΕΡΟΥΒΙΚΟ ΣΤ’ ΑΔΕΛΦΙΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ
Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΕΡΑ
ΨΑΛΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
ΜΟΙΡΟΛΟΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ
Ο ΑΓΙΟΣ ΤΣΕ
ΨΑΛΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΟΥΣΙΚΟ
ΑΝΝΑ ΦΡΑΝΚ – ΙΜΠΡΑΗΜ – ΕΜΙΛΙΑΝΟ
Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΣ
Η ΑΓΙΑ ΜΑΝΑ
ΑΛΛΗΛΟΥΙΑ ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΠΑΡΤΙΖΑΝΟΥΣ
ΠΑΙΔΙ ΔΕ ΜΙΛΑΣ
GLORIA
ΕΩΘΙΝΟ, ΨΑΛΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ
Σύνθεση: 1982
Ηχογραφήσεις:
1985, στη γερμανική γλώσσα, Eterna DDR
1987, Ioulianos Greece

ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ

Την πόρτα ανοίγω το βράδυ,
τη λάμπα κρατώ ψηλά,
να δούνε της γης οι θλιμμένοι,
να ’ρθούνε, να βρουν συντροφιά.
Να βρούνε στρωμένο τραπέζι,
σταμνί για να πιεί ο καημός
κι ανάμεσά μας θα στέκει
ο πόνος, του κόσμου αδελφός.
Να βρούνε γωνιά ν’ ακουμπήσουν,
σκαμνί για να κάτσει ο τυφλός
κι εκεί καθώς θα μιλάμε
θα ’ρθεί συντροφιά κι ο Χριστός.

ΧΕΡΟΥΒΙΚΟ ΣΤ’ ΑΔΕΛΦΙΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Χαθήκανε τόσο νωρίς
μικραδέλφια της βροχής
μα εφτά φορές κι αν σκοτωθούν
δεκαεφτά θ’ αναστηθούν.
Γενιά μου δάκρυ και καημός
εμπρός σημαία κι ο Χριστός
τροφή στη λησμονιά
το αίμα σας, καλά παιδιά
και τώρα και ξανά.
Χαμένη γενιά τραγουδάς.
Χαμένη γενιά που με πας;

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΕΡΑ

Ο αγέρας λέει μια προσευχή
στην πόρτα του φτωχού ληστή,
καημός, βροχή
να πιείς να ξεδιψάσεις.
Αρχάγγελος με το σπαθί
πουλάει λαχεία ένα παιδί,
καημός, φτερά
αντίκρυ να περάσεις.
Η νύχτα πίνει μοναχή
στο καπηλειό του Γιακουμή,
καημός, σκαλί
να γείρεις να ξεχάσεις.

ΨΑΛΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Δειλινό της ερημιάς
πολιτεία που με πας.
μες στους δρόμους
αρχαίος λυγμός.
Αγόρι απ’ τον Αρδηττό
κορίτσι απ’ τον ουρανό
αίμα στάζει ο καημός
μενεξέδες ρίχνει στο φως.
Μη ρωτάς τον καιρό
κρατάει το μυστικό
μια μέρα θα σ’ το πω.

ΜΟΙΡΟΛΟΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Μοιρολόι της βροχής
βράδυ Κυριακής,
που πηγαίνεις μονάχος
ούτε πόρτα να μπεις,
πέτρα να σταθείς
κι όπου πας. χλομό παιδί,
ο καημός σου στη γωνιά
σε καρτερεί.
Παλικάρι χλομό
μες στο καπηλειό
απομείναμε οι δυο μας.
ο καημός σου βραχνάς
πάψε να πονάς
η ζωή γοργά περνά
δυο κρασιά, δυο στεναγμοί
κι έχε γεια.
Παλικάρι χλομό
σε ηύραμε νεκρό
στο παλιό σταυροδρόμι,
μοιρολόι η βροχή
μαύρα που αντηχεί
στο καλό. χλομό παιδί,
σαν τη μάγισσα
σε πήρε η Κυριακή.

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΣΕ
Για τα παιδιά του κόσμου σκοτώθηκες,
Τσε Γκουεβάρα.

Στο κατώφλι των καιρών
γνέθουν οι μητέρες την ελπίδα
και πριν γνωρίσουν τα φιλιά
φεύγουν τα παιδιά
και γίνονται άντρες στα βουνά
και τα κορίτσια που αγαπούν
τη Γκουέρνικα κεντούν.
Άγια είναι η λευτεριά
κι ο καημός του κόσμου σημαία πλατιά
τη σκιά χαιρετά του Τσε Γκουεβάρα.
Είναι ο δρόμος μακρινός
πάμε για τη μάχη,
κι ίσως να ’σαι, μάνα,
αύριο μονάχη.

ΨΑΛΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΟΥΣΙΚΟ

Μες στη βροχή, τη νύχτα αργά, περπατούν
αυτοί που μουσική πουλούν,
φορούν φτωχά καπέλα σταχτιά.
στα χέρια τα βιολιά
σαν τα νεκρά παιδιά.
Μες στο σταθμό, καμιά φορά, σταματούν
μακριά στο πουθενά κοιτούν,
γι’ αυτούς τα τραίνα δεν ξεκινούν
και πάνε κατά κει
που κλαίει η μουσική.

ΑΝΝΑ ΦΡΑΝΚ ΙΜΠΡΑΗΜ – ΕΜΙΛΙΑΝΟ
στίχοι του Μίκη Θεοδωράκη

Άννα Φρανκ
τα μεγάλα μάτια σου σφραγίζουν τον καιρό
Ιμπραήμ
τα μεγάλα μάτια σου μας κοιτούν από τον ουρανό
Εμιλιάνο
τα μεγάλα μάτια σου κοκκίνισαν τη γη.

Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΣ

Μια μέρα θα σ’ το πω
το μαύρο παραμύθι εκείνο,
το μαύρο μυστικό
που κλαίει μες στ’ άσπρο κρίνο.
Κι ω! τότε, τότε…
Ποιος είναι μη ρωτάς
αυτός που στέκει εκεί στη δύση,
πολύ να μ’ αγαπάς
αυτός θα μας χωρίσει.
Κι ω! τότε. τότε…

Η ΑΓΙΑ ΜΑΝΑ
Του κόσμου δρόμοι σκοτεινοί
μπροστά στην πόρτα μας περνάνε
της νύχτας τα παιδιά μες στη φωτιά
κινούν και πάνε.
Φυλαχτό κρατούν ένα άστρο, δυο φιλιά
και το βόλι ας έρθει στην καρδιά.
Σημαίες στο βάθος προχωρούν
φεύγω, μάνα, έχε γεια, έχε γεια.
Κι αν στη μάχη πέσω, μην ξεχνάς,
γνέθε, μάνα, σα να πολεμάς.

ΑΛΛΗΛΟΥΙΑ ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟ
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΠΑΡΤΙΖΑΝΟΥΣ
Θυμήσου το Μανωλιό
που στο σχολειό
φορούσε αρβύλες ξένες
νούμερα δυο
ξερό ψωμί στη βροχή
και που θα βγει.
Θυμήσου το Μανωλιό
ο πρώτος που ανέβη αντάρτης
βρήκε βόλι πικρό
αχ, Φλεβάρη καιρό.
και πια δεν μας ξανάρθε ο Μάρτης.
Θυμήσου και το Θωμά
που τα μυαλά τα ’χε χαμένα λίγο
και στα βουνά την Παναγιά
στο χιονιά είδε συχνά.
Θυμήσου και το Θωμά
δυο τραίνα καίει και πάει
σ’ όλα πλάι τα χωριά
είδαν την Παναγιά,
την είδαν να περνάει.

ΠΑΙΔΙ ΔΕ ΜΙΛΑΣ
Παιδί δε μιλάς
τώρα δε ρωτάς
πόσα άστρα έχει ο ουρανός
δε με ρωτάς.
Που πηγαίνουν τα πουλιά
δε ρωτάς
τις πέτρες αν τις πονά 6 βοριάς
δε ρωτάς
δε ρωτάς.
Στο δρόμο τώρα που ’χεις πάρει
θα σου μάθει πολλά
το φεγγάρι.
Πέντε παιδιά του κόσμου
πήραν μαζί τους την άνοιξη

GLORIA
στίχοι του Μίκη Θεοδωράκη

πέντε καρδιές ματωμένες
πέρασαν το σύνορο του κόσμου
πήραν μαζί τους την άνοιξη
τώρα μας κοιτούν με τα μεγάλα μάτια
κλαμένα
τι πρέπει να κάνουμε για να γελάσουν;

ΕΩΘΙΝΟ, ΨΑΛΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ
στίχοι του Μίκη Θεοδωράκη

Της αγάπης λόγια σαν της άνοιξής τα
φύλλα
ένας ήλιος ήρθε και μας φίλησε στα χείλια
πέντε παλικάρια και μια νια χορεύουν
κι η καρδιά στο στόμα.
Όμοιες σαν κλωνάρια ανθισμένα με μια
χάρη
πέντε αγάπες σμίγουν και φιλούνε το
χορτάρι.

σε κείμενα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
Σύνθεση: 1982, Αθήνα. Για μικτή χορωδία.
Ηχογράφηση: 1984, Μανώλης Μητσιάς (απόδοση κειμένων Διακόνου και Ιερέως), Κώστας Καζάκος (ανάγνωση). Μικτή Χορωδία (διεύθυνση: Αντώνης Κοντογεωργίου), Minos.

Ποίηση: Γιάννη Ρίτσου-Γιώργου Κουλούκη
ΕΑΡΙΝΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ
Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
ΤΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΩΚΕΑΝΟΥ
ΚΥΡΑ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΙΩΝ
Σύνθεση: 1982, Βραχάτι.
Πρώτη Παγκόσμια Εκτέλεση: 19 Μαίου 1981 στα πλαίσια του Διεθνούς Φεστιβάλ Δρέσδης πα¬ρουσία του συνθέτη και του ποιητή.
Συμμετείχαν ή Φιλαρμονική Ορχήστρα της Δρέσδης, η χορωδία της Ραδιοφωνίας του Βερολίνου
Ηχογραφήσεις:
1981 Φιλαρμονική Ορχήστρα της Μόσχας
1985, Συμφωνική Ορχήστρα της Πράγας
1985, Balkantone Bulgaria
1987, Jolanta Courilaite, Ausra Stasiunaite, Sergei Larine. Vladimir Prudnikov, Ακαδημαϊκή Χορωδία Λεττονίας, Κρατική Χορωδία Kaunas Λιθουανίας και Φιλαρμονική Ορχήστρα Μόσχας υπό τη διεύθυνση του Dmitri Kitaenko) ΙOULΙANOS (Greece)

ΕΑΡΙΝΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ
(Γιάννη Ρίτσου)

Ζητώντας το Θεό ζητούσα εσένα
Γεννήθηκα να χαιρετήσω τον ήλιο των ματιών σου.
Τα μαλλιά σου αρωματίζουν τη νύχτα.
Μέσα στη φούχτα της αγάπης χωράει το Σύμπαν.
Το φως κελαηδάει στις φλέβες του χόρτου και της πέτρας.

Κάθε πουλί που βουτάει στο γαλάζιο
μας φέρνει το μήνυμα του Θεού.
Σταθμός του απείρου η καρδιά μας.
Απλώνουμε τα χέρια στον ήλιο και τραγουδάμε.
Ο ήλιος με φωνάζει.
Φεύγει το θέρος μα το τραγούδι μένει.
Άνοιξε το παράθυρο να δεις το Σύμπαν ανθισμένο.
Γεννήθηκα να χαιρετήσω τον ήλιο των ματιών σου
Είμαι ο έναστρος ουρανός του θέρους.
Τούτο το -μαύρα γλυκιά μου μάτια-
Τούτο το καλοκαιράκι
Τούτο το καλοκαιράκι κυνηγούσα ένα πουλάκι
Ας έλθουν οι θύελλες να συντρίψουν
τους καθρέπτες των κήπων.
Στην κόγχη των χειλιών μας εδρεύει το απόλυτο.
Σωπαίνουμε κι ακούμε μες στο γαλάζιο βράδυ
την ανάσα της θάλασσας.
Μια πέτρα θα ραγίσει το γυαλί της σιγής.
Ένα άστρο έπεσε. Κλείσε τα μάτια.
Τόσο βαθύς κι ωραίος τόσο μεγάλος έγινα
απ’ την αγάπη σου
που δε δίνεσαι πια να μ’ αγκαλιάσεις
Βυθίζονται τ’ άστρα στους βυθούς των ματιών σου
κι ανθίζουμε κι εμείς έμπιστοι κι ωραίοι.

Η ζέστα του κορμιού σου με ντύνει τον ήλιο
Το φως των ηγεμονικών μαλλιών σου
σκεπάζει τους ώμους της νύχτας.

Χαρά Χαρά Χαρά
Αγγίξαμε το μέγα άσκοπο που δε ζητά το σκοπό του
ο Θεός πραγματοποιεί τον εαυτό του στο φιλί μας.
Περήφανοι εκτελούμε την εντολή του απείρου.
Στην κόγχη των χειλιών μας εδρεύει το απόλυτο.
Ένα άστρο έπεσε, κλείσε τα μάτια.
Ζητώντας το Θεό ζητούσα εσένα.
Τα μαλλιά σου αρωματίζουν τη νύχτα.

Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
(Γιώργου Κουλούκη)

Είχε χαράξει όταν πήρανε την αδελφή μας Αθηνά για εκτέλεση.
Από βραδύς της δώσαμε κρυφά δυο πορτοκάλια
μα δεν τα ‘φαγε.
Τα φίλησε με τόση λατρεία
σα να ’κρυβαν στο χυμό τους
όλη την Άνοιξη.
Όλα τα ζουμερά νιάτα της γης.
Κι υστέρα τα ’κρύψε μέσα στο στήθος της.
Στου κελιού της την άκρη είχε ζαρώσει
σα φοβισμένο σκυλί ο θάνατος.
Κι αυτή του φώναζε:
«Έλα Τίγρη, Αράπη, Τζακ»
ψάχνοντας να βρει το σκυλίσιο του τ’ όνομα
«Έλα να μυρίσεις τα πορτοκάλια
που έχω μέσα στον κόρφο μου».
Είχε χαράξει.
Με πέντε ριπές κάρφωσαν ένα μεγάλο στήθος
χωρίς να προσέξουν τα πορτοκάλια που χρύσιζαν
Κι ο χυμός τους ανακατώθηκε με το αίμα
Και τα κουκούτσια τους βρήκανε γη τιμημένη
και γιόμισε ο τόπος πορτοκαλιές.
Να κόβεις, να κόβεις και να μη σώνονται
για την ΠΡΩΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ.

ΤΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΩΚΕΑΝΟΥ
(Γιάννη Ρίτσου)

Νυχτερινό λιμάνι -φώτα πνιγμένα στα νερά-
πρόσωπα δίχως μνήμη και συνέχεια
φωτισμένα απ’ τους περαστικούς προβολείς
περαστικών πλοίων
κι ύστερα βυθισμένα στη σκιά του ταξιδιού.
Λοξά ιστία με κρεμασμένες λάμπες
σαν τις ραγισμένες φτερούγες των αγγέλων
που αμάρτησαν.
Οι στρατιώτες με τις κάσκες ανάμεσα στη νύχτα και στο κάρβουνο.
Τραυματισμένα χέρια σαν τη συγγνώμη που έφτασε αργά.

Νυχτερινό λιμάνι – φώτα πνιγμένα στα νερά.
Αιχμάλωτοι δεμένοι στις άγκυρες.
Ένας κρίκος γύρω στο λαιμό του ορίζοντα
κι αλυσίδες στα πόδια των παιδιών.
Θα υποθάλπουμε λοιπόν ακόμη την ανοιχτή πληγή
του ήλιου που αναβρύζει σπόρους λουλουδιών
στην ’ίδια πορεία στην ’ίδια ερώτηση
στις γόνιμες φλέβες
της Άνοιξης που επαναλαμβάνει τους γύρους των χελιδονιών
γράφοντας ερωτικά μηδέν στο ακατανίκητο στερέωμα;
Ποια πληγή δε μας θωρήθηκε ακόμη για να συμπληρώσουμε
του θεού τη θεότητα.

ΘΑΛΑΣΣΑ -ΘΑΛΑΣΣΑ-ΘΑΛΑΣΣΑ

Ακούσαμε το τραγούδι της θάλασσας και δε μπορούμε να κοιμηθούμε.
Μητέρα μη μου κρατάς το χέρι – θάλασσα
θάλασσα στο νου στην ψυχή.
και στις φλέβες μας θάλασσα.

Ανοιχτά κατώφλια στο βήμα της νύχτας.
Χρώματα πρωινά διαλυμένα στα νερά.
Πυρκαγιές δειλινών αχούς ώμους των γλάρων.
Κατάρτια που δείχνουν το άπειρο.
Ανοιχτά κατώφλια στο βήμα της νύχτας
και πάνω απ’ τον ύπνο της πέτρας
μετέωρο κατάφωτο ασίγαστό το τραγούδι της θάλασσας
να μπαίνει απ’ τα μικρά παράθυρα να σχεδιάζει κήπου λάμψεις και
όνειρα
στα νωπά τζάμια και στα κοιμισμένα μέτωπα.
Γυμνοί παλέψαμε στην αμμουδιά το μεσημέρι
πιο πολύ για τ’ αγκάλιασμα παρά για την πάλη
πιο πολύ για την πάλη παρά για τη νίκη,
μονάχα για τη νίκη.
Νυχτερινό λιμάνι φώτα πνιγμένα στα νερά.

ΚΥΡΑ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΙΩΝ
(Γιάννη Ρίτσου)

Κυρά των αμπελιών
που σ’ είδαμε πίσω απ’ το δίχτυ του πευκοδάσους
να συγυρίζεις με το χάραμα
τα σπίτια των αϊτών και των τσομπάνων.
Πάνω στη φούστα σου ο Αυγερινός.
Δυο αγουροξυπνημένες μέλισσες
κρεμούσανε στ’ αυτιά σου σκουλαρίκια
και τα πορτοκαλάνθη σου έφεγγαν
τη μαύρη την καμένη στράτα.

Κυρά μελαχρινή
που η αντηλιά σου χρύσωσε τα χέρια
σαν της Παναγιάς το κόνισμα
πίσω από το χνούδι το σγουρό
σπίθιζε το δροσό της νύχτας
σα να μετάνιωσε λίγο προτού να σβήσει ο γαλαξίας
και δέθηκε γιορντάνι στο λαιμό σου
να χυθεί στη ζεστασιά του κόρφου σου.

Κι ήταν η σιγαλιά πηχτή σα γάλα
και τ’ οργωμένο χώμα ευωδίαζε σαν εκκλησιά
τη μέρα των βαγιώνε.

Κυρά τρανή
κι έβγαινε ο μπιστικός από τον ύπνο του
καθώς που βγαίνει ο κάβουρας απ’ το νερό
στο περιγιάλι
κι αστράφτει το νωπό καβούκι του
γαλάζιο πρωινό με δυο κουκίδες άστρα.

Κυρά τρανή
τι σιγανή της νεραντζιάς η πρώτη καλημέρα
τι σιγανό το βήμα σου κι ανάσα του ψαριού
πλάι στο φεγγάρι.

Ά! τι χρυσάφι αφήνει η αχτίνα
στη σταγόνα της δροσιάς
όταν η Πούλια σου κρεμάει
στο μέτωπο

Τι σιγανό κουβεντολόι του μέρμηγκα
μπροστά στης μαργαρίτας το ξωκλήσι

Ά! τι χρυσάφι αφήνει η αχτίνα
στη σταγόνα της δροσιάς
όταν η Πούλια σου κρεμάει
στο μέτωπο
το εφτάκλωνο κλαδάκι της γαζίας.

Πόση λουλουδόσκονη στριμώχνεται
στης μέλισσας το σώμα για το μέλι.
Πόση σιωπή μες στην καρδιά σου για τραγούδι.

Δω πέρα σμίγει η νύχτα την αυγή
σ’ άτρεμο ρίγος
και σένα τα δυο σου χέρια δετά
γύρω το γόνα της γαλήνης
φέγγουν σάμπως δυο περιστέρια φως
ασάλευτα πάνω απ’ το δάσος.

Ορατόριο πάνω σε κείμενα από τη Νεκρώσιμο Ακολουθία και τα Νεκρώσιμα Ιδιόμελα του Ιωάννου Δαμασκηνού
Σύνθεση: 1984, Αθήνα – Βραχάτι.
Ζωντανή ηχογράφηση: 28.10.85 στον Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Αχιλείου Λάρισας με τους: Κική Μορφονιού, Μίσα Ικέουτσι, Φραγκίσκο Βουτσινά, Κίμωνα Βασι-λόπουλο, Αντιγόνη Κερετζή, το χορωδιακό σχήμα ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ.
Τελευταία εκτέλεση στην Ελλάδα:
28 Νοεμβρίου 1993, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, για την επέτειο των 50 χρόνων από το Ολοκαύ¬τωμα των Καλαβρύτων. Με την Όοχήστρα Σύγχρονης Μουσικής της ΕΡΤ, τη Χορωδία της ΕΡΤ, τη Χορωδία Μακεδονίας και την Παιδική Χορω¬δία Δημοτικού Ωδείου Λάρισας (διεύθυνση-δι¬δασκαλία: Δημήτρης Καρβούνης). Πήραν μέρος : Μίσα Ικέουτσι, Σοφία Μιχαηλίδη, Γιώργος Παπάς, Γιώργος Βατός, Αντιγόνη Κερετζή, Νί¬κος Πετρίδης. Ενορχήστρωση: Κίκος Πλατύραχος. Διεύθυνση: Αντώνης Κοντογεωργίου.

ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΣΤ: 1986 - 2007

Σύνθεση: 1986-1987
Αποσπάσματα από τίς «Ευμενίδες» του Αισχύλου σε μετάφραση του Κ.Χ.Μύρη και τις «Φοίνισσες» του Ευριπίδη σε μετάφραση Γε¬ράσιμου Σπαταλά.
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: Αισχύλου ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: Ευριπίδη ΦΟΙΝΙΣΣΕΣ
1987, Κική Μορφονιού (κοντράλτο), Αλέκα Δρακοπούλου (σοπράνο). Λήδα Τασοπούλου (ηθοποιός), Ντάνα Χατζηγεωργίου (τσέλλο), Αθηναϊκή Συμφωνική Ορχήστρα. Χορωδιακό Σύνολο, διεύθυνση ορχήστρας : Λουκάς Καρυτινός. Διεύθυνση χορωδίας : Έλλη Νικολαίδη, Ioulianos-CBS (Greece)

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΑΙΣΧΥΛΟΥ «ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ»

ΑΛΤΟ
Και ποιος θνητός δε θα σκιαχτεί
και ποιος τους δε θα σεβαστεί.
όταν ακούσει το θεσμό
που μου ‘ταξαν οι Μοίρες
και τον κύρωσαν οι Θεοί
αρχαίο ιερό θεσμό
που κανείς δεν τολμά ν’ ατιμάσει,
μόλο που διάλεξα να ζω βαθιά στη γη
και στον ανήλιαγο το ζόφο.
ΧΟΡΟΣ
Κοίτα, κοίτα και πάλι, ψάξε παντού
μη σου ξεφύγει κρυφά
ο μητροκτόνος απλήρωτος.
Δες τον! Βρήκε ξανά καταφύγιο
στο άγαλμα τυλίχτηκε της θεάς της αθάνατης
και θέλει να κριθεί για τα χρέη του.
ΑΛΤΟ
Αυτό δε γίνεται! Από τα χάμου δε μαζεύεται
αίμα μητέρας! Αλιά του!
Χύνεται, κυλάει στο χώμα και χάνεται!
ΧΟΡΟΣ
Πρέπει να δώσεις για πληρωμή κόκκινο, ζωντανό
το αίμα του κορμιού σου να ρουφήξω με χαρά
θα χορτάσω τέτοιο άπιωτο ποτό.
ΑΛΤΟ
Θα σε στραγγίζω ζωντανό, κάτω βαθιά
θα σε σύρω στη γη, να πληρώσεις αντίποινα
για τη σφαγή την άκαρδή της μάνας.
Αν κανείς θνητός αμαρτήσει
και δε σεβαστεί θεό, γονιούς αγαπητούς
και ξένο, θα δεις να βρει στην ώρα του
την τιμωρία που του πρέπει.
Ο μέγας δικαστής των θνητών, ο Άδης,
τα πάντα από τον κάτω κόσμο εποπτεύει
με τα κατάστιχα του νου.
ΧΟΡΟΣ
Άκου Μάνα Νύχτα. Μάνα
που με γέννησες και ζώντων και νεκρών
αίματος φόρο το τέκνο
της Λητώς μ ’ ατιμάζει.
μου παίρνει το δειλό λαγό
που θα ’πρεπε μονάχα αυτός
της μάνας του το φόνο να ξεπλύνει.
Γι’ αυτό το θύμα θήραμα
ψάλλω ψαλμό παράφορο,
αλλόκοτο και ξέφρενο
των Ερινυών ύμνο,
χωρίς κιθάρα και χορδές
κόμπος του νου και στέρφος.
Όταν εμφύλιος Άρης
ρημάζει συγγενείς.
τα σπίτια ξεριζώνω
κι ορμάω στο φονιά
και την αποκοτιά του
μέσα στο φρέσκο αίμα του την πνίγω.
Ολελέ μου! Ολελέ μου!
ΣΟΠΡΑΝΟ
Πάθαμε, φίλες, ανάκουστα πάθαμε πάθη.
ΧΟΡΟΣ
Πάθαμε. φίλες, ανάκουστα πάθαμε πάθη.
Ολελέ μου! Ολελέ μου!
ΣΟΠΡΑΝΟ
Ασήκωτα δεινά.
ΧΟΡΟΣ
Ασήκωτα πάθαμε δεινά.
ΣΟΠΡΑΝΟ
Τρύπησε το δίχτυ!
Λάκισε το θήραμα!
ΧΟΡΟΣ
Ο ύπνος με γονάτισε κι έχασα τη λεία.
‘Ω, Γιέ του Δίας! Εσύ καλύπτεις την κλοπή!
Νέος Θεός! Και στις παλιές θεές πέρασες χαλινάρι!
ΑΛΤΟ
Ήρθε βαρύς ο ψόγος μέσα στ όνειρο
και σαν ηνίοχος τρυπούσε,
με μυτερό κεντρί.
μια την καρδιά και μια τα σπλάχνα.
Σα δήμιος αδάμαστος,
βαρύ το σύγκρυο, βαρύ με μαστιγώνει.
ΧΟΡΟΣ
Τέτοια τολμούν θεοί νεότεροι
που κυβερνούν τα πάντα δίχως ζύγι
θρόνος πασαλειμμένος φόβο
από τα νύχια ως την κορφή
της γης ο ομφαλός. για δες πως πήρε και κρατεί
τη βλοσυρή κατάρα των αιμάτων.
ΣΟΠΡΑΝΟ
Είναι μάντης…
ΑΛΤΟ
…και μαγάρισε…
ΣΟΠΡΑΝΟ
…το βωμό του ναού του. αυτός.
ΑΛΤΟ
Μοναχός του και αυτόκλητος…
ΣΟΠΡΑΝΟ
…παρά το νόμο των θεών τιμά θνητό
και τ’ αρχαία σύμβολα σβήνει.
ΑΛΤΟ
Με ταπείνωσε μα δε θα σωθεί
ακόμη κι αν κρυφτεί στη γη,
ποτέ του δε θα λυτρωθεί
έχει το φόνο φορτωθεί κι απάνω στ’ άλλο
εκδικητή την κεφαλή θα σπάσει.
Κοντά στο νου! Ιδού, καθαρό ανθρώπου αχνάρι
κυνήγα του βουβού σημείου το νόημα.
Όπως ο σκύλος λαβωμένο ελάφι,
ψάχνω το αίμα του στάλα τη στάλα.
Φούσκωσαν τα πνεμόνια μου απ’ την τρεχάλα
και πλάνταξα σάρωσα κοπαδιαστά την πάσα γη.
χωρίς φτερούγες πέταξα από τον πόντο επάνω
κι από το σκαρί γοργότερη τον πήρα καταπόδι.
Και τώρα κάπου εδώ σιμά θα ζάρωσε
οσμίζομαι ευφρόσυνο ανθρώπου αίμα.
Κοίτα, κοίτα και πάλι, ψάξε παντού
μη σου ξεφύγει κρυφά
ο μητροκτόνος απλήρωτος.
Δες τον! Βρήκε ξανά καταφύγιο
στο άγαλμα τυλίχτηκε της θεάς της αθάνατης
και θέλει να κριθεί για τα χρέη του.
ΑΛΤΟ-ΧΟΡΟΣ
Αυτό δε γίνεται! Από τα χάμου δε μαζεύεται
αίμα μητέρας.
ΧΟΡΟΣ
Αλιά του! Χύνεται! Κυλάει στο χώμα και χάνεται…
ΑΛΤΟ
Πρέπει να δώσεις για πληρωμή κόκκινο, ζωντανό
το αίμα του κορμιού σου να ρουφήξω με χαρά
θα χορτάσω τέτοιο άπιωτο ποτό!
Δόξες σεμνές των ανθρώπων που φτάνουν στα νέφη
λιώνουν βαθιά μες στη γη κι άτιμες σβήνουν.
όταν μαυροντυμένες ορμάμε
και το πόδι κάτω βροντάμε στου φθόνου το χορό.
ΣΟΠΡΑΝΟ
Θολώνει το μυαλό, τσακίζεται και δεν το νιώθει.
Ζόφος της αμαρτίας τον περιβάλλει
και σέρνει φριχτή καταλαλιά
πως έπνιξε το σπίτι του πηχτό σκοτάδι.
ΧΟΡΟΣ
Από ψηλά πηδώ κι αφήνω βαριά τη φτέρνα
να πέσει στη γη
και τρέχουνε τρεκλίζοντας
συφοριασμένοι.
Είναι γραμμένο για πάντα
εύστοχες, πολυμήχανες
για το κακό μακρόθυμες,
σεμνές κι αμείλικτες.
απόκληρες απ’ τους θεούς.
ΣΟΠΡΑΝΟ-ΧΟΡΟΣ
Και ποιος θνητός δε θα σκιαχτεί
και ποιος τους δε θα σεβαστεί,
όταν ακούσει το θεσμό που μου ‘ταξαν οι Μοίρες
και τον κυρώσαν οι Θεοί
αρχαίο ιερό θεσμό
που κανείς δεν τολμά ν’ ατιμάσει,
μόλο που διάλεξα να ζω βαθιά στη γη
και στον ανήλιαγό το ζόφο.
ΑΛΤΟ
Ούτε ο Απόλλων ούτε της Αθήνας το κύρος
θα σε σώσει θα χαθείς στην καταφρόνια
η ψυχή σου θα ξεμάθει τη χαρά
θα γίνεις δαιμόνων τροφή, σκιά δίχως αίμα.
Δεν απαντάς και φτύνεις τα λόγια μου.
τάμα μου εσύ, που σ’ έθρεψαν για να με θρέψεις;
Θα με ταΐσεις ζωντανός κι όχι σφαγμένος στο βωμό
και θα σε δέσω με τον ύμνο που θ’ ακούσεις.
ΧΟΡΟΣ
Με τους νέους τώρα θεσμούς
θα ‘ρθοϋν τα πάνω κάτω,
αν βασιλέψει το δίκιο τ’ ανόσιο
του μητροκτόνου.
Κάθε θνητός για τέτοια πράξη
θα ’χει το χέρι του αλαφρό
πάθη προσμένουν πολλά
τους γονιούς μας μες στο μέλλον,
όταν τα τέκνα θ ’ ανοίγουν πληγές ζωντανές.
Μια ώρα αρχύτερα κάθε παθός πατέρας.
και κάθε μάνα της νέας οδύνης
θα σέρνουν θρήνο αντιθρήνο.
όταν ο οίκος της Δίκης σωριάζεται χάμω.
Καλός ο φόβος, όταν φρουρός
θρονιάζεται μέσα στο νου.
Καλή κι η φρονιμάδα
μακάρι κι αν βογκάει.
Ποιος θνητός και ποια πόλη
στον κόσμο ετούτο το δίκιο θα σεβότανε,
αν ο τρόμος δε φτερούγιζε μέσα στα στήθια;
ΣΟΠΡΑΝΟ-ΧΟΡΟΣ
Μηδέ της αναρχίας
μηδέ της τυραννίας το βίο
να καταδεχτείς.
Ο Θεός τα πάντα ζυγιάζει στη μέση
κι αλλιώς το καθετί το μετράει.
Μιλώ για τις αναλογίες.
Η Ασέβεια γεννά την ύβρη
κι ο φρόνιμος ο νους το μέσα πλούτος.
Να το ξέρεις στον αιώνα:
Σεβάσου το βωμό της Δίκης.
Από το κέρδος μη θολώσεις
και μ’ άθεο ποδάρι μη
άτιμά το βωμό πατήσεις.
ΑΛΤΟ
Είναι γραμμένο πως στο τέλος θα πληρώσεις.
Να σέβεται καθένας
και πάνω απ’ όλα το γονιό
και να τιμά τον ξένο
που μπαίνει στο κατώφλι του.
Όποιος δε γονατίζει στην ανάγκη
και το δίκιο ποθεί, δε θα διψάσει τη χαρά
και στα βουνά δε θα βουλιάξει
όποιος μ’ αποκοτιά παράνομα
σοδιάζει με τη βία. θα ‘ρθει καιρός
να κατεβάσει τα πανιά.
όταν χτυπήσει το κακό
και σπάσει το κατάρτι.
ΑΛΤΟ-ΧΟΡΟΣ
Φωνάζει και κανείς δεν τον ακούει
μέσα στης δίνης την ταραχή.
ΑΛΤΟ-ΧΟΡΟΣ
Ένας θεός γελά για το θρασίμι
που δε λογάριασε της συμφοράς το δίχτυ.
ΑΛΤΟ-ΧΟΡΟΣ
Και στ’ ανοιχτά δεν πέρασε τον κάβο
χτυπώντας
στης Δίκης τα ύφαλα
τα περασμένα μεγαλεία,
άκλαυτος χάθηκε κι άφαντος.
ΧΟΡΟΣ
Ουαί, νεότεροι θεοί,
τους νόμους τους αρχαίους τους ρημάξατε
και μέσα από τα χέρια τους αρπάξατε.
ΑΛΤΟ
Ατιμασμένη, η μαύρη. γεμάτη χολή
φαρμάκι, φαρμάκι πικρό, χαμό
θα σπείρω σε τούτη τη γη,
τη βαριά ν’ αλαφρώσω καρδιά μου.
ΧΟΡΟΣ
Στο χώμα θα ρίξω
τη στάλα την άγονη
τη φυλλοξήρα, τον σπόρο τον άκαρπο.
ΑΛΤΟ
Η Δίκη, που κάτω θα πέσει
και στίγμα θανάτου στη χώρα θα βάλει.
Στενάζω τι άλλο να κάνω ;
Θα γίνω της πόλης η συμφορά
έπαθαν μεγάλα δεινά.
ΧΟΡΟΣ
όλελέ μου. οι κόρες της νύχτας
και πενθούν τη βαριά τους ντροπή.
ΑΛΤΟ
Εγώ να τα πάθω αυτά, όλελέ μου,
εγώ η παλαιά των ήμερων,
να κατοικώ στη γη σιχαμερή κι ατιμασμένη ;
Ξεφυσάω και μανιάζω
και ξερνάω χολή.
Αλιά μου, Γη. Ποιος μου τρυπά το
στήθος,
ποιος μου κεντά τα σωθικά;
Αφουγκράσου βαθιά. Μάνα μου Νύχτα
τις αρχαίες τιμές μου τις αρπάξανε
με δόλο κι ένα τίποτα με κάναν οι θεοί.
ΧΟΡΟΣ
Εγώ να τα πάθω αυτά. όλελέ μου.
εγώ η παλαιά των ημερών,
να κατοικώ στη γη σιχαμερή κι ατιμασμένη;
Ξεφυσάω και μανιάζω
και ξερνάω χολή.
Αλιά μου. Γη. Ποιος μου τρυπά το στήθος,
ποιος μου κεντά τα σωθικά;
Αφουγκράσου βαθιά. Μάνα μου Νύχτα
τις αρχαίες τιμές μου τις αρπάξανε
με δόλο κι ένα τίποτα με κάναν οι θεοί.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΕΥΡΙΠΙΔΗ «ΦΟΙΝΙΣΣΕΣ»
ΧΟΡΟΣ
Ω βράχε! που λάμψη δίκορφη φωτιάς…
ΑΛΤΟ
Τη θάλασσα της Τύρου παρατώντας
απ’ της Φοινίκης το νησί
έρχομαι κορφολόγημα στο Λοξία
δούλα να μείνω στο ναό του Φοίβου
κάτω απ’ τα κορφοβούνια του Παρνασσού
τα χιονισμένα…
ΧΟΡΟΣ
…σου λαμπ’ η ράχη σου
στις γιορτές του Διονύσου.
ΣΟΠΡΑΝΟ
Έχω διαβεί με πλοίο το Ιόνιο πέλαγο
σα μάκρυνε από τους κάμπους τους περίβρεκτους
και καρπερούς της Σικελίας ο Ζέφυρος
καβάλα περνώντας του ανέμου τις πνοές
που ’ναι τερπνό κελάϊδισμα
στου τόπου μας τον ουρανό.
ΧΟΡΟΣ
Κι ω κλήμα! π’ ωριμάζεις τ’ άνθη σου
καθημερινά
κι από τα πολυρόγα τσαμπιά σου
στάζεις το κρασί.
ΑΛΤΟ
Για χάρη του Λοξία
μ’ έχουνε διαλέξει μες από τις πρώτες
ομορφιές
κι ήρθα σταλμένη στων Καδμείων τη χώρα
στους ξακουστούς δικούς του Αιγηνορίδη
στου Λάιου εδώ τους πύργους.
ΧΟΡΟΣ
Και σεις σπηλιές, του δράκοντα λημέρια
ΣΟΠΡΑΝΟ
Κι έχοντας την αξία την ίδια που ’χουνε
τα χρυσά ταμένα αγάλματα
στο Φοίβο να γενώ δουλεύτρα τάχτηκα.
Μου λείπει πια στης Κασταλίας τα νάματα
την κόμη μου στολίδι παρθενικό να λούσω
και στου Απόλλωνα τη δούλεψη ν’ αφιερωθώ.
ΧΟΡΟΣ
Και συ βουνίσια βίγλα του θεού…
ΑΛΤΟ
Ω βράχε! που με λάμψη δίκορφη φωτιάς σου
λαμπ’ η ράχη σου στις γιορτές του Διονύσου
ΧΟΡΟΣ
Και συ του χιονισμένου ιερού βουνού τριγυριστή
ΑΛΤΟ
Κι ω κλήμα, π’ ωριμάζεις τ’ άνθη σου καθημερινά
κι από τα πολυρόγα τσαμπιά σου στάζεις το
κρασί.
ΧΟΡΟΣ
Να ζήσω ας ήταν άφοβη
κάτω απ’ τ’ αθάνατο χέρι του θεού
στου Φοίβου
τα μεσόφυλα κοιλώματα
όταν τη Δίρκη αφήσω.
ΣΟΠΡΑΝΟ
Γιατί μου ’ρθε μπρος στα τείχη
τώρα μανιασμένος ο Άρης
κι εξοργίζει αυτής της χώρας
τους εχθρούς.
ΧΟΡΟΣ
Που να μη φτάσει!
ΣΟΠΡΑΝΟ
Γιατί η θλίψη είναι κοινή στους δικούς
κι αν κάτι η χώρα πάθει
η εφτάπυργη
δικό της κι η Φοινίκη το ‘χει.
ΧΟΡΟΣ
Αλί!
ΑΛΤΟ
Α! μα και παιδιά από την ίδια κερασφόρα
Ιώ πετάγονται
και τον πόνο τους γροικώ.
ΣΟΠΡΑΝΟ-ΑΛΤΟ-ΧΟΡΟΣ
Και πυκνό στην πόλη γύρω
σύγνεφο από σπίθες λάμπει
μάχης φονικής σημάδι.
Που γοργά θα νιώσει ο Άδης.
Πως του Οιδίποδα τους γιους
φέρνει συμφορά κατάρας.
Ω Πελασγικό Άργος
τρέμω την αλκή σου
και τη θεία Δικαιοσύνη
τι δεν κάνει τον αγώνα
τούτον άδικα
την Πατρίδα όποιος ποθεί.
ΣΟΠΡΑΝΟ
Εδώ πέρα ο Κάδμος ο Τύριος
ήρθε και κατοίκησε
όπου η τετράποδη δαμάλα
χάμου πλάγιασε μονάχη
το χρησμό αληθεύοντας τον.
Κι ο χρησμός όριζε
τόπο σιτοδότη
για να χτίσει εκεί που νερά
δροσοβόλα από ωραία ποτάμια
τρέχουν στα βαθύσπορα χωράφια
κι ολοπράσινα της Δίρκης.
Κι από το Δία εδώ το Διόνυσο
η Σεμέλη μάνα γέννησε
που κισσός στριφτός τυλίγοντας
ενώ ακόμα ήταν βρέφος
με κλαριά ισκιοφόρα
απαλότατα τον σκέπασε.
Κι έτσι οι κόρες κι οι γυναίκες οι Θηβαίες
χορό του στήσανε βακχικό
και ευοί του ψάλλουν.
ΑΛΤΟ
Εδώ δράκος ήταν του Άρη
φύλακας σκληρός, μοβόρος
που χλοερά ρυάκια
και βρύσες φύλαε
και παντού τις κόρες
στριφογύρνα των ματιών.
ΣΟΠΡΑΝΟ
Μα τον σκότωσε ο Κάδμος
να χεροπλυθεί σαν πήγε
στο κρανίο του βράχο ρίχνοντας
με τα θεριοφάγα μπράτσα
όπως του ’χε πει
η Διογέννητη κι αμήτορη
Παλλάδα.
Και τα δόντια του χάμω έσπειρε
στα βαθύσπορα χωράφια.
Άπο κείνα η γη
πάνοπλους πέταξε άντρες.
Μα ο σκληρός ο φόνος
πάλι με τη μάνα γη τους έσμιξε.
Κι έβρεξε το χώμα μ’ αίμα
που σ’ εκείνες είχε δείξει
το ηλιοφώτιστο τ’ αγέρι.
ΑΛΤΟ
Και το γιο της Πρωτομάνας μας της Ιώς
εσέ τον Έπαφο
γιέ του Δία.
ΣΟΠΡΑΝΟ
Με τη φωνή μου τη βαρβαρική
σε κράζω.
ΧΟΡΟΣ
Βάρβαρα σ’ επικαλούμαι!
Τρέξε δω σ’ αυτή τη χώρα!
Τη θεμελίωσαν τ’ αγγόνια σου
όπου οι θεές οι διπλονόματες έμεναν.
ΣΟΠΡΑΝΟ-ΑΛΤΟ
Η Περσεφόνη
κι η ακριβή θεά μας
Δήμητρα.
ΣΟΠΡΑΝΟ
Στείλε τις θεές τις δαδοφόρες.
Κι υπεράσπισε το λαό τούτο.
ΑΛΤΟ
Κι όλα είναι εύκολα
για τους θεούς.
ΧΟΡΟΣ
Ιερέ Δρυμέ δασύφυλλε με τα πολλά τ’ αγρίμια,
Κιθαιρώνα χιονόσκεπε, της Άρτεμης καμάρι.
άμπωτες να μην έτρεφες το τέκνο της Ιοκάστης
το απόπαιδο του σπιτικού, το θάνατο-
γραμμένο Οιδίποδα
του ξακουστού από τις χρυσές περόνες.
ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Άμποτε να μην έτρεφες το τέκνο της Ιοκάστης
το απόπαιδο του σπιτικού, το θάνατο-
γραμμένο Οιδίποδα
του ξακουστού από τις χρυσές περόνες.
Κι ας μην είχε ‘ρθει του βουνού το τέρας
η φτερωτή παρθένα
η Σφίγγα η κακοτράγουδη
για συμφορά του τόπου
που ο υπόγειος Άδης έστειλε
δω πέρα στους Καδμείους.
Και που καθίζοντας κοντά στα τείχη
με τα νύχια των τετραπλών της των ποδιών
ανεβάζει στον αιθέρα το άβατο φέγγος
τη γενιά την Καδμογεννημένη.
Και να!
Στων γιών του Οιδίποδα την πόλη και το
σπίτι
άλλο δαιμόνιο φούντωσε.
Τι 6,τι καλό δεν είναι
ποτέ τους δε θα γίνει καλό.
Κι ούτε ποτέ παιδιά θα ’ναι στη μάνα νόμιμα
που ’ρθαν στο φως αμαρτωλά
γιατί από γάμο αιμομίχτου πατέρα γεννήθηκαν.
ΧΟΡΟΣ
Ιερέ Δρυμέ…
ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Ω Γη!
ΧΟΡΟΣ
…δασύφυλλε με τα πολλά τ’ αγρίμια.
ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Εδώ πέρα γέννησες – εδώ κάποτε γέννησες
βαρβαρικά καθώς άκουσα να λένε στην
πατρίδα μου
του θεριοφάγου δράκου τ’ άλικο χαίτη τη
γενιά
που φύτρωσε απ’ τα δόντια του το καύχημα της Θήβας.
ΧΟΡΟΣ
Κιθαρώνα χιονόσκεπε
της Άρτεμης καμάρι
ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Και τ’ Ουρανού κάποτε οι γιοι
στης Αρμονίας το γάμο εδώ ήρθαν
και με του Αμφίωνα τη λύρα και τη φόρμιγγα
τα τείχη σηκωθήκανε της Θήβας.
ΧΟΡΟΣ
άμπωτες να μην έτρεφες το τέκνο της Ιοκάστης
ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Και των ποταμών τα δυο τα κάστρα
ανάμεσα στο πέρασμα της Δίρκης
που μπρος απ’ τον Ίσμηνο
τον κάμπο της τον πράσινο
με τα νερά ποτίζει.
ΧΟΡΟΣ
το απόπαιδο του σπιτικού
ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Κι η Ιώ η κερατοστόλιστη προμήτορα μας
γέννησε της Θήβας τους Ρηγάδες
ΧΟΡΟΣ
το θανατογραμμένο Οιδίποδα
ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Κι ενώ μυριάδες αγαθά
λάβαινε η πόλη τούτη δω
το ’να κατόπι απ’ τ’ άλλο
ΧΟΡΟΣ
τον ξακουστό απ’ τις χρυσές περόνες.
ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Τώρα ζωσμένη από στίφη εχθρικά
στον έσχατο τον κίνδυνο έχει φτάσει.
ΧΟΡΟΣ
Ήρθες!
ΑΛΤΟ
Ήρθες φτεροφόρα!
ΣΟΠΡΑΝΟ
Γεννοβόλημα της γης
και της υποχθόνιας Έχιδνας.
ΧΟΡΟΣ
των Καδμείων αρπάχτρα εσύ
ΣΟΠΡΑΝΟ
πολυθάνατη!
ΑΑΤΟ
Πολύβογγη!
ΣΟΠΡΑΝΟ
Κόρη από τη μέση κι άνω.
ΧΟΡΟΣ
Τέρας πολεμόχαρο.
ΑΛΤΟ
Με τ’ αστραφτερά φτερά σου
και τα σαρκοβόρα νύχια
ΣΟΠΡΑΝΟ
Απ’ τα μέρη τα Διρκαία
ΑΛΤΟ
παίρνοντας τους νέους ανάωρα
ΧΟΡΟΣ
με θρηνητικά τραγούδια
ΑΛΤΟ
κι αφανιστική κατάρα.
Στην πατρίδα βόγγους έφερες.
ΣΟΠΡΑΝΟ
Βόγγους για τους φόνους
και φονιάς ένας θεός.
ΧΟΡΟΣ
Μοιρολογάν οι μητέρες
ΑΛΤΟ
Μοιρολογάν τα κορίτσια
ΣΟΠΡΑΝΟ
Μ’ αναστεναγμούς στα σπίτια
ΧΟΡΟΣ
Κι ένας έπειτ’ απ’ τον άλλον
ΑΛΤΟ
κλάμα απανωτό στο κλάμα
ΧΟΡΟΣ
θρήνο απανωτό σε θρήνους
ΣΟΠΡΑΝΟ
Έσκουζαν μέσα στην πόλη
ΧΟΡΟΣ
θρήνο απανωτό σε θρήνους
ΑΛΤΟ
και τα βογγητά κι οι θρήνοι
ΣΟΠΡΑΝΟ
αντηχούσαν σα βροντή
ΧΟΡΟΣ
κάποιον άντρα απ ’ την πόλη
σαν αφάνιζε
ΑΛΤΟ
η παρθένα η φτερωτή.
ΧΟΡΟΣ
Ήρθε αργότερα σταλμένος
απ’ του Φοίβου τους χρησμούς
ο πολύπαθος Οιδίποδας
στη Θηβαϊκή γη με χαρά
που πίκρα γέννησε.
ΑΛΤΟ
Τι το μητρικό το γάμο
τον αταίριαστο έκανε.
ΣΟΠΡΑΝΟ
Μόλις έφτασε ο δόλιος νικητής
των αινιγμάτων.
ΑΛΤΟ
Κι έτσι μόλυνε την πόλη
ΧΟΡΟΣ
χαίτη πνίγει μες στο αίμα
ΣΟΠΡΑΝΟ
ρίχνοντας σ’ ανίερη μάχη
ΑΛΤΟ
ο τρισάθλιος με κατάρες
τα παιδιά του.
ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Μα θαυμάζω!
ΧΟΡΟΣ
Ώ ναι, θαυμάζω!
ΗΘΟΠΟΙΟΣ
Κείνον που να σκοτωθεί
έτρεξε για την πατρίδα!
Κι άφησε στον Κρέοντα θρήνους
για να κάνει νικηφόρες
τις εφτάπυργες τις πύλες.
Ας γινόμουν τέτοια μάνα
με καλά παιδιά. Παλλάδα μου.
που του δράκου εσύ το φόνο
μηχανεύτηκες με πέτρες
κι έκαμες σ’ αυτή τη χώρα
δαιμονοστάλακτος να πέσει
αρπάχτρα οργή.

Ποίηση: Δήμητρα Μαντά – Μίκης Θεοδωράκης
ΤΡΕΙΣ ΩΔΕΣ
Ωδή στον Δία
Ωδή στον Απόλλωνα
Ωδή στον πρώτο Ολυμπιονίκη
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ
Η ΝΙΚΗ
Ο ΠΟΛΕΜΟΣ
ΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ-ΓΗ
Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΟΛΥΜΠΙΑΔΑΣ
Σύνθεση: 1990-1991
Ηχογράφηση: 1992, Βαγγέλης Χατζησίμος, Φρ. Βουτσίνος, Έλενα Μουζάλα (πιάνο) Συμφωνική Ορχήστρα και Χoρωδία ΕΡΤ, LYRA

ΤΡΕΙΣ ΩΔΕΣ
(Δήμητρας Μαντά)

α) Ωδή στον Δία
(Ab Jove principium)
Πολυύμνητε προστάτη των Ολύμπιων Αγώνων
Δία Εσύ των αθάνατων μέγιστε θεέ
εμπνευστή του μεγαλείου και της ομορφιάς, έλα απ’ τα βάθη των αιώνων
και λάμπρυνε ως ήλιος τούτη τη μοναδική στιγμή. Τρισμάκαρε πατέρα.
Και χρυσής ελιάς στεφάνι όπως πρώτα να χαρίσεις
στον πιο άξιο απ’ τους άξιούς το νικητή
μ’ επινίκιο τραγούδι για να δοξασθεί περ’ από τα πέρατα του χρόνου
στα ύψη τ’ ουρανού να ηχεί κι ακόμα πιο ψηλότερα. Δία πατέρα.

β) Ωδή στον Απόλλωνα
Και Συ Απόλλωνα, Λόγε-θεέ. Φως, Χάρη και Ομορφιά
τραγούδησε με τη χρυσαφένια σου λύρα
στο σώμα μου και στην ψυχή ορμή να χαρίσεις μεγάλη
ουράνιε θεέ της αστραπής και του ήλιου
δάφνης και μυρτιάς κλαδί να δρέψω στ’ όνομά σου
στεφάνι της νίκης μου πανάκριβο. Τιμή της Πατρίδας μου Αξεπέραστη.
Ουράνιο τόξο της δόξας μου.

γ) Ωδή στον πρώτο Ολυμπιονίκη
Κόροιβε, εσένα κράζω πρώτε Ολυμπιονίκη
που στου δρόμου τον αγώνα πήρες την πρωτιά
δόξα και τιμή μεγάλη σ’ όλες τις πατρίδες, τόσο που γκρεμίζανε τα τείχη
εχθρό πια δε φοβόντουσαν με τέτοια που ’χαν λεβεντιά.

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ
(Μίκη Θεοδωράκη)
Το σώμα μου τ’ αγάπησα σαν του θεού το σώμα
γι’ αυτό το λούζω με νερό και με μυστικά βοτάνια.
Με τον αγέρα θα παραβγώ και τα χρυσά ελάφια.
Πιο δυνατός κι απ’ τον λέοντα, ευλύγιστος σαν τίγρης, ήρθα εδώ ν’ αγωνιστώ,
τον κότινο να πάρω.
Γίνομαι θεός όταν στην καρδιά μου κλείσω την αρμονία του κόσμου.
Να γίνω πρέπει ένας Γαλαξίας μικρός που τον Νόμο σέβεται.
Ο Νόμος του Αθλητισμού σημαίνει σεβασμό στις πηγές της ζωής,
του Παντός και στο Νόμο του “Ηλίου.
Με καθαρό Νου και Σώμα δοξάζω την Αναγέννηση της Ζωής.
Ο νικητής είναι αυτός που ξεπερνά τον εαυτό του.
Από τη Νίκη πιο μεγάλο είναι να τιμάς το πνεύμα του αγώνα.
Πρώτα είναι ο αγώνας και μετά ακολουθεί η Νίκη.

Η ΝΙΚΗ
(Μίκη Θεοδωράκη)
Η πρώτη σκέψη σε Σε Πατρίδα
με τα φτερά της ψυχής και του νου τώρα τρέχει
Νικητής σε ωραίο αγώνα. Σου δωρίζω τον κότινο και την δόξα
Δόξα και τιμή στον Νικητή, στην Πατρίδα του τη ζηλευτή
Δόξα και στους άλλους που νικήθηκαν, στον καλό αγώνα όλοι νίκησαν.
Βαθιά μέσα μου κοιτώ δύναμη να βρω.
Θα την τεντώσω τη χορδή, είμαι ένα βέλος, σαν αστραπή.
Στα πόδια βάζω φτερά όλο και πιο ψηλά και πιο μπροστά και
πιο μακριά, δεν υπάρχει βάρος, μόνο καρδιά.
Άκου πως χτυπάνε οι καρδιές, οι καρδιές μεθούν και τραγουδούν,
τις ενώνει το τραγούδι του καλού αγώνα και του όμορφου.

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ
(Μίκη Θεοδωράκη)
Το νερό έγινε φωτιά! Απόλλωνα, μέγα θεέ, κάνε να ‘ρθει ξανά η γνώση
μαζί και του ανθρώπου η καρδιά
να ξαναγεννηθεί απ’ τις στάχτες του, φοίνικας νέος
που μες από τις στάχτες του πολέμου πάλι θ’ αναστηθεί.
Το νερό έγινε φωτιά!

ΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ-ΓΗ
(Μίκη Θεοδωράκη)
Γιορτή γιορτή να λάμψει πάνω στη Γη, το Φως το λαμπρό το Φως.
Σένα χαιρετώ εσένα πρώτη απ’ όλους τους θεούς. Εσένα πρώτη καλώ.
Την Ειρήνη την ακριβή, την ποθητή. Λύτρωση μες στις καρδιές μας.
Να ρθεϊς! Να ρθεϊς! Εσένα πρώτη καλώ Ειρήνη γλυκιά του κόσμου.
Η πιο τρανή αγάπη. Όλοι οι λαοί αδέρφια.
Τραγούδι Ιερό για τη Νίκη θα ψάλλω. Ολύμπια Νίκη δε μοιάζεις με
καμιά.
Ειρήνη, πρώτη μου χαρά.
Ποθούμε ν’ αγκαλιάσεις όλους όσους σ’ αγαπάνε.
Γιατί στο στίβο με τη φλόγα της Ολυμπίας,
σημαίνει νίκη να πας πιο μπροστά από σε!
Ακόμα ιερό τραγούδι θα υψώσω σ’ αυτούς που στο στίβο δε βγήκανε
μπροστά.
Τραγούδι ιερό θα πω.
Σ’ αυτούς αφιερώνω έπαινο απ’ την καρδιά μου.
Σ’ αυτούς που δε νικήσανε, τραγούδι.
Μικροί θεοί αυτοί που προσπαθούν να νικήσουν τον εαυτό τους
μεθυσμένοι απ’ το θείο κρασί.
Γιορτή! Γιορτή! Χαρά μεγάλη!
Τους νικητές, τους νικημένους ας δοξάσουμε όλους τους νέους μαζί.
Ηχούν χαρούμενα στον κόσμο οι καμπάνες!
Άμποτε μια μέρα οι λαοί να ενωθούνε μέσα στη μια Πατρίδα μας Γη!
Σε μια Πατρίδα με Νόμο το Σώμα, το Νου και την Ψυχή!
Πατρίδα! Πατρίδα της ομορφιάς και της Ειρήνης.
Στον Αγώνα, πιο δυνατά, πιο υψηλά, πιο μακριά, για την Ειρήνη!
Αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο Μέγας!

Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΟΛΥΜΠΙΑΔΑΣ
(Μίκη Θεοδωράκη-Δήμητρας Μαντά)
Μια νέα εποχή αρχίζει, στον Κουμπερτέν τιμή αξίζει.
Γεννήθηκαν ξανά οι αγώνες, που ’χαν σωπάσει για αιώνες.
Το σώμα και ο νους φιλιώνουν, την ανθρωπιά στο φως υψώνουν.
Η Ολυμπία ξανά στο φως – το εξαίσιο φως
τραγουδά τη χαρά ξανά, τη λαμπρή χαρά. Σε κάθε άκρη της γης το μήνυμά της
τα νιάτα όλης της γης να’ ρθουν κοντά της.
Οι αγώνες ξανά αρχινούν. απ’ τα πέρατα τώρα όλης της γης.
Με τη φλόγα που άναψαν οι ιέρειες της ολύμπιας γης
τρέχουν όλοι χαρούμενοι φωτισμένοι απ’ τ’ άγιο φως.
Νέοι, νέες, παιδιά της γης. μαύροι, άσπροι, φυλές απ’ όλη τη γη
στον αγώνα της αρετής με το σώμα μαζί ο νους κι η ψυχή.
Της ιερής Παλλάδας τώρα την πόλη διάλεξαν να ξαναρχίσουν
οι Ολυμπιακοί Αγώνες με νέα ορμή
σμίγουν οι λαοί, οι λαοί μαζί αδερφωμένοι.
Το γαλανό ουρανό της σχίζουν χιλιάδες κάτασπρα όμορφα περιστέρια
ανάλαφρα πετούν στα ουράνια με τ’ αγεριού θεία μουσική
μήνυμα χαράς και Ειρήνης στέλνουν.
Λάμπει η Γη! Μέγα Φως!
Έφηβοι νέοι τώρα έτοιμοι στον αγώνα. Όλοι πρωτιά ποθούνε στέφανο για να
πάρουν
τρέχουν, πηδούν, παλεύουν, ’ίδια λιοντάρια μοιάζουν.
Ρίχνει ακόντιο ο ένας, άλλος πετά τον δίσκο.
Άλμα απλό σε μήκος, άλμα τριπλό και σφαίρα.
Άλμα σε ύψος, δρόμος, πάλη και πυγμαχία.
Νάτος ο Σπόρος Λούης, πρώτος στον μαραθώνιο, όλοι ζητωκραυγάζουν,
ηρώα τον τιμούνε.
Τα σύνορά του κόσμου σπάνε, τα μίση όλα πια σκορπάνε
οι εξουσίες κι αν χωρίζουν, οι αγώνες φίλιωμα χαρίζουν
και τις καρδιές τους αν πληγώνουν, οι Ολυμπίες τους ενώνουν.
Η ομορφιά του κόσμου τον στίβο πλημμυρίζει, η νιότη όλου του κόσμου καινούργιο κόσμο χτίζει.
Μες απ’ τους αγώνες είθε ν’ απλωθεί ένα νέο πνεύμα να γιγαντωθεί.
Μια πατρίδα μόνο που τη λένε Γη. Χαρά! Μεγάλη Χαρά!
Της Ολυμπιάδας πνεύμα ιερό, στον καινούριο αιώνα στάσου φωτεινό.
Βοήθα όλους τους λαούς της γης να βρουν την αγάπη.
Κάνε να γίνει η αρχή για μια νέα εποχή!
Της χαράς! Μια νέα Εποχή!
Ενωθείτε βράχια βράχια.
Ενωθείτε χέρια χέρια.
Τα βουνά και τα λαγκάδια πιάστε το τραγούδι!
Πολιτείες και λιμάνια μπείτε στο χορό. Σήμερα παντρεύουμε τον “Ήλιο,
τον Ήλιο με την νύφη τη μονάκριβη την Πασχαλιά!
Πολυχρόνιος ημέρα.
Υπερμάχω. Υπερμάχω.

Με φόντο το ADAGIO του Μίκη Θεοδωράκη
Διαβάζουν: η Ιουλίτα Ηλιοπούλου και ο Μίκης Θεοδωράκης

Ι.
Θά πενθώ πάντα – μ’ ακούς; – για σένα,
μόνος, στον Παράδεισο

Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο καιρός
πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.

ΙΙ.
Πενθώ τον ήλιο και πενθώ
τα χρόνια που έρχονται χωρίς εμάς
και τραγουδώ τ’ άλλα πού πέρασαν
εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες
οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
τα “πίστεψέ με” και τα “μή”
μια στόν αέρα μιά στή μουσική

Τα δυό μικρά ζώα, τα χέρια μας
που γύρευαν ν’ ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο
η γλάστρα μέ το δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
και τα κομμάτια οι θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
πάνω απ’ τις ξερολιθιές, πίσω απ’ τούς φράχτες
την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
κι έτρεμες τρεις φορές το μώβ τρείς μέρες
πάνω απότους καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
στον τοίχο μέ τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά
Παιδί με το λιβάνι
και με τον κόκκινο σταυρό
την ώρα πού βραδιάζει
στων βράχων το απλησίαστο
πενθώ το ρούχο πού άγγιξα
και μου ήρθε ο κόσμος.

ΙΙΙ.
Έτσι μιλώ γιά σένα και για μένα

Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
να μπαίνω σα;ν Πανσέληνος
απο παντού, γιά το μικρό το πόδι σου
μες στ’ αχανή σεντόνια
να μαδάω γιασεμιά κι έχω τη δύναμη
αποκοιμισμένη, να φυσώ να σέ πηγαίνω
μες από φεγγαρά περάσματα
και κρυφές της θάλασσας στοές
υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουμε

Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
πώς χαιδεύεις, πώς φιλάς
πώς λές ψιθυριστά το “τί” και το “έ”
τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
πάντα εμείς το φώς κι η σκιά

πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ
το σκοτεινό πλεούμενο
πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
το βρεγμένο μουράγιο
και η λάμψη επάνω στά κουπιά

Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
τα δετά τριαντάφυλλα
και το νερό που κρυώνει
πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα
και πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
το γερτό παντζούρι εσύ,
ο αέρας που το ανοίγει εγώ
επειδή σ’ αγαπώ και σ’ αγαπώ
πάντα Εσύ το νόμισμα
και εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
καμάρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα
τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Που πια δέν έχω τίποτε άλλο
μές στούς τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι
επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο
δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι
κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
είναι νωρίς ακόμη μές στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

ΝΑ ΜΙΛΩ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ.

ΙV.
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς
δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ ακούς
το χαμένο μου το αίμα
και το μυτερό, μ’ ακούς, μαχαίρι
σαν κριάρι πού τρέχει μες στούς ουρανούς
και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς
είμ’ εγώ, μ’ ακούς
σ’ αγαπώ, μ’ ακούς
σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
το λευκό νυφικό τής Οφηλίας, μ’ ακούς
που μ’ αφήνεις, που πας και ποιός, μ’ ακούς

Σου κρατεί το χέρι πάνω απ ‘τους κατακλυσμούς

Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
θα’ ρθει μέρα, μ’ ακούς, να μας θάψουν
κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
λαμπερά θα μας κάνουν περώματα, μ’ ακούς
να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, ν’ ακούς
των ανθρώπων
και χιλιάδες κομμάτια να μάς ρίξει
στα νερά ένα-ένα, μ’ ακούς
τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ ακούς
κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς
όπου κάποτε οι φιγούρες των Αγίων
βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς
οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς
ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
περιμένουν οι άγγελοι με κεριά
και νεκρώσιμους ψαλμούς
πουθενά δεν πάω, μ’ ακους
ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ ακούς

Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας
και, μ’ ακούς, της αγάπης
μια για πάντα το κόψαμε
και δεν γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς
σ’ άλλη γή, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς
δεν υπάρχει το χώμα δεν υπάρχει ο αέρας
που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ ακούς

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε
σ’ άλλους καιρούς
απο τόσον χειμώνα
κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς
να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς
μες στη μέση της θάλασσας
απο το μόνο θέλημα της αγάπης, μ’ ακούς
ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς
με σπηλιές και μέ κάβους
κι ανθισμένους γκρεμούς
άκου, άκου
ποιος μιλεί στά νερά και ποιός κλαίει- ακούς;
ποιος γυρευει τον άλλο, ποιος φωναζει- ακούς;
είμ ‘εγώ πού φωνάζω
κι είμ’ εγώ πού κλαίω, μ’ ακούς
σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.

V.
Για σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
με σοφές παραμάνες και μ’ αντάρτες απόμαχους
από τι νά’ ναι πού έχεις τη θλίψη του αγριμιού
την ανταύγεια στο μέτωπο
του νερού του τρεμάμενου
και γιατί, λέει, να μέλει κοντά σου να ‘ρθω
που δεν θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας
τον καλπασμό και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
στα μέρη τ’ αψηλά της Κρήτης τίποτα
για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός
να μου οδηγεί το χέρι

Πιο δω, πιο κεί, προσεχτικά σ’ όλατογύρο
του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους,
τα μαλλιά στο λόφο κυματίζοντας αριστερά

Το σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
μάτια της περηφάνειας και του διάφανου
βυθού, μέσα στό σπίτι με το σκρίνιο το παλιό
τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο
μόνος να περιμένω που θά πρωτοφανείς

Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
με τ’ άλογο του Αγίου
και το αυγό της Ανάστασης

Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
να χωράς στό κεράκι
τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή
πού κανείς να μην έχει δεί και ακούσει
τίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
ούτε ο θαμμένος πρόγονος
άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
για σένα, ούτε η γερόντισσα μ’ όλα της τα βοτάνια
για σένα μόνο εγώ, μπορεί και η μουσική
που διώχνω μέσα μου
αλλ’ αυτή γυρίζει δυνατότερη
για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
το στραμμένο στό μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο
για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
που βρίσκει μες στό σώμα
και που τρυπάει τη θύμηση
και να το χώμα, να τα περιστέρια,
να η αρχαία μας γή.

VI.
Έχω δεί πολλά και η γή μες απ’ το νού
μου φαίνεται ωραιότερη
ωραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς
η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα τα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στά κύματα
ωραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης
πάνω από τα βουνά της θάλασσας

Έτσι σ’ έχω κοιτάξει που μου αρκεί
να’ χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
μες στό αυλάκι που το πέρασμα σου αφήνει
σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ ακολουθεί

Και να παίζει με τ’ άσπρο
και το κυανό η ψυχή μου!

Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
πριν από την αγάπη και μαζί
για τη ρολογιά και το γκιούλ-μπιρσίμι
πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος και ας είναι ο ήλιος που κρατείς
ένα παιδί νεογέννητο
μόνος και ας είμ’ εγώ η πατρίδα που πενθεί
ας είναι ο λόγος που έστειλα
να σου κρατεί δαφνόφυλλο
μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ’ ολοστρόγγυλο
βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω
στους καιρούς τον Παράδεισο!

VII.
Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα

Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
έχω ρίξει μες στ’ άπατα μιαν ηχώ
να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

ΝΑ ΣΕ ΒΛΕΠΩ ΜΙΣΗ ΝΑ ΠΕΡΝΑΣ ΣΤΟ ΝΕΡΟ
ΚΑΙ ΜΙΣΗ ΝΑ ΣΕ ΚΛΑΙΩ ΜΕΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ…

ΛΥΡΙΚΕΣ ΤΡΑΓΩΔΙΕΣ

Όπερα σε δύο πράξεις
Σε κείμενο του συνθέτη και στίχους Κ. Καρυωτάκη και Κ. Βάρναλη
Πρώτη παράσταση: Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 1987, Εθνική Λυρική Σκηνή
Μουσική Διεύθυνση: Λουκάς Καρυτινός
Σκηνοθεσία: Σπύρος Ευαγγελάτος
Σκηνικά-Κοστούμια: Γιώργος Πατσάς
Διεύθυνση Χορωδίας: Φάνη Παλαμίδη
Χορογραφίες: Ολυμπία Γελοδάρη
Διανομή: Ποιητής: Ανδρέας Κουλουμπής – Διονύσης Τρούσσας, Διόνυσος: Φραγκίσκος Βουτσίνος
Ρωμιοσύνη: Κική Μορφωνιού – Μαρία Μαρκέτου, Φαίδρα: Μυρτώ Δούλη – Αλέκα Δρακοπούλου, Δημοσιογράφος: Σταμάτης Μπερής – Στάθης Κάκκος, Άγγελος: Θάνος Πετράκης – Κωνσταντίνος Παλιατσάρας, Βασιλιάς: Δάνης Τσακιρίδης – Γιώργος Παναγόπουλος, Βασίλισσα: Ιλεάνα Κωνσταντίνου – Καίτη Στελλάκη, Αξιωματικός: Θέμις Σερμιέ – Νίκος Παρίσης, Καπετάνιος: Σπύρος Χαγιάννης
Χορευτής: Σάκης Μπαλτατζής.
Ηχογράφηση: 1991,Μυsic Βox (ΜΒΙ).

Όπερα σε δύο πράξεις
Bασισμένη στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη.
Μετάφραση, προσθήκες, προσαρμογή για όπερα Μίκης Θεοδωράκης
ΠΡΩΤΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ: 1991, Θέατρο Arriaga Μπιλμπάο Ισπανίας.
Μουσική Διεύθυνση: Λουκάς Καρυτινός
Σκηνοθεσία: Lois Iturri
Μουσική Προετοιμασία: Δημήτρης Γιακάς
Προετοιμασία Χορωδίας: Φάνη Παλαμήδη
Συμφωνική Όρχήστρα και Χορωδία της Όπερας του Μπιλμπάο.
Διανομή: Μήδεια: Κατερίνα Οικονόμου, Ιάσων: Ζάχος Τερζάκης, Αιγεύς: Κώστας Πασχάλης, Κρέων: Φραγκίσκος Βουτσΐνος, Τροφός: Μαρία Μαρκέτου, Αγγελιοφόρος: Σταμάτης Μπερής, Κορυφαία: Αλεξάνδρα Παπατζιάκου, Παιδαγωγός: J. T. Hernani
ΠΡΩΤΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ 6 και 8 Ιουλίου 1993, Ηρώδειο, Φεστιβάλ Αθηνών.
Μουσική Διεύθυνση: Λουκάς Καρπτινός
Σκηνοθεσία: Σπύρος Ευαγγελάτος

Όπερα σε δύο πράξεις
Βασισμένη στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη
Λιμπρέτο: Σπύρος Ευαγγελάτος
Μετάφραση: Κωστής Γεωργουσόπουλος
ΠΡΩΤΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ: 2-6 Μαΐου 1995. Λουξεμβούργο -Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης.
Μουσική Διεύθυνση: J. M. Florencio j.
Σκηνοθεσία: M. Weis-Grzesinski
Συμφωνική Ορχήστρα – Χορωδία – Μπαλέτο της Πολωνικής Όπερας Poznan

Όπερα σε δύο πράξεις
Βασισμένη στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή
Λιμπρέτο: Μίκης Θεοδωράκης
ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΡΕΜΙΕΡΑ: 7- 11 Οκτωβρίου 1999. Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.
Μουσική Διεύθυνση: Λουκάς Καρυτινός
Σκηνοθεσία: Βασίλης Νικολαΐδης
Σκηνικά- Κοστούμια: Νικόλαος Γεωργιάδης
Διεύθυνση Χορωδίας: Φανή Παλαμήδη
Χορογραφία-Κίνηση: Ισίδωρος Σιδέρης
Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, Χορωδία Εθνικής Λυρικής Σκηνής, Ομάδα Χορού «Θεατροκίνηση»

Mια “λυρική κωμωδία” σε δύο μέρη (δέκα σκηνές) σε λιμπρέτο του Μίκη Θεοδωράκη. Το έργο, ανατέθηκε από το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και την Πολιτιστική Ολυμπιάδα.
Τα σκηνικά ήταν του Διονύση Φωτόπουλου, τα κοστούμια του Γιώργο Γαβαλά, η μουσική διεύθυνση του Νίκου Τσούχλου και του Βασίλη Χριστόπουλου.
Έπαιξε η Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.
Στη διανομή ήταν οι: Δάφνη Ευαγγελάτου, Λουντμίλα Σεμτσούκ, Μαρίνα Βουλογιάννη, Αλεξάνδρα Παπατζιάκου, Δημήτρης Καβράκος, Ζάχος Τερζάκης κ.ά. Μετείχε για πρώτη φορά σε όπερα ο Γιώργος Νταλάρας, με τον ρόλο του Ποιητή.
Συμμετείχαν επίσης η Χορωδία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και ο Γιώργος Μιχαηλίδης.

Σύνταξη: Γιώργος Αγοραστάκης

Πηγές:

Θεοδωράκης Μίκης, Μελοποιημένη ποίηση. Συμφωνικά – Μετασυμφωνικά – Ορατόρια, τ. 2, Εκδ. Ύψιλον, 1998

Θεοδωράκης Μίκης, Μελοποιημένη ποίηση. Λυρικές Τραγωδίες, τ. 3, Εκδ. Ύψιλον, 1999

Ο Συμφωνικός Θεοδωράκης, Από την Κασσιανή ως τη Λυσιστράτη, Εκδ. Πατάκη, 2006

Back To Top