skip to Main Content

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΟΤΣΗΣ

Ο Μίκης και οι πληγές της Αριστεράς

«Ο μόνος εχθρός του λαού είναι η εξουσία,
εν τέλει κάθε εξουσία- κι αλίμονο
αν έχουμε μόνο μία εξουσία»
Μίκης Θεοδωράκης, «’Αξιος Εστί» (β’ τόμος)

Όλοι μας, είμαι σίγουρος, έχουμε ακούσει, σε κάποιες από τις παραλλαγές της, την φράση : «Μεγάλος δημιουργός ο Μίκης Θεοδωράκης, ο μέγιστος. Αλλά όταν ανακατεύεται με την πολιτική, τα κάνει θάλασσα. Πραγματικός ανεμόμυλος».

Εκ του πονηρού, λέω, το πρώτο σκέλος για να ηχεί πειστικότερα το δεύτερο: Ότι ο Μίκης είναι o κορυφαίος δημιουργός μας στη μουσική δεν χρειάζεται του καθενός μας την επιβεβαίωση.

Η πρόσφατη ύψιστη τιμητική διάκριση της Ουνέσκο επικύρωσε απλώς μία παγκόσμια αναγνώριση, μιαν οικουμενική καταξίωση.

Με τον «Καημό» του Μίκη, ύμνος στην ελευθερία για την Σκανδιναβία, συνοδεύεται στην τελευταία κατοικία του ο Ούλαφ Πάλμε. Σε ελεγεία ωδή μετατρέπει ο Μίκης το νεκρώσιμο θρήνο εκατομμυρίων για τον Νάσερ. Ο Αραφάτ και ο Ράμπιν παραλαμβάνουν το Νόμπελ για την Ειρήνη με υπόκρουση τα «Μαουτχάουζεν» και τον ύμνο των Παλαιστινίων – του Μίκη.

Συγκλονίζεται, απ’ άκρη σ’ άκρη, η Λατινική Αμερική με το «Κάντο Χενεράλε» του Μίκη, σε ποίηση Πάμλο Νερούδα. Με τον «Αντώνη» του Μίκη μπαίνουν στην Καμπούλ οι Αφγανοί αντάρτες. Κραυγή αντίστασης το ίδιο τραγούδι στην Τεχεράνη, την Κωνσταντινούπολη και το Καράκας. Επαναστατικός θούριος για τους Τουπαμάρος. Με το «Ζορμπά» του ξεφαντώνουν σ’ όλο τον κόσμο. Η θεία λειτουργία στο Λούντς της Σουηδίας τελείται επί δύο χρόνια με την «Κατάσταση Πολιορκίας» του Μίκη, σε συγκλονιστικούς στοίχους της Μαρίνας, της αλησμόνητης Ρένας Χατζηδάκη. Τραγούδια της ελπίδας για τους αδύναμους, τους αδικημένους και τους κατατρεγμένους, τραγούδια της αντίστασης σε κάθε τυραννία, όπου Γης, σαλπίσματα εξέγερσης είναι τα τραγούδια του Μίκη.

Κάτι είχαν μάθει για τον Κάλβο από το σχολείο, αλλού την ποίηση του Σεφέρη και του Ελύτη, του Βάρναλη, του Ρίτσου και του Σικελιανού, οι πλείστοι των Ελλήνων την πρωτάκουσαν μελοποιημένη από τον Μίκη, απ’ αυτόν πρωτόμαθαν ότι ο Μανώλης Αναγωστάκης και ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Μιχ. Κατσαρός και ο Μάνος Ελευθερίου είναι ποιητές.

Βάλσαμο για τ’ αδέλφια μας στην Κύπρο, αυτό το «χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγο», οι συναυλίες του Μίκη στη Μεγαλόνησο και σ’ ολόκληρη της Ευρώπη, επί τρία χρόνια μετά την εθνική τραγωδία του ’74.

Και τη δική μου τη γενιά, τη «γενιά της φάπας», που δεν αξιώθηκε να ζήσει την έξαρση και το μεγαλείο της Εθνικής Αντίστασης, αλλά γεύθηκε πικρά όλο το κατατρεγμό της ήττας, τη στήλωσε στα πόδια της πρωτίστως ο Μίκης Θεοδωράκης – και όχι μόνο με τα τραγούδια του.

Όσοι, κυρίως από τον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς, μέμφονται τον Μίκη σαν «πολιτικά ανεμόμυλο», του καταλογίζουν ότι αφέθηκε επιπολαίως να τον χρησιμοποιήσουν ο Κων/νος Καραμανλής, στον τελευταίο χρόνο της δικτατορίας και στην μεταπολίτευση, ο Αν. Παπανδρέου, το 1988, για άνοιγμα φιλίας με την Τουρκία και ο Κων/νος Μητσοτάκης, στην περιβόητη «κάθαρση».

Παρά τις όποιες ενστάσεις και διαφωνίες μου τότε, θεωρώ τώρα ότι ο Μίκης δικαιώθηκε ιστορικά και στις τρεις κρίσιμες επιλογές του:

  • Πρώτος και μόνος από τον αντιστασιακό χώρο, ο Μίκης, του Γενάρη του 1973 υποστήριξε ανοιχτά τη «λύση Καραμανλή», ως μοναδική εναλλακτική λύση. Πρώτη και κύρια επιλογή του ήταν, βέβαια, η συνένωση όλων των αντιστασιακών δυνάμεων υπό το Εθνικό Αντιστασιακό Συμβούλιο, με την ελπίδα ότι μία παλλαϊκή αντίσταση θα γκρέμιζε τη χούντα. Το ΕΑΣ δεν συγκροτήθηκε ποτέ – το σαμποτάρισε ο Αν. Παπανδρέου. Κύρια ενασχόληση της παραδοσιακής Αριστεράς ήταν τότε η πολυδιάσπαση και ο εμφύλιος σπαραγμός της. Παλλαϊκή αντίσταση δεν εκδηλώθηκε ποτέ, νέο ΕΑΜ δεν υπήρξε – όσο κι αν αργότερα, στις επετείους του Πολυτεχνείου, οι μυριάδες πλημμυρίζαν τις λεωφόρους. Μέσα σε κλίμα σύγχυσης και αβεβαιότητας, σε εξαιρετικά έκρυθμες περιστάσεις και με χουντικό στρατηγό αρχηγό ακόμη του κράτους, ο Κων/νος Καραμανλής αποδείχθηκε ιστορικά ο καταλληλότερος για μία ομαλή μεταπολίτευση. Και, ασφαλώς, ο συνετός θεμελιωτής της μεταχουντικής δημοκρατίας μας -με τις καίριες επιλογές του : Οι δικτάτορες μέσα στη φυλακή, εφ όρου ζωής. Ο βασιλιάς έξω, μία για πάντα. Νόμιμο το ΚΚΕ. Και, πάνω απ’ όλα, η Ελλάδα στην Ευρώπη, στη τότε ΕΟΚ – ένα προσωπικό του και μόνο επίτευγμα.
  • Το 1986 ο Μίκης, κόντρα στην πολιτική της έντασης, με τις ολέθριες συνέπειες, συγκροτεί την Επιτροπή Ελληνοτουρκικής Φιλίας με προσωπικότητες από τις δύο χώρες. Πολλά τότε τα αναθέματα, κυρίως από το ΠΑΣΟΚ, θερμόαιμα στελέχη του οποίου έγραφαν να δωθεί ο Μίκης για εκτέλεση στο Γουδή. Αλλά αμέσως μετά τη συνάντησή του με τον Οζάλ στο Νταβός, ο Αν. Παπανδρέου καλεί πανηγυρικά την Επιτροπή Ελληνοτουρκικής Φιλίας στο Καστρί και στέλνει τον Μίκη προπομπό του στην ‘Αγκυρα. Δέκα χρόνια αργότερα κι ως σήμερα, πολλοί στην πολιτική ηγεσία διεκδικούν την πατρότητα της πολιτικής για προσέγγιση με τη Τουρκία.
  • Το 1989 το σκάνδαλο Κοσκωτά συνταράσσει (και) τον Μίκη, τον γαλουχημένο με το ήθος του αγωνιστή της Αριστεράς. Εισπράττει ως ύβρη την εκτεταμένη σήψη και διαφθορά, τα φαινόμενα καθεστωτικής αλαζονείας, τη χυδαιότητα του «αυριανισμού». Δεν κλείνει τα μάτια στα θετικά του ΠΑΣΟΚ : τον εκδημοκρατισμό, την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, την ενίσχυση των χαμηλών εισοδημάτων. Αλλά και δεν συγχωρεί ποτέ στον χαρισματικό μα άκαπνο, τον άσπονδο φίλο του Αν. Παπανδρέου ότι υποφαλάγγισε δημαγωγικά τις θέσεις της Αριστεράς για να λεηλατήσει της δυνάμεις της. Με άριστες σχέσεις μαζί του από το Παρίσι της εξορίας, ο Κων/νος Μητσοτάκης, ευφυώς, προτείνει το 1991 στον Μίκη να γίνει υπουργός – ό,τι δεν τόλμησε ή δεν τον άφησαν να κάνει το 1974 ο Κων/νος Καραμανλής στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Ο Μίκης ορκίζεται υπουργός Επικρατείας με δύο, κυρίως, στόχους : την κάθαρση και την τρομοκρατία. Ατύχησαν και οι δύο και στα δύο.

Όλες αυτές οι κινήσεις συνεργασίας του Μίκη με εξ ορισμού πολιτικούς αντιπάλους, που τον σέβονται, είναι ανοιχτές και καθαρές απέναντι στο λαό, δεν προέρχονται από ίντριγκες και παρασκηνιακές συναλλαγές και αποσκοπούν στην προώθηση δικών του διακηρυγμένων θέσεων.

Έμελλε, αντιθέτως, ο Μίκης Θεοδωράκης ο εσαεί ΕΑΜίτης, που αμετανοήτως δηλώνει ακόμη κομμουνιστής μέχρι παρεξηγήσεως, όταν επιχειρεί να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, να έχει άκρως προβληματικές σχέσεις όχι με το λαό της Αριστεράς, που τον λάτρεψε και τον λατρεύει, αλλά ακριβώς με τις ηγεσίες της κομμουνιστικής Αριστεράς – και στις δύο εκφάνσεις της, τη δογματική και την ανανεωτική.

Για ανοιχτή πληγή μιλάει ο ίδιος. Πληγή χαίνουσα και αιμάσσουσα. Θα ανατρέξω πολλά χρόνια πριν, σε δύο βιωματικά περιστατικά :

  • Την επομένη των εκλογών του Οκτωβρίου 1974 βλέπω τον Μίκη στο εκλογικό κέντρο της κατ’ ευφημισμόν «Ενωμένης Αριστεράς», στην Ιπποκράτους. Κάτωχρος, πελιδνός δείχνει να τα΄χει χαμένα. Καθώς αγκαλιαζόμαστε, ψελλίζει την παροιμιώδη πικρή ρήση του Χαρ. Τρικούπη : «Ανθ’ ημών Γουλιμής». Παραδοσιακό κάστρο της Αριστεράς, η δεύτερη εκλογική περιφέρεια Πειραιώς, η Κοκκινιά, το Κερατσίνι, η πολυτραγουδησμένη Δραπετσώνα, δεν εξέλεξε βουλευτή τον Μίκη Θεοδωράκη: Το πρώτο ηγέτη της Αντίστασης, που το μήνυμά του προς τον ελληνικό λαό και τη δημοκρατική οικουμένη φλόγιζε τις καρδιές, δύο μόλις ημέρες μετά το πραξικόπημα. Τον συνιδρυτή, μαζί μας, του «Πατριωτικού Μετώπου», την ένατη μόλις ημέρα της δικτατορίας, όταν όλοι οι άλλοι πολιτικοί λούφαξαν, όσοι δεν είχαν συλληφθεί με τις πυζάμες. Τον ηγέτη του ρωμαλέου κινήματος των Λαμπράκηδων. Τον ραψωδό της Ρωμιοσύνης…. Το ΚΚΕ, με σταυρωμένα ψηφοδέλτια, μοιρασμένα σπίτι – σπίτι, αντί του Μίκη, ανέδειξε βουλευτή τον Δημ. Γόντικα, στέλεχος τότε της ΚΝΕ. Θα χρειαστεί χρόνια, ακόμη και ο ανοιχτόμυαλος Χαρ. Φλωράκης να συνειδητοποιήσει το εγκληματικό λάθος και να επανορθώσει.
  • Από τους πρώτους μήνες της διδακτορίας το άλλο περιστατικό. Το δεύτερο μήνα, ηγετικά στελέχη της ΕΔΑ, που διέφυγαν την σύλληψη και πέρασαν στην παρανομία, ο Μπριλλάκης, ο Φιλίνης, ο Δρακόπουλος βρέθηκαν μαζί, έστησαν κατά τα ειωθότα την «καθοδήγηση» βρήκαν και τον Μίκη, βρήκαν έτοιμο το «Πατριωτικό Μέτωπο»-και βεβαίως το καπέλωσαν. Σε άγριες συνθήκες παρανομίες, όσοι το στελεχώναμε τότε με εξίσου άγριες αντιηγετικές διαθέσεις, ασφυκτιούσαμε «όρθιοι και μόνοι μεσ’ στη φοβερή ερημιά του πλήθους», κατά το στίχο του Αναγνωστάκη – καθ’ ότι οι Νομικές και τα Πολυτεχνεία καθυστερούσαν απελπιστικά. Ασφυκτιούσε πρώτος πρώτος ο Μίκης, απομονωμένος σκόπιμα από μας και με την αυτόκλητη «καθοδήγηση»να τον θέλει σε θέση κομπάρσου. Σε περιπετειώδεις συνθήκες βρισκόμαστε με τον Μίκη στο Χαϊδάρι στις 17 Αυγούστου. Για ένα 24ωρο προγραμματίζουμε τη χειραφέτηση του «Πατριωτικού Μετώπου», τη μεγάλη ανατροπή, την πιο θεμιτή διάσπαση της Αριστεράς, που δεν έμελλε να συντελεσθεί ποτέ. Η σύσκεψη της ανατροπής, με έτοιμα και πρόθυμα όλα τα πραγματικά στελέχη του Πατριωτικού Μετώπου ήταν να γίνει στις 25 Αυγούστου. Στις 21 ο Μίκης συνελήφθη…

Στο «Χρέος» του Ο Μίκης καταγράφει και στο «’Αξιον εστί» περιγράφει πολλά τραγικά και τραγελαφικά περιστατικά. Γι’ αυτές τις πληγές, ακριβώς, που στάζουν χολή, πύον και αίμα.

Η ηγεσία της παραδοσιακής Αριστεράς δεν θέλει ηγέτη τον Μίκη. Κι όταν αναδεικνύεται με το σπαθί του πρόεδρος των Λαμπράκηδων και πρώτος αρχηγός της Αντίστασης, τον καθαιρεί. Παραείναι ψηλός ο Μίκης για τη μίζερη μεζούρα της Αριστεράς. Ο Στάλιν με μπόι μόλις 1,60, δεν έκανε μέλος του Πολιτικού Γραφείου κανένα ψηλότερο από 1,59.

Ο Μίκης μια ζωή συμβολίζει ενοχλητικά ότι η Ελληνική Αριστερά, μόνον ως δύναμη πατριωτική μεγαλουργεί. Ο Μίκης έχει, πλάθει οράματα: Ουδείς αξιοποίησε τη μεγαλόπνοη σύλληψη του να εγκατασταθεί στους Δελφούς το μόνιμο πολιτιστικό κέντρο της Ευρώπης. Ή τις προτάσεις του στο «Αντιμανιφέστο» του 1987 για τον ελεύθερο χρόνο των εργαζομένων- καυτά επίκαιρες τώρα, με την πλήρη ανατροπή των εργασιακών σχέσεων από την λαίλαπα του νεοφιλελευθερισμού. Ο Μίκης είναι επικίνδυνα ανεξάρτητος, ελευθερόφρων κι ανυπότακτος. Ποταμός δημιουργίας δεν μπαίνει σε καλούπια. Αυθαιρετεί κακόβουλα όποιος, στον απίστευτο όγκο του έργου του, διαχωρίζει τις παρτιτούρες από τα πολιτικά του κείμενα-για ενιαίο σύνολο πρόκειται.

‘Αλλα ο Μίκης έχει ένα κουσούρι, που δεν επιτρέπει πρώτους πολιτικούς ρόλους. Στις κρίσιμες στιγμές πάντοτε ορθός, ρίχνεται πρώτος στη μάχη, παίζοντας τη ζωή του κορώνα – γράμματα, κάτι που δεν μας έχουν συνηθίσει με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι πολιτικοί μας ηγέτες.

 

Γεώργιος Bότσης
Γεννήθηκε το 1938 στη Λάβδανα Ιωαννίνων. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα. Δημοσιογραφεί από το 1957 – τα τελευταία 30 χρόνια στην «Ελευθεροτυπία». Από τους ιδρυτές, μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη, του Πατριωτικού Μετώπου στη δικτατορία, καταδικάστηκε ερήμην σε φυλάκιση 5 χρόνων. Έχει τιμηθεί με τα δημοσιογραφικά βραβεία «Bότση» και από διάφορους Δήμους και συλλόγους ανά τη χώρα. Είναι παντρεμένος με τη δημοσιογράφο Λένα Παγώνη και έχει δύο κόρες, την ‘Αννα και τη Νικολέτα.

Back To Top