skip to Main Content

Κάτω απ’ την Ακρόπολη, μπροστά στου Φιλοπάππου, είναι το παράθυρο του. Έχει στραμμένη την πλάτη στο δωμάτιο, έχει απλώσει τα πόδια του στον καναπέ και κοιτάζει έξω απ’ το τζάμι, στο λαμπρό ήλιο. Δείχνει σε φόρμα. Είναι περασμένες δέκα. Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι ήδη εδώ και αρκετά χρόνια ο μύθος του νεοελληνικού πολιτισμού, ένα πρόσωπο κομβικό για ό,τι άλλαξε στην Ελλάδα τα τελευταία 50 χρόνια.


Τα γενέθλια του πλησιάζουν, είναι στις 29 Ιουλίου. Κλείνει τα 80 του χρόνια, και την άλλη Κυριακή στο Ηρώδειο δίνεται μεγάλη συναυλία με τίτλο «Τα τραγούδια του έρωτα και της αγάπης»,
με τον Μαχαιρίτσα, τον Μπάση, τη Βενετσάνου, τη Σόνια Θεοδωρίδου και τον Ζάχο Τερζάκη.
Πρόκειται για μια συναυλία που ενώνει τη λαϊκή πλευρά της μουσικής του, την έντονα ερωτική, με τη συμφωνική φόρμα.Ο Μίκης έχει μέσα του ρίζες βαθιές απ’ τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας και τη νησιωτική μας παράδοση. Γεννήθηκε στη Χίο, από πατέρα Κρητικό. Η μητέρα του ήταν από τον Τσεσμέ, απέναντι, από τη Μικρά Ασία. Σε ηλικία 27 ετών, ο περίφημος αρμοστής Σμύρνης, ο Στεργιάδης, είχε γνωρίσει τον πατέρα του κάπου στα Γιάννενα που υπηρετούσε, και τον πήρε μαζί του. Ήταν δικηγόρος, στέλεχος του υπουργείου Εσωτερικών. Και μετά έγινε Βοηθός Αρμοστού. Με έδρα τα Βούρλα, στη Σμύρνη. Εκεί υπηρετούσε και ο αδελφός της μάνας του Μίκη, και έτσι γνωρίστηκαν. Αρραβωνιάστηκαν. Αυτή η περιπετειώδη σχέση, η συνδεδεμένη απολύτως με τη μοιραία πορεία του νέου ελληνισμού, μοιάζει ταιριαστή και με τη δική του ζωή. Ο Μίκης έγινε σύντομα, από τις αρχές του ’60, μετά τις περιπέτειες της Μακρονήσου, το πιο αναγνωρίσιμο πρόσωπο της ελληνικής αριστεράς. Και σήμερα, όταν κάνει δηλώσει για κρίσιμα θέματα, επηρεάζει την κοινή γνώμη όσο κανένας άλλος πολιτικός της αριστεράς.Μιλάμε. Αλλά στο τέλος όλα ξεφεύγουν από τα συνήθη και ο Μίκης προτιμά αντί άλλου τινός να καταθέσει για λογαριασμό του ΕΨΙΛΟΝ ένα συνολικό απολογισμό. Και να γράψει ένα εκτενές κείμενο, που να συνοψίζει τη σκέψη του και το συναίσθημά του όχι μόνον για το παρελθόν, αλλά περισσότερο για το παρόν του λαϊκού μας πολιτισμού, αλλά και της εθνικής μοίρας. Ο Μίκης Θεοδωράκης καταθέτει, λοιπόν, για την ταξική φύση της μουσικής, για την αριστερά, για το έθνος. Και πρωτοτυπώντας, αντί της κλασικής συνέντευξης, καταλήγουμε σε μια αναλυτική μοναδική «απάντηση» που την υπογράφει ιδιοχείρως με ημερομηνία 9 Μαΐου 2005:


Θα πρέπει να αναφερθώ στην πάλη των τάξεων για την οποία κανείς δεν μιλά πια σήμερα. Για να διευκολύνω τη συζήτηση -γιατί δεν υπάρχει αρκετός χώρος- θα αναφερθώ στις δύο ακραίες τάξεις, τους μεγαλοαστούς και τους προλετάριους, στα κύρια χαρακτηριστικά τους και στις μεγάλες διαφορές τους, δηλαδή σε όλα αυτά που λέμε «κοινωνική θέση» του ενός και του άλλου: οικονομική κατάσταση και οικονομική εξάρτηση του ενός από τον άλλον. Που συνεπάγεται τον οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό, μορφωτικό και πολιτιστικό έλεγχο του ενός από τον άλλον. Επομένως τα σύνορα που χωρίζουν τις τάξεις αυτές είναι ο πλούτος, η εξουσία, η μόρφωση και ο πολιτισμός.

Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΟΑΣΤΩΝ

Το εργατικό κίνημα στον περασμένο αιώνα (συνδικάτα και κόμματα της Αριστεράς) δίνοντας μεγάλες – ιστορικές μάχες σημείωσε επιτυχίες κυρίως στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, ώστε οι προλετάριοι (Λαός) να κερδίσουν ένα μερίδιο στον εθνικό πλούτο, στην πολιτική εξουσία (κοινοβουλευτισμός) και στη μόρφωση (υποχρεωτική παιδεία). Ο τομέας όμως στον οποίο οι μεγαλοαστοί υπήρξαν ανένδοτοι ήταν ο πολιτισμός. Εδώ χρειάζεται προσοχή για να μην υπάρξουν παρεξηγήσεις. Φυσικά υπάρχει ο λαϊκός πολιτισμός. Κάθε λαός, ακόμα και οι νομάδες στην Αφρική, έχουν το δικό τους πολιτισμό. Οι Έλληνες είχαμε τη δημοτική τέχνη και αργότερα τη λαϊκή. Τέτοια τέχνη σαν τη δική μας θα βρούμε και στους γείτονες μας τους Βαλκάνιους, τους ‘Αραβες και τους Τούρκους… Δεν είναι όμως ακριβώς αυτό ο πολιτισμός.

Χωρίς να θέλω να μειώσω την αξία των εθνικολαϊκών πολιτισμών (που επεκτείνεται και στα ήθη και έθιμα του κάθε λαού), οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες μας έχουν διδάξει ότι η κορυφαία μορφή τέχνης, η Αρχαία Τραγωδία, γεννιέται από τη στιγμή που παίρνοντας τους Ύμνους για τον Διόνυσο (τον Τράγο εξ ου και Τραγωδία) που ήταν τότε το αντίστοιχο με τα σημερινά λαϊκά τραγούδια και σμίγοντάς τους με πνευματικότερες τεχνικές (μύθος, πρόσωπα, διάλογοι, χορός) δημιούργησαν Τέχνη.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει άτι οι τοτινοί Ύμνοι και τα σημερινά Λαϊκά είναι άτεχνα. Σημαίνει ότι τους λείπει η πνευματικότητα που προσφέρει το έλλογο στοιχείο, ο στοχασμοί και η έντεχνη επεξεργασία που οδηγούν στην κατάκτηση αυτού που λέμε φόρμα (μορφή) όπως είναι μια αρχαία τραγωδία, ένα άγαλμα του Πραξιτέλους, η Ακρόπολη του Ικτίνου, μια συμφωνία του Μπετόβεν, ένα θεατρικό έργο του Σαίξπηρ, ένα ποίημα του Καβάφη, του Ρίτσου, του Ελύτη και ούτω καθ’ εξής. Όλες αυτές οι καλλιτεχνικές κατακτήσεις δεν έρχονται σε αντίθεση ούτε φυσικά προσβάλλουν τη λαϊκή τέχνη από την οποία ουσιαστικά προέρχονται. Αν το δούμε από την άποψη των κοινωνικών τάξεων, όλα τα μεγάλα έργα τέχνης τα καρπώθηκαν μονάχα οι πλούσιοι, δηλαδή η άρχουσα τάξη της κάθε εποχή και οι μορφωμένοι που κινούνται γύρω από τον ήλιο της εξουσίας.

Με άλλα λόγια οι φτωχοί, οι αμόρφωτοι, δηλαδή ο κάθε φορά Λαός έμενε απ’ έξω απ’ αυτές τις πνευματικές – καλλιτεχνικές κατακτήσεις που εξύψωναν τον άνθρωπο σ’ αυτό που λέμε πνευματικός πολιτισμός. Γιατί όταν λέμε αθηναϊκός πολιτισμός εννοούμε την Τέχνη των Αθηναίων χωρίς να υποτιμούμε φυσικά τις υπάρχουσες τότε λαϊκές μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης.

ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

Τι σημαίνει όμως για την Άρχουσα Τάξη αυτό το Μονοπώλιο; Σημαίνει μιαν υπεροχή πολύτιμη γι’ αυτούς, γιατί τους ξεχωρίζει από τους άλλους, τους πληβείους, και τους χαρίζει μιαν ανωτερότητα που έως σήμερα κανένα συνδικάτο-κόμμα και εργατικοί αγώνες όχι μόνο δεν κατάφεραν αλλά ούτε σκέφτηκαν να θίξουν. Τη Μεγάλη Τέχνη σήμερα η διεθνής ολιγαρχία την εμπορευματοποιεί, γιατί δεν έχει να φοβηθεί τίποτα από μια μυωπική Αριστερά που οι επιδιώξεις της σταματούν στα οικονομικά αιτήματα. Γιατί δεν ξέρει ότι αυτό που παγιώνει την υπεροχή των Εξουσιαστών είναι η αίσθηση ότι μόνο αυτοί είχαν και έχουν το προνόμιο – μονοπώλιο να συνδιαλέγονται σαν ίσος προς ίσον με τους πνευματικούς – καλλιτέχνες δημιουργούς, των οποίων τα έργα τα φυλάσσουν σαν κόρη οφθαλμού από τον χύδην όχλο που τώρα, αν και «κυρίαρχος λαός», σταματά μπροστά στην πόρτα της Τέχνης.

Σήμερα τον βλέπουμε μάλιστα να υπερηφανεύεται γι’ αυτό.

«Όχι, δεν θέλουμε εμείς Τέχνη και κουραφέξαλα. Εμείς είμαστε λαός. Έχουμε τα τσαρούχια μας και τα τίμια ρούχα του προλετάριου που είναι απείρως ανώτερα από εκείνα των Ποιητών, των Συνθετών, των Ζωγράφων και γενικά των “Έντεχνων”».

Εγώ, από τα 1960 που ξεκίνησα με τον «Επιτάφιο», επιχείρησα να σπάσω αυτή την αντίληψη. Η θητεία μου στην Αριστερά είχε αρχίσει απ’ τα χρόνια της Κατοχής. Συνεχίστηκε την εποχή του Εμφυλίου, για να φτάσει στους Λαμπράκηδες. Φαίνεται ότι ο περισσότερος κόσμος δεν έχει καταλάβει ότι οι φυλακές και οι εξορίες που κράτησαν χρόνια και χρόνια ήταν για μας σχολεία. Ως καλλιτέχνης ήταν επόμενο να σκύψω περισσότερο επάνω στα προβλήματα της Τέχνης. Τέχνη και κοινωνία, Τέχνη και Αριστερά, Τέχνη και Πάλη των Τάξεων ήταν το αντικείμενο των ερευνών μου. Έτσι μπαίνοντας στο στίβο του λαϊκού τραγουδιού ήμουν ώριμος να περάσω από τη θεωρία στην πράξη. Η επιλογή των λαϊκών μουσικών δεν έγινε φυσικά τυχαία. Είχα το χάρισμα ως συνθέτης να εκφράζομαι με τρόπους λαϊκούς, μιας και η ρίζα της έμπνευσής μου ήταν κοινή με κείνη των λαϊκών μας τροβαδούρων. Γιατί τι άλλο είμαστε εμείς στα ξερονήσια, παρά Λαός; Και μάλιστα «ενεργητικός», «μάχιμος», «επιθετικός» και προπαντός όρθιος!

«Ο ΣΤΟΧΟΣ ΜΟΥ, Η ΝΕΑ ΤΕΧΝΗ»

Ποιος ήταν ο στόχος μου; Να κατορθώσω ξεκινώντας από τη βάση του λαϊκού και αφού εξασφαλίσω την εμπιστοσύνη του λαού να ανυψωθώ εγώ ο ίδιος ταυτόχρονα με τον συνομιλητή μου σε όλο και ψηλότερες κορυφές πνευματικότητας, ώστε κάποτε να φτάσουμε μαζί στην κορυφή μιας Νέας Τέχνης, μέσα στην οποία ο Λαός θα αναγνώριζε τον εαυτό του, μιας Τέχνης εφάμιλλης μ’ αυτήν που η Άρχουσα Τάξη φύλαγε για τον εαυτό της, όπως οι θεοί του Ολύμπου κρατούσαν για τον εαυτό τους τη Φωτιά.

Γι’ αυτό ακριβώς ξεκίνησα την προσπάθεια μου πατώντας επάνω σ’ έναν Ποιητή, τον Ρίτσο, για να συνεχίσω και με άλλους Ποιητές που έως τότε ήταν κτήμα αποκλειστικό των ολίγων.

Τα αποτελέσματα αυτής της ψυχολογικής και στη συνέχεια πολιτικής συνειδητοποίησης, ευθύνης και δύναμης που εισέπραξε ο Λαός μας και κυρίως η νεολαία μας δεν άργησαν να φανούν. Τι άλλο ήταν οι στρατιές των Λαμπράκηδων: Τριακόσιες χιλιάδες νέοι σε όλη την Ελλάδα, σε χωριά, συνοικίες, εργοστάσια, σχολεία! Ήσαν η δύναμη που έπαιρναν οι απλοί άνθρωποι από την αίσθηση ότι γίνονται ισότιμοι συνομιλητές στη δημιουργία μιας ολότελα δικής τους Τέχνης, μιας και το καινούριο γι’ αυτούς (Μεγάλη Ποίηση, νέες φόρμες όπως ορατόρια, λαϊκές συναυλίες κ.λπ.) ισορροπούσε μέσα τους με τα οικεία γι’ αυτούς στοιχεία: λαϊκότροπες μελωδίες, λαϊκά όργανα, λαϊκοί τραγουδιστές.

Η ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Για πρώτη φορά μέσα σε ένα πλατύ εθνικολαϊκό κίνημα με πρωτοπορία τη νεολαία έσμιξαν οργανικά σε ένα ενιαίο Όραμα – Στόχο η κοινωνικοπολιτική με την πολιτιστική αλλαγή. Πράγμα άλλωστε που προέβλεπαν οι κλασικοί του μαρξισμού και που φυσικά δεν πραγματοποιήθηκε. Ενώ εδώ υπήρχαν και χειροπιαστά αποτελέσματα με έργα που σήμερα απ’ τη μια μεριά έχουν καταταγεί στις κατακτήσεις του νεοελληνικού πολιτισμού, όμως καθώς οι πονηροί εξουσιαστές κάθε είδους φρόντισαν να τα απονευρώσουν και να τα διαχωρίσουν από το πολιτικό – κοινωνικό και ταξικό τους μήνυμα και ουσία, τα πιο πολλά θεωρούνται σχεδόν… μουσειακά.

Έτσι για πρώτη φορά στην ιστορία του εργατικού κινήματος απειλήθηκε το τελευταίο απόρθητο φρούριο μιας Ολιγαρχίας, το φρούριο της Μεγάλης Τέχνης. Τώρα ένας ολόκληρος λαός δεν είχε ανάγκη από τα εμπορευματοποιημένα προϊόντα τέχνης με τα οποία τους τάιζαν για να τους κοιμίσουν και να βγάλουν λεφτά. Τώρα αυτός ο λαός απειλούσε το φρούριο τους υψώνοντας απέναντι του τη δική του Μεγάλη Τέχνη.

Δυστυχώς ήρθε η Χούντα (γιατί άραγε οι στρατιωτικοί απαγόρευσαν ολοκληρωτικά τη μουσική μου;) και μετά η μεγάλη ιδεολογικοπολιτική σύγχυση της μεταπολίτευσης, για να φτάσουμε σήμερα στον απόλυτο θρίαμβο των σύγχρονων θεών του Ολύμπου, που ήσυχοι πια -αφού δεν υπάρχει πλέον Προμηθέας για να μας απειλήσει-χαίρονται με το θέαμα ενός λαού που πηδά στις πίστες και στα κανάλια ζαλισμένος από περηφάνια, γιατί έμεινε «αγνός», «αληθινός», «γνήσιος» μακριά από τα Φρούρια της Εξουσίας όπως αυτό της Μεγάλης Τέχνης, όμως μιας Τέχνης βαθύτατα λαϊκής, βαθύτατα ελληνικής και βαθύτατα επαναστατικής, με την έννοια ότι ύψωνε τη σημαία του προλεταριάτου, του αδικημένου, τη σημαία του Λαού επάνω στην πολυτιμότερη κατάκτηση των Μεγαλοαστών, την Τέχνη.

Θα προσέθετα, ότι η Ελληνική Ολιγαρχία δεν παρατηρεί απλά τον Λαό να χορεύει επάνω στη δυστυχία του αλλά τον βοηθά κιόλας. Γιατί απ’ τη μια πλευρά φιμώνει όλο και περισσότερο όλους εμάς που συμμετείχαμε σ’ αυτό το ιστορικό πείραμα, ενώ αντίθετα προβάλλει με όλα τα μέσα την άλλη πλευρά του «πολιτισμού» μας. Πώς να μη θυμηθώ εδώ τον παμπόνηρο Κίσινγκερ που από την κορυφή της Ουάσιγκτον έστειλε από το 1974 σε όλους τους ενδιαφερόμενους την «ντιρεκτίβα»: χτυπήστε τους Έλληνες στον πολιτισμό τους. Λέτε να εννοούσε τις πίστες. Εγώ δεν το πιστεύω…

Αυτή είναι η κατάθεση του Μίκη. Ο ίδιος θυμάται πως όταν μπήκε στη Βουλή το 1964 τον κοίταζαν σαν παράξενο φαινόμενο και λέγανε «μα πώς είναι δυνατόν ένας καλλιτέχνης να έχει τις
ικανότητες ενός εκπροσώπου του έθνους». Και όμως, είναι ίσως ο μόνος πολιτικός της αριστεράς που μέσω της μουσικής του κατάφερε να έχει εθνική αποδοχή και να γίνει ο δικός μας Homme de la Nation. Προς το παρόν ας τον ακούσουμε για μια ακόμα φορά την άλλη Κυριακή στο Ηρώδειο. Για όλα τα υπόλοιπα, για τις αντιρρήσεις μας και τις κριτικές μας, έχουμε καιρό.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 1-5-2005

Back To Top