skip to Main Content
Μίκης Θεοδωράκης: Έκανα λάθος και με Καραμανλή και με Μητσοτάκη

Συνέντευξη του Μίκη Θεοδωράκη στο Κώστα Ρεσβάνη, TA NEA 23 Φεβρουαρίου 1998

ΜΙΣΟΣ ΑΙΩΝΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΘΕΤΗ Ποια Αριστερά; Τι λέει για τον Μιτεράν, τον Κάστρο τον Ανδρέα, τον Σημίτη και τ’ άλλα παιδιά… 11 σταθμοί και μία αλήθεια

Εξομολογητικός όσο ποτέ. Πικραμένος όσο ποτέ. Δυναμικός όσο κάποτε! Μίκης Θεοδωράκης 1998, μισός αιώνας ασταμάτητης δράσης. Πενήντα ολόκληρα χρόνια από εκείνη την ημέρα του 1948 που ορίστηκε στο νησί της εξορίας του  την Ικαρία, στο χωριό Δάφνη  «εξωτερικός γραμματέας» της ομάδας των συνεξορίστων του και ξεκίνησε την μακρά, γόνιμη, αλλά και επώδυνη πορεία του στην Ελλάδα και στον κόσμο όλο. Καθώς από το ένα μανίκι τον τραβούσε η μουσική και από το άλλο τα κόμματα και η πολιτική, έφθασε τώρα καταπονημένος αλλά περήφανος, στα 72 του χρόνια, να κάνει τη συνολική αποτίμηση και ταυτόχρονα να εκτινάσσεται για νέες δημιουργικές περιπέτειες! Και αυτό ίσως μόνο ο Μίκης θα μπορούσε να το καταφέρει! Δίχως μεγάλη δυσκολία, καθώς η μνήμη του γυρίζει με θαυμαστή ακρίβεια δεκαετίες πίσω, μιλάει με ανοιχτή καρδιά:

* Για τα λάθη που έκανε στην πολυτάραχη πορεία του.

* Γι’ αυτούς που τον πίκραναν.

* Για όσα του δίνουν χαρά.

* Για τους μεγάλους σταθμούς της ζωής του.

* Για τις προσωπικότητες που θαύμασε ή που τον εντυπωσίασαν.

* Για τον Σημίτη και τους σημερινούς πολιτικούς.

* Για την Αριστερά στην Ελλάδα

* Για τη μεγάλη του απόφαση να δώσει το αρχείο του στο Μέγαρο Μουσικής.

* Και, βεβαίως, για τη νέα του Άνοιξη, αυτή που αρχίζει μόλις τώρα, καθώς αποφάσισε να τραβήξει το γκρίζο πέπλο των τελευταίων μηνών.

Ο Μίκης Θεοδωράκης με τιμά με τη φιλία του πάνω από 30 χρόνια. Σήμερα και μετά την κουβέντα που είχαμε αν με ρωτούσε κάποιος με τι θα τον παρομοίαζα, θα μπορούσα να πω: Μ’ έναν ναυτικό που ακούει, καθώς βγαίνει από το λιμάνι, δελτίο θυέλλης και δεν γυρίζει πίσω, πιστεύοντας ότι με όποιον καιρό θα δέσει στο επόμενο ρεμέτζο.

Αυτονόητο είναι αυτό που λέγεται πως μόνον οι νεκροί δεν κάνουν λάθη. Και ο Μίκης Θεοδωράκης ήταν και είναι υπερβολικά ζωντανός για να τ’ αποφύγει.

Αποτιμώντας σήμερα την πορεία του, εντοπίζει τα λάθη στην πολιτική-κομματική του δράση. Κι ακόμα περισσότερο: στην ενασχόλησή του με την πολιτική! Γυρίζει τα χρόνια πίσω:

«Φθάνω σ’ ένα οριακό σημείο το 1964, όπου παρ’ ότι είμαι πολιτικός, δεν είμαι κομματικός. Ο κόσμος με βλέπει σαν ένα σύμβολο της Αριστεράς, της προοδευτικής δράσης.

Όταν μου γίνεται η πρόταση να γίνω βουλευτής της ΕΔΑ, το συζητώ με την οικογένειά μου, λένε όχι. Το συζητώ με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, που ήταν ο σύμβουλός μου και πολύ φίλος μου, και μου λέει όχι “γιατί θα χάσεις αυτό το αγνό που έχεις”… Πιστεύω ότι εάν δεν ανακατευόμουν στην ΕΔΑ θα ήταν καλύτερα. Και για την Ελλάδα και για εμένα τότε. Ήταν λάθος».

 

ΜΟΙΡΑΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Και τα χρόνια περνούν, έρχεται η χούντα και φθάνουμε στο 1973.

«Μοιραίος άνθρωπος για μένα στάθηκε ο Μητσοτάκης. Ήταν τον Ιανουάριο του 1973 που βρισκόμουν στο Λονδίνο. Εκεί θα έδινα συνέντευξη Τύπου για ένα βιβλίο μου, είχαν έλθει δημοσιογράφοι από παντού. Εκείνη την εποχή όλοι παρακολουθούσαμε τι έκανε ο Καραμανλής στο Παρίσι. Πιστεύαμε, λοιπόν, ότι ο Καραμανλής θα διχάσει το Στρατό και θα πέσει “από μέσα” η χούντα. Ο Μητσοτάκης επέμενε: Να πεις κάτι εσύ για τον Καραμανλή. Θα το σκεφτώ, του λέω, γιατί αυτό που μου ζητάς είναι πολύ βαρύ. Ρωτώ τον πιανίστα μου τον Διδίλη. Μου λέει, μην το κάνεις ποτέ, γιατί θα καταστραφείς. Εσύ είσαι ίνδαλμα… Ναι, του λέω, αλλά εάν ο Καραμανλής πραγματικά ενεργοποιηθεί και πέσει η χούντα; Μου λέει: Ναι, θα πέσει η χούντα, αλλά εσύ τι θα κάνεις; Μπορεί να πέσει η χούντα, αλλά εμένα με ενδιαφέρει να πας εσύ καλά. Ωστόσο, εγώ βγήκα και μίλησα για τον Καραμανλή.

Νομίζω ότι για μένα τον ίδιο ήταν πολύ μεγάλο λάθος. Και το πλήρωσα. Διότι από τη μια στιγμή στην άλλη άλλαξαν όλα. Σε κάθε πόλη συντεταγμένες ομάδες αριστερών και ιδιαίτερα αριστεριστών με έβριζαν δημόσια, πετούσαν προκηρύξεις, βάζοντας όλους σε υπόνοιες.

ΔΕΝ ΣΥΝΕΡΓΑΣΤΗΚΑ

Και τα πράγματα δεν σταματούν εδώ. Σαν συνέχεια της προηγούμενης στάσης μου έρχεται η χρέωση του “Καραμανλής ή τανκς”. Και δικαίως ήθελα να ήμουν συνεπής. Δεν πολιτικάντιζα. Δεν διέψευσα τον εαυτό μου. Αλλά καταλαβαίνεις αυτό τι μου στοίχισε. Ο κόσμος θεώρησε ότι είμαι αποστάτης, προδότης του μεγαλύτερου ιδανικού. Αυτό, λοιπόν, για εμένα ήταν το πιο μεγάλο λάθος.

Εγώ, ωστόσο, δεν συνεργάστηκα με τον Καραμανλή, ούτε υπουργός του έγινα ούτε τίποτα, ακόμα και με τον Μητσοτάκη που έγινα υπουργός δεν το έκανα για να πάρω οφίτσια κ.λπ., είχα τότε μια άλλη ιδέα και αυτό ήταν λάθος. Ναι, και με τον Μητσοτάκη ήταν επίσης λάθος.

Αλλά είχα την ιδέα πως από τη μια θα χτυπιόταν αυτή η τυφλή τρομοκρατία που έφτασε μέχρι την πόρτα μου κι από την άλλη πίστευα ότι θα αναγκαζόταν ο Παπανδρέου να πετάξει το σάπιο κομμάτι του ΠΑΣΟΚ. Θα ήταν μια κυκλωτική κίνηση, ώστε να επικρατούσε το υγιές ΠΑΣΟΚ που το θεωρούσα εντελώς συγγενικό μου, αλλά ήταν κι αυτό λάθος.

Παρ’ όλες αυτές τις κινήσεις που έκανα προς τη Δεξιά, νόμιζα πως θα μείνω στο απυρόβλητο ως ένας άνθρωπος που έχει αποδείξει ότι είναι Έλληνας και βάζει την Ελλάδα πάνω απ’ όλα, ανεξάρτητα αν κάνει ορισμένες επιλογές κομματικές. Αλλά στο τέλος αυτό μου στοίχισε πάρα πολύ. Και στοίχισε ίσως και στον κόσμο το δικό μου. Αυτά είναι τα σοβαρότερα, νομίζω, λάθη, τα οποία έκανα και τα οποία καλώς πληρώνω τώρα».


ΠΩΣ ΑΝΤΙΔΡΑ αλήθεια ο Θεοδωράκης ακούγοντας την ερώτηση «Τι σημαίνει για σένα σήμερα Ελληνική Αριστερά;».

«Μία Αριστερά υπήρξε. Σήμερα δεν υπάρχει. Ακτινοβολίες της είναι. Εγώ πιστεύω ότι η γνήσια Αριστερά στην Ελλάδα ήταν την εποχή του ΕΑΜ, η οποία έφτασε, μπορούμε να πούμε, μέχρι τους Λαμπράκηδες. Πιστεύω ότι το ΕΑΜ, ΕΠΟΝ με Λαμπράκηδες, ήταν ένα πράγμα. Μετά δεν έμεινε τίποτα. Δηλαδή, ξεράθηκε η λίμνη, δεν υπάρχει τίποτα.

Έμειναν όμως, νομίζω, τα ιδανικά της, έμειναν οι ιδέες της, έμειναν τα έργα της. Ό, τι καλό έχει σήμερα η κοινωνία το οφείλουμε στη συνεργασία όλων αυτών των ανθρώπων που πέρασαν. Δεν μπορούμε, ωστόσο να υποτιμήσουμε σκεπτόμενους ανθρώπους είτε είναι στη Δεξιά είτε στο Κέντρο. Πολίτες οι οποίοι οικοδόμησαν τη σημερινή Ελλάδα. Κατάλαβα εν τέλει ότι το εποικοδόμημα, είτε είναι ψυχολογικό είτε είναι ιδεολογικό είτε είναι πολιτισμικό, οφείλεται βασικά στους σκεπτόμενους Έλληνες και στους καλλιτέχνες».

ΕΧΕΙ γνωρίσει πολλές από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του δεύτερου μισού του αιώνα μας, αλλά στέκεται σε τρεις: τον Φρανσουά Μιτεράν, τον Φιντέλ Κάστρο και τον Ανδρέα Παπανδρέου:

«Εκείνο που μου άρεσε στον Μιτεράν ήταν ότι κατά βάθος αυτό που έκανε ήταν ένα πνευματικό παιχνίδι εξουσίας και προσπαθούσε μέσα από αυτό να εκμεταλλευθεί όλες τις χαρές της ζωής. Αυτό που λέμε τώρα για τις γυναίκες τις πολλές που είχε, ήταν και ένα από τα στοιχεία του. Δεν ήταν μόνο αυτό, του άρεσαν οι φιλίες οι πολλές, το μεσημέρι στο Ελυζέ, που έκανε αναγκαστικά μια παύση για να φάει, πάντα καλούσε φίλους. Εγώ ήμουν συχνά εκεί, σχεδόν κάθε εβδομάδα πήγαινα, έβλεπα ότι είχε ένα τραπέζι με οκτώ θέσεις, επτά ήμασταν εμείς δηλαδή, οι ξένοι που αλλάζαμε και είχε ένα ενδιαφέρον η συζήτηση. Καλούσε τους εικαστικούς, καλούσε τους μουσικούς, καλούσε πνευματικούς ανθρώπους.

Είχε οράματα. Ως Πρόεδρο τον ενδιέφερε να δει πώς θα ήταν μια τέλεια σχέση του καλλιτέχνη με το κοινό. Πώς θα ήταν η αναγέννηση της τέχνης. Ήταν αρκετά μακριά από τους τεχνοκράτες και πολύ κοντά στους φίλους του, τις γυναίκες και τον έρωτα. Και είχε πάντα θαυμάσιες σχέσεις με την Ντανιέλ. Η Ντανιέλ τον καταλάβαινε απολύτως, δηλαδή δεν ήταν τίποτα κρυφό, είχαν κανονίσει να έχουν ωραίες σχέσεις, ανθρώπινες.

Ο Κάστρο ήταν ένα άλλο φαινόμενο πάλι, γιατί ο Κάστρο δεν είχε καταφέρει να γίνει ένας ξύλινος ηγέτης. Δηλαδή αυτός ζούσε μια αυταπάτη, χωρίς να το ξέρει ο ίδιος. Ο Μιτεράν ήξερε πως η εξουσία ήταν μια αυταπάτη. Ο άλλος ζούσε μια αυταπάτη χωρίς να το ξέρει. Πίστευε ακόμα στο ρόλο του και τον υπεράσπιζε.

Θυμάμαι, ένα βράδυ στο τραπέζι, του λέω για να τον πειράξω: “Έτσι, λοιπόν, είναι οι μοναρχίες; Δηλαδή, μου λέει, εγώ τι είμαι, βασιλιάς; Δεν περίμενε απάντηση από μένα και συνέχισε… Τόσα χρόνια δεν θα είχα ένα άγαλμα; Εγώ τη μόνη φωτογραφία που έχω επιτρέψει είναι του Τσε Γκεβάρα και εκείνη η μεγάλη αφίσα που είναι κάτω στο αεροδρόμιο, όπου είμαι με τον Μπρέζνιεφ μαζί, Πρόεδρος είναι και είμαι αναγκασμένος να τον βάλω μαζί μου”. Πήγα στην Κούβα για πρώτη φορά το 1962, δεν είχαν καν υπουργεία, μιλούσαν κατά της γραφειοκρατίας. Μετά έπεσαν όλοι στην παγίδα, αλλά αυτός το δικαιολογούσε κάθε φορά, γιατί καταλάβαινε ότι κάτω από αυτό οι προσπάθειες είχαν μια αγνότητα. Εν τέλει, ανάμεσα σ’ αυτόν και στο λαό του υπάρχει μια φοβερή γραφειοκρατία, η οποία κρύβεται και από αυτό τον ίδιο.

Όταν με είδαν να κατεβαίνω από το τζιπ με τον Κάστρο και τη Μυρτώ, ένιωσα πως δύο ομάδες γραφειοκρατών ήταν έτοιμοι να με κατασπαράξουν…

Από την άλλη πλευρά, ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε κατά βάθος αυτή τη σκωπτική διάθεση για την εξουσία, αλλά στην πρακτική του ήταν ένας παίκτης στον οποίο η εξουσία έδινε ηδονή. Ήταν ο ίδιος η εξουσία. Κι αυτό ήταν που με απομάκρυνε απ’ αυτόν, ενώ με τον Μιτεράν είχαμε παραπλήσια ενδιαφέροντα. Ο Ανδρέας ήταν μοναδικός σκοπός.

Επομένως, δεν είχε περιθώρια να μιλήσει για την τέχνη, που με ενδιέφερε εμένα, να μιλήσει για “μια άλλη αυταπάτη” μιας αναγεννημένης Ελλάδας. Τον θαύμαζα σαν δεξιοτέχνη, σα να έβλεπα κάποιον που έχει ένα φοβερό όργανο και αντί να βγάζει ήχους, έβγαζε υπουργούς…».

Αποστασιοποιημένος φανερά από τη σημερινή πολιτική κατάσταση, ο Μίκης Θεοδωράκης δείχνει να διαφωνεί αλλά ταυτόχρονα και να κατανοεί τις κινήσεις των πολιτικών «σε μια εποχή που έχει καθήσει».

«Νομίζω ότι ο Σημίτης είναι σε μια άλλη γενιά, έχει ξεφύγει από τη γενιά των οραματιστών, που έχουν τις μεγάλες “αυταπάτες”. Και ο Παπανδρέου στην αρχή ζούσε τη “μεγάλη αυταπάτη”. Πιστεύω ότι μια εποχή, όταν το 1964 ήρθε νεαρός και μου είπε “να αφήσεις τους Λαμπράκηδες, να αφήσω εγώ την Ένωση Κέντρου και να κάνουμε ένα Κίνημα”, το εννοούσε τότε. Δηλαδή κι αυτός μπολιάστηκε από την “αυταπάτη” εκείνης της εποχής. Ήταν μια άλλη εποχή, δεν μπορούσες να μην έχεις αυταπάτες, το 1964, το 1970.

Ο Σημίτης και όλοι αυτοί είναι βουτηγμένοι στον ορθολογισμό, στον ρεαλισμό. Δηλαδή όσο χιούμορ και να έχουν κι όσο και “αυταπάτες” να έχουν, δεν περνάει. Τι να πουν τώρα; Τα πράγματα έχουν καθήσει. Είναι μια εποχή που έχει καθήσει. Δεν μπορείς να πας πάνω από την εποχή, διότι θα γίνεις περιθωριακός, θα γίνεις γραφικός.

Αυτός δυστυχώς είναι και ο άχαρος ρόλος όλων αυτών. Γιατί και ο Σημίτης και ο Λαλιώτης και όλα τα παιδιά αυτά ξεκίνησαν από τις μεγάλες εκείνες στιγμές της μεγάλης αλλαγής. Αλλά η ίδια η εποχή έχει πέσει. Είναι υποχρεωμένοι αυτοί ή να σηκωθούν να πάνε στο σπίτι τους ή να είναι μέσα εδώ. Είναι άχαρος ο ρόλος τους. Όμως φαίνεται ότι είναι ένας ρόλος κι αυτός απαραίτητος, διότι αλλιώς δεν πάει μπροστά αυτό το πράγμα».


ΑΛΛΕΣ απαντήσεις περίμενα, ομολογουμένως, όταν ζήτησα από τον Μίκη Θεοδωράκη να σκεφθεί τους μεγάλους σταθμούς της πολυτάραχης ζωής του. Η απάντησή του είναι αποκαλυπτική:

1/ Τα πρώτα μου χρόνια (1925 – 1930), στη Βαρειά της Μυτιλήνης. Τότε που γνώρισα τη θάλασσα και τα χρώματα.

2/ Όταν στο Αργοστόλι, στα 1935, έψαλα σαν σολίστ το “Αι γενεαί πάσαι” στη Μητρόπολη.

3/ Στα 1938, στην Πάτρα, όταν απέκτησα βιολί και μπήκα στο Ωδείο.

4/ Στα 1939, στον Πύργο, όταν έγραψα τα πρώτα μου τραγούδια σε στίχους μεγάλων Ελλήνων ποιητών.

5/ Στα 1942, στην Τρίπολη, όταν άκουσα στον κινηματογράφο την “Ενάτη Συμφωνία” του Μπετόβεν και συνέθεσα την “Κασσιανή”.

6/ Στα 1943, στην Αθήνα, όταν γνώρισα τον Δάσκαλό μου Φιλοκτήτη Οικονομίδη και μπήκα στο Ωδείο Αθηνών.

7/ Στα 1943, στην Αθήνα, όταν γνώρισα τη γυναίκα μου τη Μυρτώ.

8/ Η διαδήλωση της 3ης του Δεκέμβρη 1944 και οι μάχες που ακολούθησαν.

9/ Στα 1947, στην πρώτη μου εξορία στην Ικαρία, όπου γνώρισα την ομαδική ζωή και τη λαϊκή μας μουσική.

10/ Στα 1949, στη Μακρόνησο, όπου σχεδίασα την “Πρώτη Συμφωνία” και γνώρισα τη σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου.

11/ Στα 1950, όταν ο Οικονομίδης διηύθυνε με την ΚΟΑ στον “Ορφέα” το πρώτο μου συμφωνικό έργο, το “Πανηγύρι της Αση-Γωνιάς”.

ΕΙΜΑΙ ΕΥΤΥΧΗΣ

Έτσι, έως το 1950, τα πιο σημαντικά γεγονότα είχαν συμβεί. Είχα ανακαλύψει τη Φύση, τη Μουσική, τον Έρωτα, τους Άλλους, καλούς και κακούς.

Από κει και πέρα, αυτό που προέκυψε ήταν μια προέκταση του ενός ή του άλλου. Τίποτα όμως δεν ξεπέρασε σε δύναμη το αίσθημα της πρωταρχικής αποκάλυψης. Η ανάμιξή μου στα ιστορικά γεγονότα, όσο κι αν φαίνεται θεαματική, δεν με απομάκρυνε ποτέ από τον βασικό υπαρξιακό μου πυρήνα, που ήταν η εσωτερική ζωή με κύριο χαρακτηριστικό την απόλυτη ταύτιση με τη Μουσική και πρόσδεση σε μια χούφτα πρόσωπα που δεν άλλαξαν ποτέ. Έτσι, αυτή η εσωτερική, η καθαρά προσωπική ζωή, υπήρξε η κύρια ζωή μου, έτσι ώστε οχυρωμένος μέσα σ’ αυτήν να παρατηρώ τα γεγονότα γύρω μου  ακόμα και αυτά στα οποία συμμετείχα  σαν θεατής, που παρακολουθεί θέατρο σκιών.

Έτσι, τώρα, είμαι περισσότερο από ποτέ ευτυχής, γιατί οι συνθήκες με βοήθησαν να απαλλαγώ εντελώς από το εξωτερικό κέλυφος και να αφοσιωθώ αποκλειστικά στα έργα και τα αποτελέσματα της εσωτερικής μου ζωής, που σε πείσμα των καιρών και των συνθηκών υπήρξαν πλουσιότατα.

Γι’ αυτό δεν πρέπει να δίδεται μεγάλη σημασία στις γκρίνιες και στα παράπονά μου, που έχουν πάντα σχέση με το “κέλυφος” της ζωής μου και τις σχέσεις του με τους “άλλους”. Στο βάθος, γνωρίζω καλά ότι ακόμα και στις καλύτερες των περιπτώσεων, όταν εγώ και το έργο μου γινόμασταν πλήρως αποδεκτοί από τους “άλλους”, αυτό που ζούσα και τόσο πολύ με γοήτευε ήταν στο βάθος μια αυταπάτη. Γιατί η αλήθεια δεν βρίσκεται ποτέ στις εφήμερες σχέσεις, αλλά στη μονιμότητα της δημιουργίας, που, όταν και εφόσον συνδέεται οργανικά με τους Άλλους  και είχα την ευτυχία να το ζήσω αυτό  τότε δημιουργείται ο αληθινός Πολιτισμός.

Back To Top