skip to Main Content
Μίκης Θεοδωράκης: O καλλιτέχνης πρέπει να είναι ευαίσθητος στα κοινά

Προεκλογική ομιλία στα Χανιά, Νοέμβριος 1964

Υπάρχουν συμπατριώτες, συμπολίτες, φίλοι, που με αγαπούν και με πι­στεύουν ως καλλιτέχνη και που δεν συμφωνούν με την ανάμειξή μου στην πολιτική.

Τούς απαντώ ότι δεν ασχολήθηκα, ούτε και τώρα ασχολούμαι με την πολιτική. Γιατί η πολιτική με την πλατιά, την πραγματική της έννοια δεν είναι ασχολία, δεν είναι επάγγελμα, αλλά καθημερινό καθήκον του κάθε πολίτη προς την πολιτεία. Είναι το πέρασμα από το «εγώ» στο «εμείς», από τα στενά προσωπικά μας ενδιαφέροντα στο ενδιαφέρον για τον διπλανό μας, για το μέλλον της χώρας μας. Αυτή είναι η πραγματι­κή πολιτική, κι έτσι μπορώ να πω ότι είμαι πολιτικός από το 1942, στις 25 Μαρτίου, όταν μ έπιασαν και με χτύπησαν οι Ιταλοί στην Τρίπολη, γιατί θέλησα να στεφανώσω μαζί με τους συμμαθητές μου τον τάφο του Κολοκοτρώνη.

Και νομίζω πως τέτοιου είδους πολιτικοί είμαστε λίγο-πολύ όλοι μας. Συνεπώς, δεν κάνω τίποτα περισσότερο, ούτε όμως και τίποτα λιγότερο, απ’ ό,τι κάνει και θα έπρεπε να κάνει ο κάθε πολίτης αυτής της χώρας.

Όμως εσύ, μου λένε, έχεις ταλέντο και πρέπει να το διαφυλάξεις. Ξεχνούν πως όλη τη ζωή μου τη μοίρασα σε αγώνες και σε μουσική. Και είναι οι αγώνες και η μουσική τόσο δεμένα πιά μέσα μου, ώστε δεν μπορώ να φανταστώ ούτε αγώνες χωρίς τραγούδι ούτε τραγούδι χωρίς αγώνα. Φαίνεται πως το ταλέντο μου, σαν μια παράξενη μπαταρία, εκεί μέσα γεμίζει. Μέσα στη ζεστασιά της χειραψίας, μέσα στο αετίσιο βλέμμα του συναγωνιστή, μέσα στις ιαχές των συλλαλητηρίων και στη βοή της μάχης. Γιατί, όπως ξέρουν, δεν είμαι ένας οποιοσδήποτε συνθέτης, αλλά ένας συνθέτης Κρητικός, κι αυτό το τελευταίο βαραίνει πολύ μέσα μου και θέλω προσπάθεια μεγάλη για να παραμείνω πεισματικά, αμετανόητα και πάντα Κρητικός.

Όμως το ταλέντο δεν έρχεται μόνο του. Για να φυτρώσει, του πρέπει στρώμα παχύ ευαισθησίας. Αυτό σημαίνει πως ο αληθινός καλλιτέχνης δεν μπορεί να μένει αδιάφορος όταν γύρω του οι άλλοι βογκούν, ταπεινώ­νονται, πεινούν, τσακίζονται, όταν το έθνος του ταπεινώνεται, φιμώνε­ται, μεταβάλλεται σε ζούγκλα με νομούς το «έτσι θέλω» του Καραμανλή και το τρίκυκλο του Γκοτζαμάνη.

Τότε η ευαισθησία αυτή γίνεται ευθύνη και φέρνει τον καλλιτέχνη μέσα στο λαό, πλάι στον ήρωα που τον κλείσανε στη φυλακή γιατί πο­λέμησε τον εχθρό, πλάι στον χωριάτη τον Ρουπακιά που τον σκότωσαν γιατί χρωστούσε στο δημόσιο εκατό πενήντα δραχμές, πλάι στον φαν­τάρο Κερπινιώτη που του δώσανε πενήντα μαχαιριές και του κόψανε την καρωτίδα γιατί θα ψήφιζε ΕΔΑ, πλάι στον εδαϊτη βουλευτή της ειρήνης γιατί στεφάνωσε τον τύμβο των Μαραθωνομάχων και γι’ αυτό έπρεπε να πεθάνει.

Πώς θέλετε από τον καλλιτέχνη, που τον εκτιμάτε και τον αγαπάτε, να μένει αδιάφορος, απομονωμένος πίσω από τις παχιές κουρτίνες -πίσω από τη ζωή-, και να φτιάχνει ήρεμος, ξένοιαστος και αδιάφορος τραγού­δια, όταν έξω, στους βουερούς δρόμους, η αδικία αλωνίζει, το ψέμα θρι­αμβεύει και η μισαλλοδοξία κυριαρχεί;

Αυτός ο καλλιτέχνης, κι αν υπάρχει, είναι ψεύτικος και ψεύτικα θα ναι τα τραγούδια που θα σας φτιάξει. Γιατί ένα τραγούδι γεννιέται σαν ένα παιδί. Χρειάζεται αγάπη. Χρειάζεται αίμα. Χρειάζεται αλήθεια. Και η αλήθεια είναι ότι ντρέπομαι.

«Ντρέπομαι για την ζέστα μου και για την ανθρωπιά μου», όπως έγραψε κάποτε ο Παλαμάς καθισμένος μπροστά στο τζάκι του, καθώς σκεφτόταν πως υπάρχουν παιδάκια μελανιασμένα και νηστικά μέσα σε ξέφραγες παράγκες. Ντρέπομαι για όλα τα μελανιασμένα και νηστικά Ελληνόπουλα. Ντρέπομαι για τα μικρά μας αδέλφια που δουλεύουν δε­καπέντε ώρες σε ταβέρνες, σε γκαράζ, σε χωράφια, σε μηχανουργεία, σε εργοστάσια, μονάχα για ένα πιάτο φαΐ, ενώ θα πρέπει να βρίσκονται σε ηλιόλουστα σχολεία και πράσινα γήπεδα. Ντρέπομαι για τους γέρους και τις γριούλες, που μόχθησαν σ όλη τους τη ζωή, γέννησαν, ανάθρεψαν τους πολίτες της χώρας αυτής και τώρα ζητιανεύουν για να ζήσουν.

Όχι, δεν μπορεί να λεγόμαστε πολιτισμένος λαός, πολιτισμένοι άν­θρωποι, όταν δεχόμαστε γύρω μας τόση αθλιότητα. Κι από πάνω έχουμε το κουράγιο να μιλάμε σοβαρά για τέχνη.

Και τι να πω για τις «φυλετικές» διακρίσεις; Που κατάφεραν να μας διαιρέσουν σε μαύρους και άσπρους, σε υγιείς και λεπρούς, σε εθνικώς σκεπτόμενους και αντεθνικά στοιχεία; που ψαχουλεύουν στην ψυχή μας, εκβιάζουν τη σκέψη μας, βιάζουν το φρόνημά μας και μας «φακελώνουν», μας κατατάσσουν, μας βάζουν βουλές στο μέτωπο για να μην μπορούμε να βρούμε δουλειά, για να διώκονται ως και τα τραγούδια μας, ως αντεθνικά, και να μη μένει πιά παρά μονάχα ο δρόμος του συμβιβασμού, της προδοσίας, η ο δρόμος της εξορίας και του μετανάστη, ο δρόμος της υπερή­φανης, της ασυμβίβαστης πάλης!

Αυτή είναι η φλόγα που με καίει. Γιατί ξέρω πως τελικά η συντρι­πτική πλειονότητα του λαού μας θα ‘ρθει κάποτε στις γραμμές μας, θ ακολουθήσει τις σημαίες μας που γράφουν Ειρήνη, Δημοκρατία, Αμνη­στία.

Γιατί ξέρω καλά πως η συντριπτική πλειονότητα του λαού μας είναι μαζί μας. Όμως, μας χωρίζει ακόμα αυτός ο τρομερός κρατικός και πα­ρακρατικός μηχανισμός του εκβιασμού, της ψεύτικης προπαγάνδας, της βίας, του ηθικού, πολιτικού και οικονομικού εκβιασμού. Και πίσω απ’ αυτή την τρομερή μηχανή, πίσω από τις διώξεις, τη βία, τα εθνικά ξεπου­λήματα, την οικονομική εκμετάλλευση, πίσω από την αθλιότητα στην οποία έχουν ρίξει το λαό μας, κρύβεται ένας και μόνον εχθρός: η ελληνική ολιγαρχία, στηριγμένη στους ξένους φίλους και συνεταίρους της. Αυτή η ολιγαρχία σαν το χταπόδι έχει απλώσει τα πλοκάμια της. Το ένα το λένε αντικομουνιστική προπαγάνδα, που θα πει εφημερίδες, ραδιόφωνό, παιδεία, κινηματογράφος, πνευματική και ηθική διαφθορά, και ΠΡΟΠΟ το άλλο το λένε Ασφάλεια, με πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, διώξεις, μηνύσεις, φυλακίσεις, εκφοβισμούς το άλλο, παρακρατικές οργανώσεις το άλλο, εθνικό ξεπούλημα στα συμφέροντα των συνεταίρων του ΝΑΤΟ το άλλο, στρατιωτικές δαπάνες που φτάνουν το ένα τρίτο του κρατικού μας προϋπολογισμού το άλλο, ξένες στρατιωτικές βάσεις που μας μεταβάλλουν σε αποικιακή χώρα.

Εμείς οι πρωτοπόροι αγωνιστές, εμείς που πολεμήσαμε τον ξένο κα­τακτητή, εμείς που βρεθήκαμε πάντα επικεφαλής σε όλους τους δίκαιους αγώνες του λαού μας για ψωμί, δουλειά, μόρφωση και ειρήνη, ενώ με το ένα χέρι κρατάμε το σπαθί για να κόβουμε το χέρι το παρασιτικό, που δεν ξέρει παρά μονάχα πως να κλέβει και πως να δολοφονεί, με το άλλο χέρι κρατάμε τα όνειρα που θα ανοικοδομήσουν, θα αναγεννήσουν την πατρί­δα μας. Γιατί πιστεύουμε βαθιά πως η πατρίδα μας μπορεί να γίνει μια ζωντανή κυψέλη δουλειάς, δημιουργίας, ευτυχίας και χαράς.

Και τότε, πάνω από τις σκαλωσιές και μέσα από τους κάμπους η πα­τρίδα μας θα γεμίσει τραγούδια. Τότε, ελεύθερος από την ντροπή και ο καλλιτέχνης θα μπορέσει να ξανατραγουδήσει τραγούδια χαράς, δημι­ουργίας και ελευθερίας.

 

Πηγή: Θεοδωράκης Μίκης, “το Χρέος”, τομ. 3, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2011 σελ. 1268-70

Back To Top