skip to Main Content
Μίκης Θεοδωράκης: Μουσική και Πολιτική

Προεκλογική ομιλία του Μίκη Θεοδωράκη στα Χανιά, Νοέμβριος 1964.

Από το βιβλίο: Θεοδωράκης Μίκης, Πολιτικά, Θεωρία και Πράξη, τομ.Γ’ Εκδ. εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 2019, σελ. 366-70 και από το “Χρέος”


Ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι ευαίσθητος στα κοινά

Υπάρχουν συμπατριώτες, συμπολίτες, φίλοι που με αγαπούν και με πιστεύουν ως καλλιτέχνη και που δεν συμφωνούν με την ανάμειξή μου στην πολιτική.

Τους απαντώ ότι δεν ασχολήθηκα, ούτε και τώρα ασχολούμαι με την πολιτική. Γιατί η πολιτική με την πλατιά, την πραγματική της έννοια δεν είναι ασχολία, δεν είναι επάγγελμα, αλλά καθημερινό καθήκον του κάθε πολίτη προς την πολιτεία. Είναι το πέρασμα από το «εγώ» στο «εμείς», από τα στενά προσωπικά μας ενδιαφέροντα στο ενδιαφέρον για τον διπλανό μας, για το μέλλον της χώρας μας. Αυτή είναι η πραγματική πολιτική, κι έτσι μπορώ να πω ότι είμαι πολιτικός από το 1942, στις 25 Μαρτίου, όταν μ’ έπιασαν και με χτύπησαν οι Ιταλοί στην Τρίπολη, γιατί θέλησα να στεφανώσω μαζί με τους συμμαθητές μου τον τάφο του Κολοκοτρώνη.

Και νομίζω πως τέτοιου είδους πολιτικού είμαστε λίγο-πολύ όλοι μας. Συνεπώς, δεν κάνω τίποτα περισσότερο, ούτε όμως και τίποτα λιγότερο, απ’ ό,τι κάνει και θα έπρεπε να κάνει ο κάθε πολίτης αυτής της χώρας.

Όμως εσύ, μου λένε, έχεις ταλέντο και πρέπει να το διαφυλάξεις. Ξεχνούν πως όλη τη ζωή μου τη μοίρασα σε αγώνες και σε μουσική. Και είναι οι αγώνες και η μουσική τόσο δεμένα πια μέσα μου, ώστε δεν μπορώ να φανταστώ ούτε αγώνες χωρίς τραγούδι ούτε τραγούδι χωρίς αγώνα. Φαίνεται πως το ταλέντο μου, σαν μια παράξενη μπαταρία, εκεί μέσα γεμίζει. Μέσα στη ζεστασιά της χειραψίας, μέσα στο αετίσιο βλέμμα του συναγωνιστή, μέσα στις ιαχές των συλλαλητηρίων και στη βοή της μάχης. Γιατί, όπως ξέρουν, δεν είμαι ένας οποιοσδήποτε συνθέτης, αλλά ένας συνθέτης Κρητικός, κι αυτό το τελευταίο βαραίνει πολύ μέσα μου και θέλω προσπάθεια μεγάλη για να παραμείνω πεισματικά, αμετανόητα και πάντα Κρητικός.

Όμως το ταλέντο δεν έρχεται μόνο του. Για να φυτρώσει, του πρέπει στρώμα παχύ ευαισθησίας. Αυτό σημαίνει πως ο αληθινός καλλιτέχνης δεν μπορεί να μείνει αδιάφορος όταν γύρω του οι άλλοι βογκούν, ταπεινώνονται, πεινούν, τσακίζονται, όταν το έθνος του ταπεινώνεται, φιμώνεται, μεταβάλλεται σε ζούγκλα με νόμους το «έτσι θέλω» του Καραμανλή και το τρίκυκλο του Γκοτζαμάνη.

Τότε η ευαισθησία αυτή γίνεται ευθύνη και φέρνει τον καλλιτέχνη μέσα στον λαό, πλάι στον ήρωα που τον κλείσανε στη φυλακή γιατί πολέμησε τον εχθρό, πλάι στον χωριάτη τον Ρουπακιά που τον σκότωσαν γιατί χρωστούσε στο δημόσιο εκατόν πενήντα δραχμές, πλάι στον φαντάρο Κερπινιώτη που του δώσανε πενήντα μαχαιριές και του κόψανε την καρωτίδα  [Κατά τις βουλευτικές εκλογές του 1961] γιατί θα ψήφιζε ΕΔΑ, πλάι στον Εδαΐτη βουλευτή της ειρήνης γιατί στεφάνωσε τον τύμβο των Μαραθωνομάχων και γι’ αυτό έπρεπε να πεθάνει.

Πώς θέλετε από τον καλλιτέχνη, που τον εκτιμάτε και τον αγαπάτε, να μένει αδιάφορος, απομονωμένος πίσω από τις παχιές κουρτίνες, πίσω από τη ζωή, και να φτιάχνει ήρεμος, ξένοιαστος και αδιάφορος τραγούδια, όταν έξω, στους βουερούς δρόμους, η αδικία αλωνίζει, το ψέμα θριαμβεύει και η μισαλλοδοξία κυριαρχεί;

Αυτός ο καλλιτέχνης, κι αν υπάρχει, είναι ψεύτικος και ψεύτικα θα ’ναι τα τραγούδια που θα σας φτιάξει. Γιατί ένα τραγούδι γεννιέται σαν ένα παιδί. Χρειάζεται αγάπη. Χρειάζεται αίμα. Χρειάζεται αλήθεια. Και η αλήθεια είναι ότι ντρέπομαι.

«Ντρέπομαι για την ζέστα μου και για την ανθρωπιά μου», όπως έγραψε κάποτε ο Παλαμάς καθισμένος μπροστά στο τζάκι του, καθώς σκεφτόταν πως υπάρχουν παιδάκια μελανιασμένα και νηστικά μέσα σε ξέφραγες παράγκες. Ντρέπομαι για τα μικρά μας αδέλφια που δουλεύουν δεκαπέντε ώρες σε ταβέρνες, σε γκαράζ, σε χωράφια, σε μηχανουργεία, σε εργοστάσια, μονάχα για ένα πιάτο φαγί, ενώ θα ’πρεπε να βρίσκονται σε ηλιόλουστα σχολεία και πράσινα γήπεδα. Ντρέπομαι για τους γέρους και τις γριούλες, που μόχθησαν σ’ όλη τους τη ζωή, γέννησαν, ανάθρεψαν τους πολίτες της χώρας αυτής και τώρα ζητιανεύουν για να ζήσουν.

Όχι, δεν μπορεί να λεγόμαστε πολιτισμένος λαός, πολιτισμένοι άνθρωποι, όταν δεχόμαστε γύρω μας τόση αθλιότητα. Κι από πάνω έχουμε το κουράγιο να μιλάμε σοβαρά για τέχνη.

Και τι να πω για τις «φυλετικές» διακρίσεις; Που κατάφεραν να μας διαιρέσουν σε μαύρους και άσπρους, σε υγιείς και λεπρούς, σε εθνικώς σκεπτόμενους και αντεθνικά στοιχεία; Που ψαχουλεύουν στην ψυχή μας, εκβιάζουν τη σκέψη μας, βιάζουν το φρόνημά μας και μας «φακελώνουν», μας κατατάσσουν, μας βάζουν βούλες στο μέτωπο για να μην μπορούμε να βρούμε δουλειά, για να διώκονται ως και τα τραγούδια μας, ως αντεθνικά, και να μη μένει πια παρά μονάχα ο δρόμος του συμβιβασμού, της προδοσίας, ή ο δρόμος της εξορίας και του μετανάστη, ο δρόμος της υπερήφανης, της ασυμβίβαστης πάλης!

Αυτή είναι η φλόγα που με καίει. Γιατί ξέρω πως τελικά η συντριπτική πλειονότητα του λαού μας θα ’ρθει κάποτε στις γραμμές μας, θ’ ακολουθήσει τις σημαίες μας που γράφουν Ειρήνη, Δημοκρατία, Αμνηστία.

Γιατί ξέρω καλά πως η συντριπτική πλειονότητα του λαού μας είναι μαζί μας. Όμως, μας χωρίζει ακόμα αυτός ο τρομερός κρατικός και παρακρατικός μηχανισμός του εκβιασμού, της ψεύτικης προπαγάνδας, της βίας, του ηθικού, πολιτικού και οικονομικού εκβιασμού. Και πίσω απ’ αυτήν την τρομερή μηχανή, πίσω από τις διώξεις, τη βία, τα εθνικά ξεπουλήματα, την οικονομική εκμετάλλευση, πίσω από την αθλιότητα στην οποία έχουν ρίξει τον λαό μας, κρύβεται ένας και μόνον εχθρός: η ελληνική ολιγαρχία, στηριγμένη στους ξένους φίλους και συνεταίρους της. Αυτή η ολιγαρχία σαν το χταπόδι έχει απλώσει τα πλοκάμια της. Το ένα το λένε αντικομμουνιστική προπαγάνδα, που θα πει εφημερίδες, ραδιόφωνο, παιδεία, κινηματογράφος, πνευματική και ηθική διαφθορά, και προ-πό• το άλλο το λένε Ασφάλεια, με πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, διώξεις, μηνύσεις, φυλακίσεις, εκφοβισμούς• το άλλο, παρακρατικές οργανώσεις• το άλλο, στρατιωτικές δαπάνες που φτάνουν το ένα τρίτο του κρατικού μας προϋπολογισμού• το άλλο, ξένες στρατιωτικές βάσεις που μας μεταβάλλουν σε αποικιακή χώρα.

Εμείς οι πρωτοπόροι αγωνιστές, εμείς που πολεμήσαμε τον ξένο κατακτητή, εμείς που βρεθήκαμε πάντα επικεφαλής σε όλους τους δίκαιους αγώνες του λαού μας για ψωμί, δουλειά, μόρφωση και ειρήνη, ενώ με το ένα χέρι κρατάμε το σπαθί για να κόβουμε το χέρι το παρασιτικό, που δεν ξέρει παρά μονάχα πώς να κλέβει και πώς να δολοφονεί, με το άλλο χέρι κρατάμε τα όνειρα που θα ανοικοδομήσουν, να αναγεννήσουν την πατρίδα μας. Γιατί πιστεύουμε βαθιά πως η πατρίδα μας μπορεί να γίνει μια ζωντανή κυψέλη δουλειάς, δημιουργίας, ευτυχίας και χαράς.

Και τότε, πάνω από τις σκαλωσιές και μέσα από τους κάμπους η πατρίδα μας θα γεμίσει τραγούδια. Τότε, ελεύθερος από την ντροπή και ο καλλιτέχνης θα μπορέσει να ξανατραγουδήσει τραγούδια χαράς, δημιουργίας και ελευθερίας.

Back To Top