skip to Main Content
Μίκης Θεοδωράκης: Η δική μου απάντηση στην πρόκληση της ζωής

Συνέντευξη του Μίκη Θεοδωράκη στη Ρουμπίνη Σούλη που δημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη στις 30 Ιούλη 1995, με αφορμή την συμπλήρωση των 70 χρόνων από τη γέννησή του.

Ο συνθέτης γιόρτασε χτες τη συμπλήρωση των 70 χρόνων του.

Σήμερα μιλά στον «Ρ» για το έργο του, τη δημιουργία, την έλλειψη ελευθερίας και ελευθεροτυπίας.

Τα εβδομήντα του χρόνια συμπληρώνει φέτος ο συνθέτης (γεννήθηκε σαν χτες, στις 29 του Ιούλη 1925). Με αφορμή την επέτειο, και η συνέντευξη που ακολουθεί:

– Είστε θρέμμα. σύμβολο γενιάς που μεγάλωσε με πολύ ήλιο, όραμα, Ελλάδα. Τραγουδήσατε τους αγώνες, τα όνειρά της. Νοιώθετε ότι αυτοί οι αγώνες, αυτά τα οράματα, έχουν πιάσει τόπο;

– Και ναι και όχι. Ναι, στο βαθμό που ο ελληνικός λαός επωφελήθηκε, ατομικά και συλλογικά από την προσπάθειά μου. Όχι, στο βαθμό που το έργο μου αγνοήθηκε και αγνοείται για τον α ή β λόγο από συμπατριώτες μου κα κυρίως τους νέους.

– Σε εποχές μαύρες, απομονωμένος σε κάποιο στενό κελί ή εξόριστος, γράψατε τραγούδια που όχι μόνο υμνούν την ελευθερία, αλλά διαπνέονται από την αίσθηση της ελευθερίας, της εσωτερικής δύναμης. Τι ήταν αυτό που σας έδινε τη δύναμη να βλέπετε πέρα απ’ το στενό ορίζοντα, να βλέπετε μέσα από το σκοτάδι το φως;

– Οι λόγοι ήταν πολλοί και διαφορετικοί». Υπήρχε η αγωγή μου με επίκεντρο τις ιστορίες της γενιάς των γονιών μου, που βίωσε την κρητική επανάσταση,  τους βαλκανικούς πολέμους, τη μικρασιατική καταστροφή και τον εθνικό διχασμό… Υπήρχε ο αταβισμός, αυτό που μου κληρονόμησαν οι γενιές των προγόνων μου και που ακόμα και τώρα το νιώθω να κυκλοφορεί δυνατό μέσα στις φλέβες μου και που είναι βασικά η ανάγκη της μουσικής και η επιταγή της περηφάνιας, που και τα δύο καταλήγουν στη μοναξιά μιας και η μουσική σε θέλει όλον δικό της και η περηφάνια σε οδηγεί σε διαρκή σύγκρουση με τους άλλους… Υπήρχε το περιβάλλον που έζησα τα πρώτα χρόνιο της ζωής μου. τα κρίσιμα, τα καταλυτικό, και που ήταν βασικά η ελληνική επαρχία της δεκαετίας του “30 πριν εγκατασταθώ στην Αθήνα στο 1943… Υπήρχε, τέλος, ο πόλεμος. Η μέγιστη δοκιμασία για κάθε ανθρώπινη κοινωνία Εκεί έγινε η έξοδος από τον εαυτό μου προς τους άλλους, γεγονός που με αναδιαμόρφωσε μέσο από μια οδυνηρή ψυχικά, σωματικά και συναισθηματικά δοκιμασία… Το χειρότερο ήταν ότι αρνιόμουν πεισματικά να παραδεχτώ πως έκανα λάθος προδίδοντος τη μοναξιά… Τώρα, το να κάνω μουσική και να είμαι ο εαυτός μου. απαιτούσαν πολλαπλή προσπάθεια. Κα κυρίως εσωτερικό συμβιβασμό… Δεν έπρεπε ο εαυτός μου κι εγώ να γνωρίζουμε – αναμεταξύ μας – πως παίζουμε κάποιο επικίνδυνο παιχνίδι. Έτσι το ‘χαμέ κρυφό ο ένας απ’ τον άλλον…

Σ’ αυτή την καμπή της ζωής μου ήρθε η υπέρβαση. Αυτό που λέμε όραμα… Μέσα στο σκοτάδια που μας τύλιγαν, υπήρχε ανάγκη το όραμα αυτό να είναι φωτεινό και πολύχρωμο… Έτσι σιγά σιγά έγινε τόσο δυνατό, τόσο παρόν, που χωρίς να το ομολογούμε, δε μας ενδιέφερε πια στο βάθος. αν θα μπορούσε ποτέ να γίνει πραγματικότητα. Για μας – από μ» εποχή και πέρα – είχε γίνει ήδη πραγματικότητα. Μέσα μας. Μεταξύ μας. Δηλαδή, όχι με λόγια, αλλά μόνο ανταλλάσσοντας βλέμματα και χαμόγελο… Αυθόρμητα και σχεδόν φυσιολογικά η μουσική μου και π περηφάνια μου προσαρμόστηκαν στη νέα πραγματικότητα, που στην ουσία ήταν ουτοπία και μείς το γνωρίζαμε. Όμως δεν το ομολογούσαμε. Αντίθετο. όσο περισσότερο βεβαιωνόμαστε πως η Άνοιξη είναι μέσα μας, πως η Αναγέννηση είμαστε εμείς και τίποτα, ποτέ δεν πρόκειται να αλλάξει στους ανθρώπους, τόσο πεισμώναμε… Γινόμαστε ακραίοι, φανατικοί, σταλινικοί, υπερόπτες. Έτσι άνοιξαν τότε οι δίαυλοι προς το θάνατο και τη μουσική.

 

«Βασική μου ύλη η μουσική»

– Από τους «Λιποτάκτες» στην «Ηλέκτρα», από τον «Επιτάφιο» στην «Βεατρίκη». Η διαδρομή μεγάλη. Οι συναντήσεις σας με το ελληνικό και διεθνές κοινό αμέτρητες. Μέσα σ’ αυτή τη δίνη της δημιουργίας, ποιος πιστεύετε ότι είναι ο κυρίαρχος άνεμος, που διαπνέει το έργο σας;

– Και στις τρεις μεγάλες περιόδους της ζωής μου στην εποχή της μοναξιάς, την εποχή της Ουτοπίας και τώρα, την καινούργια εποχή της μοναξιάς, η πνευματική δημιουργία υπήρξε πηγή ψυχικής ευδαιμονίας και λόγος ύπαρξης. Όλα τα υπόλοιπα τα απέρριψα, επειδή τα θεωρούσα κατώτερα από την πρόκληση της Ζωής. Γιατί η ζωή είναι δωρεά. Είναι όμως προπαντός πρόκληση… Πόσο μπορείς και πώς μπορείς να την αντέξεις… Γιατί το βάρος της είναι ασήκωτο… Εμείς το κάναμε ασήκωτο με τους μύθους, τις φαντασιώσεις και τα όνειρα, που αν και καλά κρυμμένα μέσα μας, εν τούτοις μας οδηγούν. Να ζήσεις σαν φυτό, να ζήσης σαν δίποδο, που τρώει, κοιμάται και αναπαράγεται, είναι η φυσιολογική πορεία είτε στον ανόργανο κόσμο, είτε στον οργανικό, όταν δεν έχεις εγκέφαλο.

Μνήμη, Οπτασίες… Όταν όμως το DNA σου είναι εκ γενετής φορτωμένο με όλα αυτά και πολλά άλλα, τότε είσαι καταδικασμένος να επιλέξεις. αν το μπορείς, τη δοτή σου απάντηση στην πρόκληση της ζωής.

Η δική μου απάντηση υπήρξε βασικά η δημιουργία μέσα απ’ το χάος (που ένιωσα μέσα μου όταν για πρώτη φορά μπόρεσα να σκύψω και να δω την ψυχή μου, τον εαυτό μου μέσα στον κόσμο) ενός μακρού -σύμπαντος με αστέρια, αστερισμούς και γαλαξίες ενός δικού μου κόσμου, που ξεκίνησε με λέξεις και ήχους, για να πλουτίσει αργότερα με κείνα που είπα πιο πριν, τα πολύχρωμα οράματα της ουτοπίας που ζήσαμε.

Όμως η βασική μου ύλη υπήρξε ο ήχος, η μελωδία, η μουσική… Δεν μ’ άρεσε ποτέ να δημιουργώ έναν μικρό πλανήτη και μετά να τον εγκαταλείπω στη μοναξιά του διαστήματος. Γνώριζα ότι κι αν ακόμα οι άνθρωποι τον αγαπήσουν και τον κρατήσουν για ένα διάστημα μέσα τους, η μοίρα του εντούτοις είναι να ταξιδέψει μια μέρα ολομόναχος στη μοναξιά του χρόνου. Έτσι, απ’ την αρχή αποφάσισα τα έργα μου να ανήκουν σ’ ένα ευρύτερο σχέδιο, να είναι μέρη ενός μεγάλου, ενιαίου ηχητικού πίνακα, τόσο μεγάλου όσο η διάρκεια της ζωής μου…

Ευτύχησα να γνωρίσω εν ζωή τη μέθη της μέθεξης ανάμεσα στο έργο μου και τους άλλους. Είδα τα έργα μου να ριζώνουν σε ξένες ψυχές, ν’ απλώνουν κλαδιά και να ανθίζουν… Τι άλλο, αλήθεια, είναι μια πλατεία, ένα στάδιο, ένας δρόμος γεμάτος ανθρώπους, που ομαδικά τραγουδούν ένα τραγούδι σου, παρά ένας ολάνθιστος κάμπος; Αυτό το πέτυχα, το έζησα κι ακόμα και τώρα εξακολουθώ να το ζω και να το θεωρώ σαν τη μέγιστη ευλογία των ουρανών… Όμως, αυτοί οι ίδιοι οι ουρανοί διψούν, ως φαίνεται και οι ίδιοι, για το πνευματικό φως, που εκπέμπουν μικροί και μεγάλα πνευματικοί ήλιοι. Έργα πνευματικής δημιουργίας, που όσο τελειότερη είναι η κατασκευή τους τόσο μεγαλύτερη και διαρκέστερη είναι η λάμψη τους. Διεισδύουμε έτσι στον κόσμο της έλλογης παρέμβασης, που τη ζωική πρώτη ύλη θα την αναμοχλεύσει, θα την αναλύσει εις τα εξ ων συνετέθη και με τα στοιχεία της θα επιχειρήσει να δημιουργήσει τέλειες μορφές πνευματικής ζωής, πνευματικούς κόσμους, που μέσα τους βρίσκονται συμπιεσμένα το ένα πλάι στο άλλο τα θεμέλια πάθη του αρχέγονου, που είναι η ψυχή του ανθρώπου.

Αυτή η πλευρά μου – του -έντεχνου» πνευματικού εργάτη – παραμένει εν πολλοίς άγνωστη, πρώτα και κύρια, γιατί η λάμψη της περιόδου των τραγουδιών υπήρξε εκτυφλωτική και όλα τα άλλα γύρω μου τα βύθισε σε προσωρινά σκοτάδι. Όμως, δεν παύει να είναι η πιο σημαντική… Και η πιο ενδιαφέρουσα, μιας και ηθελημένα καταργώ τα σύνορα ανάμεσα στο λαϊκό και το έντεχνο. Το έντεχνο – λαϊκό του τραγουδιού μου γίνεται η βάση για να περάσω στο συμφωνικό, όπως το λέμε, στη μουσική τραγωδία, στη λυρική ολοκλήρωση. Για μένα όλες οι τεχνικές είναι νόμιμες, χρήσιμες. ωφέλιμες, όταν υπηρετούν το βασικό μου στόχο. Όλες οι μορφές των ήχων, οι πηγές τους, οι συνδυασμοί τους, ανατολικοί, δυτικοί, έντεχνοι λαϊκοί, είναι καλοδεχούμενοι στο εργαστήρι που έχει σαν σκοπό να ντύσει ηχητικά ένα ζωντανό σώμα, με καρδιά, νου, φλέβες κα σάρκες πνευματικές και όχι ένα ρομπότ με υλικά, που όσο κι αν ξαφνιάζουν για μια στιγμή, ηλεκτρόδια είναι στο βάθος και λαμαρίνες, που κάποτε θα σκουριάσουν, έως ότου γίνουν σκόνη. Ώστε η πρόκληση της ζωής είναι να απαντάς κάνοντας ζωή;

Φυσικά.. Κι απ’ όλα τα είδη ζωής, που είναι αυτό που αντέχει περισσότερο στο χρόνο; Η πνευματική… Το πνευματικό δημιούργημα Αυτό αντέχει… Και η αντοχή του και η διάρκειά του δεν είναι παρά μια μορφή αθανασίας. Μια νίκη στο θάνατο, τον τελικό μας νικητή… Εκτός κι αν με το πνευματικό έργο υψωθούμε εκεί που δεν μπορεί να μας φτάσει το αρπακτικό του χέρι. Έτσι είναι, θα λεγα, συλλογική κι όχι αποκλειστικά προσωπική η νίκη πάνω στο θάνατο, όταν η κοινωνία μας εποχής μπορεί να εκφραστεί κα να αναγνωριστεί μέσα στην πνευματική δημιουργία…

 

Το χρονικό της δημιουργίας

Η περίοδος που ξεκίνησε στα 1985 με τη σύνθεση του «Κώστα Καρυωτάκη», είναι σίγουρα για μένα η πιο σημαντική και η πιο συναρπαστική. Στο διάστημα που προηγήθηκε (1980- ’85) ολοκλήρωσα το -CANTO GENERAL· προσθέτοντας άλλα 6 στα πρώτα 7 μέρη. Συνέθεσα την «Τρίτη» και «Εβδόμη συμφωνία μου. Τη «Νεκρώσιμη Ακολουθία (Requiem). Προετοιμάζοντας τις συνθέσεις του «Κατά Σαδδουκαίων», του μπαλέτου «Ζορμπάς» και της «Τέταρτης Συμφωνίας» (1987). Ενώ, παράλληλα, στον τομέα του τραγουδιού πραγματοποιούσα μια διπλή στροφή: Η μια προς την κατεύθυνση της Ανατολής- («Διόνυσος», «Πικροσάββατα», «Ασίκικα») και η άλλη προς την κατάκτηση ενός ολοένα κα περισσότερο γενικευμένου και ολοκληρωμένου Λυρισμού («Φαίδρα», «Τα πρόσωπα του ήλιου», «Ως αρχαίος άνεμος», «Μνήμη της Πέτρας», «Η Βεατρίκη στην οδό μηδέν», «Μια θάλασσα γεμάτη μουσική» κλπ.).

Οδηγημένος έτσι σε ακραίες προσωπικές κατακτήσεις, τόσο στο συμφωνικό, όσο και στο μελωδικό – τραγουδιστικό τομέα, αισθάνθηκα τελικά ώριμος, για να περάσω σ’ αυτά που από την πρώτη στιγμή έθεσα σαν στόχο ως συνθέτης και πνευματικός δημιουργός: Τη Λυρική Τραγωδία. «Καρυωτάκης», «Μήδεια», «Ηλέκτρα» και τώρα «Αντιγόνη», μου επέτρεψαν επιτέλους να μεταβάλω αυτή τη μοναξιά. για την οποία σας μίλησα στην αρχή, σ’ έναν αληθινό ήλιο, που με το Φως και τη θέρμη του προσέφερε ένα νόημα στη ζωή μου. Πιστεύω, το αληθινό και το τελικό.

Ακόμα, σε όλο αυτό τα τελευταία δέκα χρόνια, υψώθηκα και ωρίμασα μέσα μου τόσο, ώστε να γίνω απόλυτος κυρίαρχος του δημιουργικού μου έργου σε όλη του τη διάρκεια, δηλαδή εδώ και μισό αιώνα. Μπορώ έτσι να γυρίσω στην α μελωδία της β εποχής και να τη σμίξω με τη γ μουσική ανάπτυξη της δ περιόδου. Δημιουργώ έτσι στη μοναξιά μου, επιτέλους, το ενιαίο μουσικό σύμπαν. για το οποίο πιστεύω ότι γεννήθηκα και έζησα. Ζω συντροφιά όχι μόνο με το λόγο, αλλά και με τις «φοβερές» σκιές του Ευριπίδη και του Σοφοκλή. Με τον Αισχύλο δονήθηκα την εποχή της «ΟΡΕΣΤΕΙΑΣ» (Αγαμέμνων – Χοηφόροι – Ευμενίδες), που τη θεατρική μουσική συνέθεσα στην ίδια τελευταία δεκαετία.

Αλλά και άλλοι αρχαία θεοί και ημίθεοι. καθώς και νεότερες, ιερές σκιές ποιητών και ηρώων με συντροφεύουν, καθώς ρίχνω φωτεινές ακτίνες, για να ενώσω τους μοναχικούς πλανήτες, τον έναν με τον άλλο, να σπείρω την ουσία του ενός πάνω στην επιφάνεια του άλλου, να τους τακτοποιώ σε ηλιακά συστήματα και ηχητικούς γαλαξίες. Έτσι ώστε σήμερα να μπορώ να δω το έργο μου σαν μια ενότητα να ταξιδεύει στο χρόνο, αδιαφορώντας στο βάθος για τη σχέση του με τους άλλους, μιας και ο λόγος ύπαρξής τους εκπληρώθηκε ουμανιστικά… Όπως είπα εν γνώσει μας αντικαταστήσαμε την πραγματικότητα με την ουτοπία. Με το ιδεώδες, όπως το βιώναμε μέσα μας, ανεξάρτητα και ενάντια προς την αμετάκλητα παντοδύναμη ελαφρότητα του κοινωνικού γίγνεσθαι.

Υπάρχει, το καταλαβαίνω, μια έντονο πεσιμιστική διάθεση στην περιγραφή που κάνω σχετικά με μένα, τη δημιουργία μου και τους άλλους. Για μένα, αντίθετα, αυτός ο φαινομενικά πεσιμισμός αποτελεί την άμυνα και συγχρόνως την ενεργητική απάντηση – επίθεση σε μια κατεστημένη τάξη πραγμάτων, που δεν είναι ακόμα ορατή απ’ τους πολλούς.

 

Μουσικά κατεστημένα

Σήμερα – όπως και χτες – τα μουσικά κατεστημένα κινούνται γύρω από δύο διεθνείς πλέον άξονες: Τον λαϊκό και τον έντεχνο. Η λαϊκή μουσική κυριαρχείται από την παντοδυναμία της αγγλοσαξονικής μουσικής ποπ επιτρέποντας σε κάθε χώρα την ύπαρξη τοπικών μουσικών ιδιωμάτων με περιθωριακή σημασία, που δε θα θίγουν τα κυριαρχικά οικονομικά και ηθικοπλαστικά (μάλλον -ηθικοκλαστικά·) τους συμφέροντα. Αυτό συμβαίνει σε περιοχές με ανάπτυξη όπως η δική μας, όπου η «μορφωτική ολοκλήρωση·, όπως την εννοεί και τη θέλει ο καπιταλισμός, δεν έχει ακόμα συντελεστεί και όπου υπάρχουν -πολιτικές διαβαθμίσεις·. Έτσι «πιο προχωρημένοι – κυρίως νέοι – κοινωνικά έχουν φτάσει στην ποπ, ενώ οι υπανάπτυκτοι και οι εν εξελίξει είναι πελάτες εγχώριων υποπροϊόντων, που όμως και αυτοί ελέγχονται από τις διεθνείς εταιρίες, που νέμονται και τη χώρα μας και που ουσιαστικό είναι κλάδοι παραρτήματα και εκπρόσωποι της αγγλοσαξονικής ποπ μουσικής.

Γι’ αυτό και το έντεχνο λαϊκό τραγούδι, όπως το συνέλαβα στα 1960, όπως λειτούργησε και κυρίως όπως το δέχτηκε ο λαός, δίνοντάς του κυρίαρχη θέση και εκτοπίζοντας την αγγλοσαξονική κυριαρχία των ξένων εταιριών, έπρεπε να εξοντωθεί. Έτσι και έγινε.

Ο άλλος άξονας αφορά την έντεχνη μουσική, τη «σοβαρή». τη «μεγάλη». Συμφωνικές ορχήστρες, χορωδίες, ωδεία, μαέστροι, ερμηνευτές, αίθουσες συναυλιών, μουσικοί κριτικοί, δισκογραφικές εταιρίες, κανάλια σε ραδιόφωνο και τηλεόραση, όλα αυτά αποτελούν μια διεθνή πραγματικότητα δεμένη, συντονισμένη, επιθετική και αλαζονική – πόσο μάλλον που πρόκειται για το χαϊδεμένο παιδί της ενοποιημένης διεθνούς αριστοκρατίας του πλούτου, θα έλεγα, ότι για τους νεόπλουτους, όπως είναι η γενιά των σύγχρονων Κροίσων, αποτελεί ένα εξωτερικό σημάδι κοινωνικής ανόδου και απόδειξη ότι χάρη στα λεφτά τους έγιναν γνήσιοι αριστοκράτες, άξιοι ενός Μάλερ, ενός Βάγκνερ, ενός φον Κάραγιαν, μιας Καμεράτας και ενός Μεγάρου.

Από την καθαρά καπιταλιστική πλευρά, τα κέρδη των διεθνών εταιριών δίσκων και βίντεο, φτάνουν περίπου τα κέρδη που έχουν από τη μουσική ποπ. Η οικονομική άνοδος των μεσαίων τάξεων στις μεταβιομηχανικές κοινωνίες δημιούργησε μια ευρύτατη πελατεία. Ενώ ο γιος αγοράζει το προβαλλόμενο εκείνη τη στιγμή προϊόν ποπ, οι γονείς, ενημερωμένοι από τα spot των καναλιών, θα σπεύσουν να αγοράσουν το τελευταίο CD του ερμηνευτή ή της ορχήστρας star «σοβαρής” μουσικής σε star αίθουσα…

θα μπορούσα, αλλά δεν το θέλησα να κάνω καριέρα μέσα σ’ αυτό το διεθνές μουσικό σύστημα. Φυσικά απ’ τη στιγμή που ασχολήθηκα με το τραγούδι, πολιτογραφήθηκα μια για πάντα «αποστάτης», «ελαφρός», «λαϊκός». Με μια λέξη εξοβελιστέος.

Πρόκειται, λοιπόν, για μια πραγματικότητα. Για υπαρκτές συμπληγάδες, που αντίθετα από τον Οδυσσέα που πέρασε ανάμεσά τους μια φορά, εγώ είμαι καταδικασμένος να υπάρχω ανάμεσά τους κάθε στιγμή, χωρίς να συνθλίβομαι και φυσικά χωρίς να θέλω και να μπορώ να αφομοιωθώ από τη μια ή από την άλλη.

 

Λαϊκό και έντεχνο

– Μέσα από τα τραγούδια σας ο λαός μας γνώρισε τους μεγάλους Έλληνες ποιητές. Σήμερα το ελληνικό τραγούδι, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, δείχνει να αδιαφορεί για την ποίηση. Συμφωνείτε μ’ αυτό; Αν ναι, γιατί συμβαίνει; Και ακόμη, η αληθινή τέχνη, η μουσική δημιουργία αποτελεί κινητήρια δύναμη της κοινωνίας. Σήμερα νομίζετε ότι επιδιώκεται μια ανάσχεση, μια αναστολή αυτού του ρόλου της; Από ποιους;

– Δυστυχώς αυτή η διάσπαση ανάμεσα στο λαϊκό και το έντεχνο, που αποτελεί τη βαθύτερη, την πλέον αποτελεσματική και γι’ αυτό πιο ταπεινωτική ταξική διάκριση, δε γνωρίζω να έχει γίνει αντιληπτή από την Αριστερά – αν και την περπατώ πενήντα χρόνια περίπου. Κάτι είπαν οι κλασικοί του μαρξισμού (ξεκινώντας απ’ τον ίδιο τον Μαρξ) περί «πολιτιστικής επανάστασης», όμως απ’ ότι και όσα έγιναν, έβγαλα το συμπέρασμα, ότι η ηγετική γενιά των μαρξιστών του αιώνα μας δεν ενδιαφέρθηκε στην πραγματικότητα για τα φαινόμενα του πολιτισμού και της τέχνης.

Στην ουσία, η πράξη συνένωσης του λαϊκού με το έντεχνο αντιστοιχεί με κείνη του Προμηθέα, που έσπασε το μονοπώλιο των θεών δίνοντας τη φωτιά στους ανθρώπους. Το έλλογο, το έντεχνο στοιχείο είναι εκείνο που κρατούσαν πάντοτε μονοπωλιακό δικό τους οι ιθύνουσες τάξεις- Ακόμα και σήμερα, στο αποκορύφωμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, η ενοποιημένη κυρίαρχη τάξη των νέων αφεντικών της Γης (πλέον) υποχωρώντας, ουσιαστικά υψώνει νέα τείχη γύρω της. Για να καθυστερήσει την τελική των μαζών, τους ρίχνει κάθε αγαθό – αυτοκίνητα, βίντεο, CD, ανέσεις, φαντασιώσεις – έτσι για ένα διάστημα τους μεταβάλλει σε πελάτες, δηλαδή, στην πιο υποταγμένη και υποτακτική μορφή δούλων, που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα, ενώ αυτή, μέσα από τα τείχη προσπαθεί να βρει την λαμπρότητά της στη λεγάμενη αριστοκρατική – τη μεγάλη – τέχνη αυτήν την ίδια, που την προσφέρει στον πολίτη – πελάτη εν είδει εμπορεύματος. Όμως, εκείνο που νομίζει ότι είναι αποκλειστικά δικό της και που την επιβεβαιώνει – έτσι νομίζει – ιστορικά στο ρόλο της, δηλαδή τη λόγια, την «έντεχνη· τέχνη, δεν πρόκειται να τη δώσει ποτέ στο λαό.

Οι μεγάλοι ποιητές ανήκουν σ’ αυτούς, γιατί μόνο αυτοί μπορούν να τους «καταλάβουν». Φυσικά, ο καθένας μπορεί ν’ αγοράσει τα βιβλία τους. Πόσοι όμως είναι: Το πρόβλημα δεν είναι πρακτικό – ποσοτικό. Ο λαός δεν μπορούσε να πλησιάσει τη μεγάλη ποίηση, γιατί δεν είχε στη διάθεσή του τα κλειδιά, για ν’ ανοίξει τις μεγάλες πόρτες. Κάνοντας τραγούδι και βάζοντας στα χείλη του λαού τη μεγάλη ποίηση, είναι σαν να του πρόσφερα αυτό το σπάνιο κλειδί ν’ ανοίξει τις μεγάλες πόρτες και να μπει στο μαγικό κόσμο της λόγιας τέχνης. Κι αυτό υπήρξε το «έγκλημά» μου. Βέβαια, τότε που το έκανα (1960), όχι μόνο ήλπιζα, αλλά είχα μπροστά και γύρω μου ανθρώπους, που διαρκώς πλήθαιναν, για να γίνουν τελικό κίνημα – ποταμός. Ολομόναχος πώς να προχωρήσω: Κι έγινε τότε το θαύμα και για μια ιστορική στιγμή, σε μια μικρή χώρα, για πρώτη φορά, μετά την αθηναϊκή κοινωνία, ποίηση, μουσική και λαός έγιναν ένα. Για μια στιγμή, που μας φωτίζει ακόμα. Και τώρα μας πονάει. Γιατί ο ποταμός στέρεψε και οι μεγάλες πόρτες έκλεισαν και ο μεγάλος τρελός υποχρεώθηκε να κλειστεί, όπως πρώτα, στη σπηλιά του.

Το δεύτερο ερώτημά σας, όμως, έχω να προσθέσω κάτι ακόμα. Πρόκειται για την πολιτική πλευρά, αυτή που εξέφραζε πολιτικό και κοινωνικά, τη διαδικασία που ξεκίνησε με το έντεχνο – λαϊκό, θεωρώ προσωπική μου αποτυχία το ότι, παρά τις προσπάθειες μου, θεωρητικές και πρακτικές, δεν κατόρθωσα να πείσω τους κατά καιρούς υπεύθυνους της ελληνικής Αριστεράς – και στη συνέχεια της ευρωπαϊκής – ότι η κατάκτηση πολιτιστικών στόχων και κυρίως η διαδικασία ενότητας μεταξύ του λαϊκού και του έντεχνου, με αποδέκτη το λαό, είναι εφικτή μέσα σε συνθήκες όχι μόνο του πιο άγριου καπιταλισμού, αλλά και σκληρών κοινωνικών συγκρούσεων, σαν αυτές που ζήσαμε στις τελευταίες δεκαετίες. Στην ουσία παλεύοντας για ένα ενεργητικό πολιτιστικό γίγνεσθαι, με πρωταγωνιστή το λαό, αγγίζαμε τα θεμέλια του ταξικού διαχωρισμού, συγκεντρώνοντας τις προϋποθέσεις για την οριστική ανατροπή του, που θα σήμαινε ταυτόχρονα την οριστική ανατροπή του. Που θα σήμαινε ταυτόχρονα την οριστική απελευθέρωση του λαού. Και δεν έφτανε που δεν κατάλαβαν ποτέ την ουσία αυτής της πολιτικής πράξης με όπλο τον πολιτισμό, αλλά παρασυρμένοι απ’ το μπαράζ των μεταμφιεσμένων (τότε) ολιγαρχικών συνέτειναν κατά καιρούς στο να χτυπηθεί το κίνημα αυτό και από τα μέσα, για να φτάσουμε στην εποχή της μεγάλης ξηρασίας, των «καταναγκασμών, της αποξένωσης και της σύνθλιψης των συνειδήσεων».

***

Μαζί με τη συνέντευξη ο «Ρ» καταχωρεί και την εξής δήλωση του Μίκη Θεοδωράκη, στην οποίa εξηγεί τους λόγους της παραχώρησης – κατ’ εξαίρεση – συνέντευξής του στο «Ριζοσπάστη»:

“Πριν προχωρήσετε στις ερωτήσεις σας επιθυμώ να προβώ σε μια δήλωση. Πρώτον, σας ευχαριστώ που θεωρήσατε σκόπιμο να με τιμήσετε, διαθέτοντας τον πολύτιμο χώρο της εφημερίδας σας σε σκέψεις και απόψεις μου.

Δεύτερον, η συνέντευξη αυτή έχει για μένα συμβολικό χαρακτήρα.

Μιας και παραχωρείται κατ’ εξαίρεση, αφού έχω κάνει ήδη γνωστό ότι απέχω απ’ την κοινωνική, καλλιτεχνική και πολιτική ζωή του τόπου. Ζητώ συγνώμη από μερικούς συναδέλφους σας αθηναϊκών εφημερίδων, στους οποίους αρνήθηκα να παραχωρήσω συνέντευξη, όπως αρνούμαι – θα το έχετε, ασφαλώς, διαπιστώσει – οποιαδήποτε δήλωση ή οποιοσδήποτε μορφής συνεργασία. Δεν έχω, φυσικά, τίποτε προσωπικό με τους συναδέλφους σας. Όμως, είναι ο μόνος τρόπος, για να εκφράσω την πλήρη απογοήτευση και διαμαρτυρία μου, ως πολίτης, για την ουσιαστική έλλειψη ελευθεροτυπίας στη χώρα μας. Και πότε, θα μου πείτε, ο ελληνικός Τύπος υπήρξε ελεύθερος; Παρ’ όλα αυτά πιστεύω, ότι η σημερινή κατάσταση είναι η χειρότερη απ’ όσες υπήρξαν ποτέ. Κι αυτό οφείλεται κατά τη γνώμη μου στο γεγονός ότι οι κορυφαίοι «Βαρόνοι των Media» – όπως τους αποκαλούν – έχουν δημιουργήσει αναμεταξύ τους τραστ. Συνεργάζονται κατά ομάδες σε τηλεοπτικούς σταθμούς και γύρω από ανώνυμες εταιρίες, που αναλαμβάνουν μονοπωλιακό εργολαβίες, που αφορούν το ελληνικό δημόσιο και που τις αποσπούν απ’ την εκάστοτε κυβέρνηση, με την απειλή του ελεγχόμενου, απ’ τους ίδιους Τύπου, που λειτουργεί περίπου σαν φονικό όπλο… Με δύο λόγια στη χώρα μας λειτουργεί ΟΛΙΓΟΠΩΛΙΟ στην Είδηση, στην Πληροφορία και στη Διαμόρφωση της Κοινής Γνώμης, το οποίο φιμώνει, προβάλλει, κρίνει, λογοκρίνει κατά την απόλυτη κρίση του και κατά τα συμφέροντά του. Έτσι περίπου δολοφονείται σήμερα η δημοκρατία και μαζί της η ελεύθερη σκέψη και ο πολιτισμός στην Ελλάδα.”

Back To Top