skip to Main Content
H επανάσταση του 1821 στην Κρήτη και οι πρόγονοι του Μίκη Θεοδωράκη

Εξιστόρηση από το Γιώργο Αγοραστάκη* των επαναστατικών γεγονότων στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα στην Κρήτη και η συμμετοχή των προγόνων του Μίκη Θεοδωράκη σ΄αυτά.

Η επανάσταση του 1821 στην Κρήτη

Προάγγελος των Κρητικών επαναστάσεων του 19ου αιώνα αποτέλεσε η επανάσταση του 1770 στα Σφακιά. Τα πολεμικά γεγονότα που έλαβαν μέρος είναι γνωστά σαν Ορλωφικά[1]. Με αρχηγό τον επιτυχημένο έμπορο Δασκαλογιάννη[2] τα Σφακιά συγκέντρωσαν μια δύναμη 2000 ένοπλων ανδρών και άρχισαν τις επιθέσεις κατά των Τούρκων έξω από την επαρχία τους. Οι Τούρκοι όμως αντέδρασαν γρήγορα. Τουρκικά γενιτσαρικά στρατεύματα από τα Χανιά, το Ρέθυμνο και το Μονοφάτσι κατέλαβαν και πυρπόλησαν τον Ιούνιο του 1770 τα περισσότερα χωριά των Σφακιών. Οι συνέπειες για τους Σφακιανούς ήταν βαριές. 4000 σκοτώθηκαν, πέθαναν ή πιάστηκαν αιχμάλωτοι ή εκπατρίστηκαν.

Μετά απ’ αύτη την καταστροφή και για να αποφευχθούν άλλα αντίποινα των Τούρκων, ο Δασκαλογιάννης παραδόθηκε και μεταφέρθηκε στο Χάνδακα μαζί με συνεργάτες του. Λίγο αργότερα γδάρθηκε ζωντανός, για παραδειγματισμό. Οι Σφακιανοί άντεξαν όλο το χειμώνα στις κορυφές των Λευκών Ορέων, περιμένοντας τη ρωσική βοήθεια. Όταν, όμως, το Μάρτιο του 1771, διαπίστωσαν το αδιέξοδο του αγώνα τους, αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν. Στην επανάσταση αυτή έλαβαν μέρος και βοήθησαν οπλαρχηγοί γειτονικών επαρχιών.[3]

Το 1821 οι χριστιανοί Κρήτες πήραν τα όπλα, συμμετέχοντας στον αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας. Η επανάσταση διήρκεσε από το 1821 ως το 1830, με ιδιαίτερη έξαρση τα χρονικά διαστήματα 1821-1823 και 1825-1827.

Η επανάσταση ξεκίνησε και πάλι από τα Σφακιά. Στις 7 Απριλίου έγινε συνέλευση των Σφακιανών στα Γλυκά Νερά, για να εξεταστεί η γενική κατάσταση στην Κρήτη και η δυνατότητα να συμπράξουν πολλές επαρχίες σε μια ενδεχόμενη επανάσταση. Στις 15 Απριλίου 1821, μετά από πρόσκληση των προκρίτων, συγκεντρώθηκαν όλα τα χωριά των Σφακιών και πολλοί άλλοι αντιπρόσωποι από άλλες επαρχίες σε γενική σύσκεψη στην Παναγία τη Θυμιανή και αποφάσισαν την επανάσταση. Οι εχθροπραξίες άρχισαν στις αρχές Ιουνίου και γενικεύτηκαν σ΄όλη την Δυτ. Κρήτη. Επικεφαλείς των επαναστατών ήταν οι Σφακιανοί οπλαρχηγοί Λ. Παναγιώτου και Γ. Δασκαλάκης (ή Τσελεπής, εγγονός του Δασκαλογιάννη), ο Σήφακας από τον Αποκόρωνα και οι αδελφοί Γιάννης και Βασίλης Χάλης από το Θέρισο.

Η αντίδραση των Τούρκων υπήρξε άμεση και φοβερή. Οι σφαγές στην πόλη των Χανίων ήταν άγριες. 400 χριστιανοί χάθηκαν μέσα σε λίγες ήμερες (φωτ. Xydacobe, Σφαγές από τους Τούρκους στους δρόμους των Χανίων). Στις 19 Μαΐου απαγχονίστηκε ο επίσκοπος Κισσάμου Μελχισεδέκ Δεσποτάκης. Εξαγριωμένοι μουσουλμάνοι επέδραμαν στη γυναικεία μονή του Τιμίου Προδρόμου στις Κορακιές Ακρωτηρίου και κατάσφαξαν τις μοναχές αφού πρώτα τις ατίμασαν. Οι Τούρκοι αφού συγκέντρωσαν τις ένοπλες δυνάμεις τους στην πόλη επιχείρησαν επανειλημμένα με εξορμήσεις να διαλύσουν τις επαναστατικές εστίες στα ορεινά χωριά της Κυδωνίας και του Αποκόρωνα αλλά απέτυχαν. Σημαντική νίκη σημείωσαν οι επαναστάτες στις 15 Ιουνίου στους Λάκκους της Κυδωνίας, όταν ο Λατίφ Πασάς των Χανίων με 5.000 άνδρες ηττήθηκε κατά κράτος και ο στρατός του διασκορπίστηκε.

Κατά τα τέλη Ιουλίου ο Σερίφ Πασάς του Ηρακλείου, οργάνωσε μεγάλη εκστρατεία εναντίον των Σφακίων, στην οποία συνέπραξαν και οι άλλοι Πασάδες του νησιού με το στρατό τους. Ο τουρκικός στρατός από τα ανατολικά έφτασε στα Χανιά, αφού κατέστρεψε τα χωριά του Αποκόρωνα στο πέρασμά του. Ο Οσμάν Πασά του Ρεθύμνου με τα στρατεύματά του κατόρθωσε να διεισδύσει στα Σφακιά στις 29 Αυγούστου. Η επαρχία υπέστη φρικτή καταστροφή, ανάλογη με εκείνη του 1770.

Παρ όλα αυτά η επανάσταση δεν κατάθεσε τα όπλα, κρατούσε ακόμη στα Χανιά και γρήγορα αναζωπυρώθηκε. Αρχές του Νοεμβρίου καταφθάνει στο Λουτρό Σφακίων ο Κομνηνός Αφεντούλης[4] διορισμένος ως Γενικός Διοικητής και Αρχιστράτηγος Κρήτης από την κεντρική επαναστατική επιτροπή της Ελλάδας. Το Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1821 οι επαναστάτες κατόρθωσαν να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους και να απωθήσουν τους Τούρκους από τις θέσεις που είχαν καταλάβει.

Η πρώτη επιχείρηση των επαναστατών στις  επαρχίες Σελίνου & Κισσάμου

Κατά τον Δεκέμβριο του 1821 επαναστάτες από τις επαρχίες Σφακίων, Κυδωνίας και Κισσάμου με αρχηγό το Τσελεπή εξόρμησαν στο Σέλινο και πολιόρκησαν τους Τούρκους του Σελίνου στην Κάνδανο, με τη βοήθεια των Σελινιωτών επαναστατών. Ο θάνατος όμως του αρχηγού Τσελεπή σε μάχη στον οικισμό Σταυρός της Κανδάνου ματαίωσε την επιχείρηση κατά της Κανδάνου και οι επαναστάτες αποχώρησαν. Μετά την αποχώρηση οι Τούρκοι επέδραμαν στα χωριά του Αν. Σελίνου, επιτέθηκαν στον άμαχο πληθυσμό κι έκαψαν πολλά σπίτια.

Ο αιγυπτιακός στρατός στην  Κρήτη (1822)

Η αδυναμία του τουρκοκρητικού στρατού να καταστείλει την επανάσταση στην Κρήτη και η απασχόληση του τουρκικού στρατού στην Πελοπόννησο και στη Στερεά Ελλάδα, ανάγκασαν το σουλτάνο Μαχμούτ Δ’ να ζητήσει τη βοήθεια του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου. Ο Μεχμέτ Αλής δέχθηκε πρόθυμα την πρόταση, υπολογίζοντας σε μελλοντική μόνιμη κατοχή της Κρήτης και απέστειλε ισχυρές δυνάμεις στο νησί, υπό την αρχηγία του γαμπρού του Χασάν Πασά. Στις 28 Μαΐου 1822, κατέπλευσε στη Σούδα ο αιγυπτιακός στόλος με 30 πολεμικά και 84 φορτηγά. Στις αρχές Ιουνίου προσέβαλε την οχυρή τοποθεσία της Μαλάξας, όπου οι επαναστάτες κατόρθωσαν να κρατήσουν τις θέσεις τους. Η ασυμφωνία όμως των αρχηγών και η αδυναμία συντονισμένης δράσης των επαναστατών προεξοφλούσε την αδυναμία τους να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τον Χασάν στην συνέχεια. Μια επίθεση των επαναστατών στα Τσικαλαριά στις 12 Ιουνίου απότυχε και έφερε μεγάλες απώλειες.

Ο Χασάν επανέλαβε τις επιχειρήσεις του από την 1η Αύγουστου. Με ισχυρές δυνάμεις ξεκίνησε από το Πλατανιά, με σκοπό να διαλύσει τις επαναστατικές εστίες στην ορεινή Κυδωνία. Ως τις 6 Αυγούστου είχε πατήσει τα χωριά Λάκκους και Θέρισο, παρά τις συνεχείς παρενοχλήσεις των τοπικών οπλαρχηγών. Στις επιχειρήσεις όμως αυτές έχασε 600 άνδρες και αυτό τον ανησύχησε ιδιαίτερα. Εγκαταλείποντας τα ορεινά χωριά της Κυδωνίας, πέρασε στον Αποκόρωνα και αφού κατάστρεψε τα χωριά του, προχώρησε στο Ρέθυμνο και στο Μυλοπόταμο. Λίγες μέρες αργότερα σκοτώθηκε στο Καστέλι Ηρακλείου πέφτοντας από το αφηνιασμένο άλογο του.

Η εκστρατεία των Επαναστατών στην  Κίσαμο & Σέλινο

Ενώ τα Αιγυπτιακά στρατεύματα επιχειρούσαν στην Ανατολική Κρήτη οι επαναστατημένοι Χανιώτες αποφάσισαν να γίνει γενική εκστρατεία κατά των επαρχιών Κισσάμου και Σελίνου, καθόσον στις Επαρχίες αυτές διέμεναν πολλοί Τούρκοι, διέθεταν ισχυρά φρούρια και πύργους και οι ντόπιοι Επαναστάτες δεν μπορούσαν μόνοι τους να τους νικήσουν.

Το Δεκέμβριο του 1822 συγκεντρώθηκαν στη Κυδωνία περί τις 5 χιλ. επαναστατών και υπό την ηγεσία των Β. Χάλη, Σήφακα, Τσουδερού, Πωλογιώργη και Γερανιώτη, σε συνεννόηση με τους Κισσαμίτες οπλαρχηγούς Δρακωνιανό, Μαρτιμιάνο, Περάκη, Δεικτάκη, Καθεκλά, Γεωργιλάδες, Κανίτσο, Ρενιέρη και άλλων, προχώρησαν προς την Κίσσαμο. Εισερχόμενοι στην Κίσσαμο άρχισαν την εκκαθάριση των χωριών και την καταδίωξη των Τούρκων. Οι Τούρκοι καταδιωκόμενοι οπισθοχωρούσαν για να συγκεντρωθούν τελικά στα φρούρια του Καστελιού και της Γραμβούσας. Σε λίγες μέρες οι επαναστάτες κυρίευσαν την Κίσσαμο και κρατούσαν σε στενή πολιορκία το φρούριο στο Καστέλι.

Ο Εμμανουήλ Τομπάζης Αρμοστής της Κρήτης

Η πολιορκία στο Καστέλι διαρκούσε και γίνονταν αδιάκοπα μάχες κάθε φορά που οι Τούρκοι επιχειρούσαν εξόδους από το φρούριο. Την 19η Μαΐου του 1823, κατέπλευσε στην περιοχή ο νέος Αρμοστής, ο Υδραίος Εμμανουήλ Τομπάζης[5]  με μικρή ναυτική μοίρα από 5 πολεμικά και με σώμα 600 εθελοντών, κυρίως Ηπειρωτών και ανέλαβε την πολιορκία του φρουρίου. Ο Τομπάζης ξεκίνησε τις διαπραγματεύσεις, και οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν και να παραδοθούν με όλο τον οπλισμό τους, με αντάλλαγμα τη μεταφορά τους με πλοία στα Χανιά. Από τους 1800 που κλείστηκαν το Δεκέμβρη στο φρούριο, επέζησαν οι 600. Αποδεκατίστηκαν από τις εχθροπραξίες κατά την πολιορκία, την πείνα και από μια επιδημία πανώλης. Η ελληνική σημαία υψώθηκε στο φρούριο, στις 25 του Μάη 1823.

Εκστρατεία κατά  της Κανδάνου (1823)

Ο Αρμοστής Τομπάζης, μετά την άλωση του Καστελιού, κινήθηκε την 31η Μαΐου κατά της Κανδάνου, με δύναμη 2, 5 χιλ. περίπου ανδρών απ΄όλο το Νομό Χανίων. Στην εκστρατεία αυτή πήραν μέρος περί τους 800 Κισσαμίτες επαναστάτες με τους οπλαρχηγούς τους. Στην Κάνδανο είχαν συγκεντρωθεί περί τους 3.000 Τούρκοι του Σελίνου. Την 1η Ιουνίου 1823 άρχισε η πολιορκία της Κανδάνου. Οι Τούρκοι επιχειρούσαν εξόδους και αντεπιθέσεις και αρκετοί σκοτώνονταν και τραυματίζονταν εκατέρωθεν. Ένα λάθος του Τομπάζη στη συνέχεια, ν’ αρχίσει διαπραγματεύσεις για την παράδοσή τους, τους έδωσε τον χρόνο και τη δυνατότητα να διαφύγουν ένα βράδυ από το κλοιό. Όταν οι πολιορκητές τους αντιλήφθηκαν, τους καταδίωξαν και στο Σέμπρωνα περικύκλωσαν την οπισθοφυλακή τους. Στη μάχη που έγινε σκότωσαν ή αιχμαλώτισαν πάνω από 800. Περί τους 2000 όμως γλύτωσαν, έφτασαν στα Χανιά, για να αντεκδικηθούν σκληρά αργότερα τους Σελινιώτες. Τα σφάλματα αυτά του Τομπάζη ήταν αφορμή να μείνει η Κρήτη τουρκική 75 ακόμη χρόνια εκτιμούν οι ιστορικοί.

Ο Χουσεΐν στην  Κρήτη

Πίνακας Eugène Delacroix, από την επανάσταση του ’21

Στο μεταξύ και οι Τουρκοαιγύπτιοι στο Ηράκλειο ανασυντάχθηκαν. Στη θέση του θανόντος Χασάν τοποθετήθηκε νέος στρατηγός, ο Χουσεΐν Μπέης, γαμπρός και αυτός του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου. Ο αιγυπτιακός στόλος με ναύαρχο τον Ισμαήλ Γιβραλτάρ, έφτασε στην Κρήτη στις αρχές Ιουνίου και αποβίβασε 3.000 άνδρες και άφθονο πολεμικό υλικό ενισχύοντας τις δυνάμεις του Χουσεΐν.

Ο νέος αρχιστράτηγος των τουρκοαιγυπτιακών δυνάμεων ακολούθησε ένα στρατηγικό σχέδιο, που προέβλεπε την καταστολή της επανάστασης πρώτα στα ανατολικά, για να μην παρενοχλείται και στη συνέχεια στα δυτικά. Ο Χουσεΐν έφτασε στα Χανιά το Φεβρουάριο του 1824. Αφού λεηλάτησε τα χωριά του Αποκόρωνα και συνέλαβε πλήθος αιχμαλώτων, εισέβαλε τον επόμενο μήνα από το Λουτρό στα Σφακιά. Έντρομοι οι άμαχοι ζητούσαν σωτηρία στα παραπλέοντα Ελληνικά πλοία και στ’ απρόσιτα φαράγγια της Αγιάς Ρουμέλης και της Σαμαριάς.

Ο Χουσεΐν στην συνέχεια με εκπληκτική ταχύτητα πέρασε στο Σέλινο και στην Κίσσαμο, για να διαλύσει και τις τελευταίες εστίες των επαναστατών. Οι ένοπλοι και οι άμαχοι διασκορπίστηκαν στα βουνά και τα φαράγγια για να δασωθούν. Ο επίλογος γράφτηκε με την σφαγή στο Λαφονήσι όπου είχαν καταφύγει καταδιωκόμενοι Κισσαμίτες. Τα αιγυπτιακά στρατεύματα κατάφεραν και πέρασαν απέναντι στο νησί και τους κατάσφαξαν όλους. Τα θύματα στις επαρχίες αυτές ξεπέρασαν τους 1.500 νεκρούς. Παραπλέοντας στα παράλια διάφορα Ελληνικά πλοία, παρακολουθούσαν τις μάχες στην ξηρά και παρελάμβαναν τους καταδιωκόμενους και τα γυναικόπαιδα για να τους μεταφέρουν στα Κήθυρα, στην Πελοπόννησο και σ’ άλλα νησιά. Σε 60.000 υπολογίζονται οι εκπατρισμένοι κατά τους πρώτους μήνες του 1824. Εκατοντάδες έπεσαν στα χέρια του εχθρού και αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν στις σκλαβαγορές της Αλεξάνδρειας και της Σμύρνης.

Ως τα τέλη Μαΐου 1824 ο Χουσεΐν είχε καταπνίξει την κρητική επανάσταση. Οι Τουρκοαιγύπτιοι ήταν πια ελεύθεροι να βοηθήσουν τον Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο. Η Κρήτη θα γίνει τώρα το ορμητήριο και η μεγάλη βάση ανεφοδιασμού των Τούρκων για τις επιχειρήσεις τους στην επαναστατημένη Ελλάδα.

Όσοι παρέμειναν πίσω στο νησί υποχρεώθηκαν στο νέο ζυγό. Κι απ’ αυτούς λίγοι ήταν εκείνοι που έμειναν απροσκύνητοι κι αποφασισμένοι να συνεχίσουν έναν απελπισμένο αγώνα. Σχημάτιζαν ανταρτικές ομάδες κι έκαναν κλεφτοπόλεμο μ’ αιφνιδιαστικές νυκτερινές επιθέσεις και δολιοφθορές. Αυτοί ήταν οι διαβόητοι «Καλησπέρηδες». Οι Τούρκοι, ακολουθώντας και αυτοί την ίδια τακτική, οργάνωσαν τρομοκρατικές ομάδες από φανατικούς γενιτσάρους και ονομάστηκαν «Ζουρίδες».

Η περίοδος της Γραμβούσας (18251828)

Ενώ φαινόταν ότι η επανάσταση στην Κρήτη είχε κατασταλεί και περιοριζόταν απλώς σε σποραδικές επιθέσεις ανταρτών σε χωριά και φρούρια των Τούρκων, Κρήτες επαναστάτες, που είχαν καταφύγει στην άλλη Ελλάδα, κατέστρωσαν ένα νέο σχέδιο για να αναζωπυρώσουν την επανάσταση. Το Αύγουστο του 1825 μ’ επικεφαλής τον Δημήτριο Καλλέργη και τον Εμμανουήλ Αντωνιάδη επέστρεψαν στην Κρήτη και κατέλαβαν το φρούριο της Γραμβούσας. Οι επαναστάτες οχυρώθηκαν εκεί, και προσπαθούσαν να υποκινήσουν τους Κρητικούς για μια νέα επανάσταση. Εξέλεξαν μάλιστα και μια προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή, το «Κρητικόν Συμβούλιον» που έπαιζε το ρόλο της επίσημης επαναστατικής αρχής της Κρήτης. Η προσπάθεια των Τούρκων να ανακτήσουν το φρούριο απέτυχε και έτσι άρχισε στην Κρήτη μια νέα επαναστατική περίοδος, η λεγόμενη περίοδος της Γραμβούσας (1825-1828). Επειδή οι “Γραμβουσιανοί” επιδόθηκαν στην συνέχεια στην πειρατεία για να εξασφαλίζουν τρόφιμα και τα εφόδια τους, ο Ιωάννης Καποδίστριας μετά από αξίωση της Αγγλίας, έστειλε στη Γραμβούσα τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, με τη συνοδεία αγγλικού και γαλλικού στόλου, για να τους εκδιώξει. Τα πλοία των επαναστατών καταστράφηκαν και το φρούριο της Γραμβούσας παραδόθηκε στους Άγγλους, οι οποίοι ανέλαβαν και το έργο της επιτήρησης των θαλασσών για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας. Οι επαναστάτες της Γραμβούσας διαλύθηκαν και κατέφυγαν στα βουνά της Κρήτης.

Η Αιγυπτιοκρατία στην  Κρήτη (1830- 1841)

Το 1830 η Κρήτη παραχωρήθηκε στο Μωχάμετ Αλή της Αιγύπτου. Το νησί παρέμεινε 10 χρόνια κάτω από την αιγυπτιακή διοίκηση, για να δοθεί ξανά στο Σουλτάνο με τη συνθήκη του Λονδίνου το 1841. Με βάση το Πρωτόκολλο της συνθήκης του Λονδίνου της 3ης Φεβρουαρίου 1830, οι Μεγάλες Δυνάμεις, παρά τις προηγούμενες επαγγελίες τους, άφησαν την Κρήτη έξω από τα όρια του νεοπαγούς ελληνικού κράτους, στην απόλυτη δικαιοδοσία του σουλτάνου, ο οποίος την παραχώρησε στον Αντιβασιλέα της Αιγύπτου Μοχάμεντ Αλή, σαν αντάλλαγμα των υπηρεσιών του στη διάρκεια της επανάστασης του 1821. Ο φιλόδοξος μονάρχης της Αιγύπτου κατανοούσε τη σημασία της κατοχής της Κρήτης και απέβλεπε από την αρχή στη μονιμοποίηση της εξουσίας του στο νησί. Για να αποφύγει εξωτερικές επεμβάσεις και διεθνείς περιπλοκές, έλαβε μέτρα για την εξασφάλιση της εσωτερικής γαλήνης, ενώ παράλληλα έθεσε σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα μεγάλων κοινωφελών έργων στο νησί. Για την πραγματοποίηση αυτού του προγράμματος επιβλήθηκε επαχθέστατη φορολογία στο πληθυσμό. Πολιτικό διοικητή της νήσου διόρισε τον Μουσταφά Ναϊλή Πασά[6] και στρατιωτικό διοικητή τον έμπιστό του Οσμάν Νουρ-Ελ-Ντιν Μπέη.

Η αιγυπτιακή διοίκηση στην Κρήτη υπό το πρόσχημα της δικαιοσύνης και της αμεροληψίας, αντιμετώπισε φαινομενικά ισότιμα όλους τους κατοίκους της Κρήτης. Με τη χορήγηση γενικής αμνηστίας, κάλεσε χριστιανούς και μουσουλμάνους, να καταθέσουν τα όπλα και να ζήσουν στο εξής ειρηνικά, σε καθεστώς ειρήνης και ισονομίας. Οι κάτοικοι της υπαίθρου, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων ήταν χριστιανοί, απαλλάχθηκαν από τις καταπιέσεις και από μια σειρά υποχρεώσεων. Έτσι η Αιγυπτιακή Διοίκηση αντιμετώπισε τη δυσαρέσκεια των Τουρκοκρητικών. Ο διοικητής του νησιού, μολονότι ήταν συχνά με το μέρος των τουρκοκρητικών, σε πολλές περιπτώσεις περιόριζε τη δύναμη τους. Το 1926 διέλυσε τα γενιτσαρικά τάγματα και τ’ αντικατέστησε με Αλβανούς και Αιγυπτίους στρατιώτες. Στη θέση των Τουρκοκρητικών διοικητών των επαρχιών διόριζε Αλβανούς.

Το κυριότερο, όμως, ήταν ότι με την πρωτοβουλία της αιγυπτιακής διοίκησης μεταλλάχτηκε το γαιοκτητικό καθεστώς. Από τα πρώτα χρόνια της Αιγυπτιοκρατίας, η μεταβίβαση της γης από τους μουσουλμάνους προς τους χριστιανούς, έλαβε σοβαρές διαστάσεις. Η μεταβίβαση αυτή συνδυάστηκε με το κατακερματισμό της μεγαλογαιοκτησίας, η οποία κατατμήθηκε σε μικροϊδιοκτησίες. Έτσι κλονίστηκε ανεπανόρθωτα η κυριαρχία των μουσουλμάνων μεγαλοϊδιοκτητών, οι οποίοι μέχρι τότε έλεγχαν την ύπαιθρο. Πολλοί χριστιανοί συνέχιζαν να ζουν στον ίδιο τόπο και να καλλιεργούν τα ίδια εδάφη που καλλιεργούσαν πριν από την Επανάσταση του 1821. Όμως, υπήρχε μια θεμελιώδης διαφορά: οι περισσότεροι από αυτούς μετατράπηκαν από εξαρτημένοι καλλιεργητές σε ανεξάρτητους ιδιόκτητες της γης.

Μια από τις πιο χαρακτηριστικές εκφάνσεις της κρητικής οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας από το 1830 μέχρι το 1898, είναι η κάθοδος του πληθυσμού από τις πιο ορεινές στις πιο πεδινές αγροτικές περιοχές και ο νέος εποικισμός τους. Η διαδικασία αυτή έλαβε μεγαλύτερες διαστάσεις στο δεύτερο μισό του 19ου αι. Η κάθοδος των ορεινών χριστιανών δεν προσανατολίστηκε προς τις πόλεις, καθώς σ’ αυτές κυριαρχούσαν οι μουσουλμάνοι. Οι μουσουλμάνοι της υπαίθρου μετακινούνταν προς τις πόλεις όταν ξεσπούσαν εξεγέρσεις και διέμεναν προσωρινά προστατευμένοι μέχρι να καταλαγιάσουν τα πράγματα, για να επιστρέψουν στην συνέχεια στα μέρη τους. Πολλοί μουσουλμάνοι της υπαίθρου τότε, καθώς ήταν συνηθισμένοι στην ασυδοσία και στη βία, δεν μπορούσαν να ανεχτούν την νέα κατάσταση και να υπακούουν στις διαταγές του Μουσταφά Πασά, πουλούσαν τα υπάρχοντα τους και μετανάστευσαν στη Μικρά Ασία.

Το τέλος  της αιγυπτιοκρατίας. Η επανάσταση του 1841

Η κρίση του Ανατολικού Ζητήματος κατά τα έτη 1839-1841 είχε επιπτώσεις στην εξέλιξη των κρητικών πραγμάτων. Η εμπλοκή του Μεχμέτ Αλή σε πόλεμο με την Τουρκία και η ήττα του στη Συρία, κλόνισαν την αιγυπτιακή εξουσία στην Κρήτη. Οι Κρητικοί, επωφελούμενοι από τη σύγκρουση του Αντιβασιλέα της Αιγύπτου με το Σουλτάνο, το Φεβρουάριο του 1841 επαναστάτησαν (επανάσταση Χαιρέτη), με κύριο αίτημα την αποτίναξη της τουρκικής εξουσίας, υπολογίζοντας να επαναφέρουν στο τραπέζι της διεθνούς διπλωματίας το Κρητικό Ζήτημα. Η επανάσταση αυτή είχε περιορισμένη έκταση και δεν βρήκε καμιά ανταπόκριση. Η ελληνική κυβέρνηση βρισκόταν σε παντελή αδυναμία να βοηθήσει τους επαναστάτες, ενώ οι Μεγάλες Δυνάμεις καταδίκασαν από την αρχή το κίνημα.

Την 1η Ιουλίου του 1841 οι πέντε Μεγάλες Δυνάμεις, αποφάσισαν με τη Συνθήκη του Λονδίνου να αποσπάσουν την Κρήτη από την αιγυπτιακή κατοχή και να την επαναφέρουν στη σουλτανική κυριαρχία.

Το νησί στη συνέχεια και μέχρι το 1851 διοικήθηκε και πάλι από το Μουσταφά πασά, πού διορίστηκε από την Πύλη ως Γενικός Διοικητής. Στο διάστημα αυτό, έγιναν σημαντικές αλλαγές και βελτιώθηκε τόσο η οικονομική κατάσταση, όσο και η κοινωνική θέση των χριστιανών.

Δεν άργησαν όμως πολύ να ξεσπάσουν πάλι οι μεγάλες επαναστάσεις στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα που θα ελευθέρωναν τελικά την Κρήτη…

—————–

*Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Αγοραστάκη «Είμαστε από καλή γενιά», Εκδ. Πυξίδα 2013 για το πρώτο μισό του 19ου αιώνα.

Πίνακας Eugène Delacroix, από την επανάσταση του ’21

Οι πρόγονοι του Μίκη Θεοδωράκη στα επαναστατικά γεγονότα του 1821

Το γενεαλογικό δέντρο του Μίκη Θεοδωράκη από τον πατέρα του στην Κρήτη έχει δυο κλάδους.

Ο κλάδος του παππού του Μιχάλη Θεοδωράκη που ξεκινά από το Επανωχώρι του Αν. Σελίνου Χανίων αρχές του 19ου αιώνα και ο κλάδος της γιαγιάς του Αικατερίνης Σπυριδάκη που ξεκινά από το γένος των Χάληδων στο Θέρισο Κυδωνίας Χανίων την ίδια περίοδο.

 Ο κλάδος του παππού του Μίκη, Μιχάλη Θεοδωράκη

Ο παππούς του Μίκη ήταν ο Μιχάλης Θεοδωράκης του Γεωργίου γεννημένος το 1856 στον συνοικισμό Παπαδιανά και γραμμένος στα μητρώα αρρένων της τέως Κοινότητας Κεφαλίου Κισάμου Χανίων. Ο πατέρας του Γεώργιος, ανήκε στον ένοπλο σώμα του Αναγνώστη Σκαλίδη και σκοτώθηκε από τους Τούρκους στην επανάσταση του 1866.

Σύμφωνα με την γενεαλογία της οικογένειας που παρουσιάζει ο Μίκης Θεοδωράκης στην αυτοβιογραφία του «οι Δρόμοι του Αρχάγγελου», ο παππούς του Μιχάλης ήταν δισέγγονος του Θεοδωρομανώλη από το Επανωχώρι Σελίνου Χανίων και γιός της εγγονής του Χρυσής.

 Θεοδωρομανώλης και η ιστορία του (1778 – 1818)

Ο Θεοδωρομανώλης ήταν ένα ιστορικό πρόσωπο, ένας επαναστάτης και μουσικός που εικονογραφείται με τη λύρα στο ‘να χέρι και το ντουφέκι στ’ άλλο. Το πραγματικό όνομά του Θεοδωρομανώλη ήταν Εμμανουήλ Μαραγκάκης του Θεοδώρου που μετονομάστηκε Θεοδωράκης από το πατρώνυμό του.

Σε μια περίοδο που κυοφορούνταν η επανάσταση του 1821, ο Θεοδωρομανώλης σκότωσε τον αιμοβόρο κι ασύδοτο γενίτσαρο του χωριού του, Μεχμέτ Βεργέρη αποκαλούμενο ως Εμίν Αγά[7]. Οι γενίτσαροι τότε, αφού συνέλαβαν 40 χριστιανούς ομήρους, τον υποχρέωσαν να παραδοθεί και τον αποκεφάλισαν στην συνέχεια με μαρτυρικό τρόπο στα Χανιά το 1818. Η ιστορία του καταγράφεται από τον Παναγιώτη Κριάρη[8], αλλά και από το μακρύ τραγούδι του Θεοδωρομανώλη[9]. Αυτήν την ιστορία παρουσιάζει και Θεοδωράκης στην αυτοβιογραφία του[10].

Το τραγούδι του Θεοδωρομανόλη από τη χορωδία του Πολιτιστικού Συλλόγου της περιοχής

https://www.youtube.com/watch?v=MwfT4dphP2Q


Ο κλάδος από τη γιαγιά του Μίκη, Αικατερίνη Σπυριδάκη

Αδριάντας του Βασίλη Χάλη

Ο παππούς του Μίκη, Μιχαήλ Θεοδωράκης παντρεύτηκε την Αικατερίνη Σπυριδάκη και εγκαταστάθηκε σιόγαμπρος στον Γαλατά, εκεί που βρίσκεται το πατρικό του σήμερα.

Η γιαγιά του Μίκη Αικατερίνη, είναι κόρη του οπλαρχηγού Κυδωνίας κατά την επανάσταση του 1866 Γεωργίου Σπυριδάκη και εγγονή του οπλαρχηγού Κυδωνίας κατά την επανάσταση του 1821 Ιωάννη Χάλη.

Ο Ιωάννης ήταν ένας εκ των τριών αδελφών Χάλη από το Θέρισο, που πρωτοστάτησαν στην επανάσταση του 1821 στην Κρήτη. Ο πρώτος αδελφός ο Βασίλειος ανακηρύχτηκε «στρατάρχης Κρήτης»,  έλαβε μέρος στην επανάσταση του 1821 στην Κρήτη και στην συνέχεια στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της Ελλάδας. Διετέλεσε και πρώτος Δήμαρχος του Ναυπλίου της τότε (1830) πρωτεύουσας της Ελλάδας.

Ο τάφος του Στέφανου Χάλη στο Θέρισο

Ο μικρότερος αδερφός ο Στέφανος ήταν και ο πλέον μορφωμένος. Είχε υπηρετήσει στο αγγλικό προξενείο και από αυτή του τη θέση είχε κάνει ταξίδια στην Ελλάδα όπου και είχε μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία το 1919.  Ήταν ένας τραγουδοποιός με πάθος και οι ιστοριογράφοι του αποδίδουν την πατρότητα μεταξύ άλλων και του ριζίτικου τραγουδιού «Πότε θα κάνει ξαστεριά».

Κατά την επανάσταση του 1821 στην Κρήτη και τις επιχειρήσεις του τουρκοαιγυπτιακού στρατού υπό τον Χασάν Πασά το 1822 εναντίον των επαναστατών στην ορεινή Κυδωνία στα Χανιά, στην μάχη που δόθηκε στη θέση Αλιάκες Θερίσου, ο Στέφανος Χάλης έπεσε ηρωικά μαχόμενος στις 25 Ιουλίου του 1822. Ο τάφος του Στέφανου Χάλη βρίσκεται στη πλατεία του Θέρισου, κάτω από το τεράστιο πλάτανο δίπλα στην εκκλησία της Παναγίας. Λίγο αργότερα πέθανε από πνευμονία και ο άλλος αδερφός Ιωάννης, ο παππούς της γιαγιάς του Μίκη Θεοδωράκη, Αικατερίνης Σπυριδάκη.


Από την τελευταία επίσκεψη του Μίκη Θεοδωράκη στο Θέρισο, Σεπτ.2011


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]  Με το όνομα Ορλωφικά έμεινε γνωστή η ελληνική εξέγερση που ξέσπασε αρχικά στην Μάνη της Πελοποννήσου η οποία επεκτάθηκε και στην Κρήτη. Με πρωτοβουλία του κόμη Ορλόφ, διοικητή των ρωσικών Ναυτικών Δυνάμεων κατά την διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου, υποκινήθηκε εξέγερση των Ελλήνων στη Πελοπόννησο με στόχο ν’ αποδυναμωθούν οι στρατιωτικές δυνάμεις της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, δημιουργώντας μία νέα εστία αναταραχής στα Βαλκάνια. Με τη συνθήκη Κιουτσούκ-Καϊναρτζή οι ρωσικές δυνάμεις αποχώρησαν, εγκαταλείποντας τους Έλληνες της Πελοποννήσου και της Κρήτης στο έλεος των Τούρκων.

 [2]  Το Δασκαλογιάννης ήταν προσωνύμιο και του δόθηκε γιατί ήξερε γράμματα, πιθανόν να είχε διδάξει σαν δάσκαλος στα Σφακιά. Το όνομά του ήταν Γιάννης Βλάχος. Πλοιοκτήτης με 4 πλοία διέπλεε την Μεσόγειο και ερχόταν σε επαφή με ανθρώπους από ελεύθερες χώρες μέχρι και την Ρωσία. Ο Δασκαλογιάννης γνώριζε τον Εμμανουήλ Μπενάκη από την Μάνη και πιθανόν τον Ορλώφ που η Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας είχε στείλει στην Πελοπόννησο το 1769 για να κινήσει επανάσταση των Μανιατών κατά των Τούρκων, υποβοηθώντας έτσι τα σχέδιά της. Το ίδιο περίμενε να γίνει και με τα Σφακιά και παρακίνησε τους Σφακιανούς σε επανάσταση. Η έναρξη της επανάστασης έγινε πανηγυρικά στις 25 Μαρτίου 1770 στην Ανώπολη. Τις επόμενες μέρες οι Σφακιανοί επαναστάτες εξορμούσαν στις επαρχίες Α. Βασιλείου Ρεθύμνου και του Αποκόρωνα εκδίωξαν τους Τούρκους από τα χωριά και προσπαθούσαν να ξεσηκώσουν τους χριστιανούς του κάμπου. Μετά ένα μήνα οι Τούρκοι με δεκαπέντε 15.000 στρατό κινήθηκαν από τον Αποκόρωνα και ανάγκασαν τους επαναστάτες να περιοριστούν στα Σφακιά. Οι μάχες ξεκίνησαν από το οροπέδιο της Κράπης με τους Τούρκους να προελαύνουν και τους Σφακιανούς να οπισθοχωρούν αμυνόμενοι σε υψηλότερα σημεία και φαράγγια. Ο συσχετισμός δυνάμεων ήταν συντριπτικός εις βάρος των Σφακιανών. Ενισχύσεις δεν υπήρχαν από πουθενά, οι Ρώσοι δεν φάνηκαν, οι Σφακιανοί αμυνόμενοι υποχωρούσαν βήμα-βήμα προς τις μαδάρες, τα γυναικόπαιδα φυγαδεύτηκαν από το Λουτρό και οι Τούρκοι προέλασαν στην επαρχία κατακαίοντας τα χωριά.

 [3]  Από το Σέλινο έλαβαν μέρος: από το Απανωχώρι ο Σταμάτης Μπασιάς, από το Κουστογέρακο ο Γεώργιος Μπενής, από το Σπανιάκο ο φίλος του Δασκαλογιάννη Περοδάσκαλος με τον αδελφό του Ιάκωβο, από το Λιβαδά ο Παπαδογεωργάκης και άλλοι, των οποίων δεν διασώθηκαν τα ονόματα. Σε αντίποινα γιαυτή τη συμμετοχή, οι μουσουλμάνοι της Αγ. Ειρήνης εξόρμησαν από το Ξυλόσκαλο στο φαράγγι της Σαμαριάς όπου είχαν καταφύγει πολλά γυναικόπαιδα από τα Σφακιά, τα παγίδεψαν και τα κατάσφαξαν. [2] Κριάρης Β’99

 [4]  Κομνηνός Αφεντούλης: Από την αρχή του αγώνα έγινε φανερή η ανάγκη πολιτικής οργάνωσης και συντονισμού των πολεμικών και πολιτικών ενεργειών. Η απουσία γενικού αρχηγού στην Κρήτη και η ασυνεννοησία των τοπικών οπλαρχηγών δεν βοηθούσε τον αγώνα. Η επαναστατική επιτροπή του 1821 ζήτησε από τον Δημήτριο Υψηλάντη, που εκπροσωπούσε την επαναστατική αρχή στην Ελλάδα, ν αποστείλει ένα ικανό διοικητή στην Κρήτη και πρότεινε το Καντακουζηνό. Ο Καντακουζινός δεν δέχτηκε και ο Υψηλάντης διόρισε αργότερα ως Γενικό Διοικητή Κρήτης το Κομνηνό Αφεντούλη ή Αφεντούλιεφ από τις Σπέτσες. Ο Αφεντούλης έφτασε αρχές του Νοεμβρίου στο Λουτρό με το διορισμό του ως «Γενικού Επάρχου και Αντιστρατήγου της Κρήτης». Ο Αφεντούλης παρέμεινε στην Κρήτη έναν ακριβώς χρόνο, ως το Νοέμβριο του 1822. Προσπάθησε ν’ ανασυντάξει τις επαναστατικές δυνάμεις και να κρατήσει την επανάσταση ζωντανή σε όλο το νησί. Φρόντισε επίσης να συγκροτηθεί Γενική Συνέλευση των Κρητών στους Αρμένους Αποκορώνου (11-22 Μαΐου 1822) και να ψηφιστεί το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Κρήτης», καθώς και «Σχέδιον Προσωρινής Διοικήσεως της νήσου Κρήτης». Η διοίκησή του όμως απέτυχε οικτρά γιατί άρχισε να διανέμει βαθμούς στους οπλαρχηγούς και ενίσχυσε την διχόνοια μεταξύ τους. Ο Αφεντούλης θεωρήθηκε υπεύθυνος για πολλές πολεμικές αποτυχίες και καθαιρέθηκε από Διοικητής.

 [5]  Εμμανουήλ Τομπάζης:  Μετά την καθαίρεση του Αφεντούλη, οι «Παραστάται και Πληρεξούσιοι της Πατρίδος», όπως ονομάζονταν οι Κρήτες αντιπρόσωποι στις Εθνοσυνελεύσεις της Πελοποννήσου, ζήτησαν το διορισμό νέου Διοικητή. Αντικαταστάτης του ορίστηκε το 1823 ο Εμμανουήλ Τομπάζης. Ο Εμμανουήλ Τομπάζης ήταν από την Ύδρα, αδελφός του ναυάρχου Ιακώβου Τομπάζη και πληρεξούσιος της επαρχίας. Μετά την αποπομπή του Αφεντούλη οι επαναστάτες της Κρήτης ζήτησαν ν’ αναλάβει τη διοίκηση της Κρήτης, ως Γενικός Έπαρχος. Έλπιζαν ότι ερχόμενος στην Κρήτη θα συνοδεύεται από μοίρα του ελληνικού στόλου για να μπορεί να αντιμετωπίσει τον Αιγυπτιακό στόλο στις επιχειρήσεις του. Ο Τομπάζης διορίστηκε από την ελληνική βουλή την 28 Απριλίου του 1823 και το διάταγμά του διορισμού υπέγραψε ο Υπουργός των Εσωτερικών Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας). Στην Κρήτη παρέμεινε μέχρι την ολοκληρωτική επικράτηση του Χουσεΐν το 1824.

 [6]  Ο Μουσταφά Ναϊλή πασάς διαδραμάτισε σπουδαιότατο ρόλο στην Κρήτη από την επανάσταση του 1821 μέχρι την άλλη επανάσταση του 1866 1869. Γι’ αυτό επονομάστηκε Γκιριτλής (Κρητικός). Στην Κρήτη πολέμησε με το θείο του Χασάν πασά, αρχηγό των αιγυπτιακών στρατευμάτων. Το 1827 ο Μοχάμεντ Αλή τον έκανε πασά και αρχηγό των πολεμικών επιχειρήσεων στην Κρήτη. Όταν παραχωρήθηκε η Κρήτη στο Μοχάμεντ Αλή το 1830, ο Μουσταφά πασάς έγινε γενικός διοικητής της Κρήτης. Τη θέση αυτή διατήρησε όλη τη διάρκεια της αιγυπτιακής κατοχής. Το 1840 που η Κρήτη ξαναγύρισε στην κυριαρχία της Τουρκίας, ο σουλτάνος, εκτιμώντας τις ικανότητες του Μουσταφά , του ανέθεσε τη γενική διοίκηση του νησιού. Στη θέση αυτή έμεινε μέχρι το 1850.

 [7]  Αρχές του 19ου αιώνα, στην εποχή του μεγάλου γενιτσαρισμού όπως ονομάζεται και στην περιοχή της επαρχίας Σελίνου του Νομού Χανίων δρούσαν ασύδοτες ορισμένες οικογένειες γενιτσάρων που είχαν γίνει ο φόβος και ο τρόμος των χριστιανών. Καταγράφονται με τα ονόματα: Βεργέρηδες, Τζενάληδες, Τσούκοι, Βεντουρήδες (Μονή), Ομέρηδες, Τρώδοι, Τσούνοι, Δερβίσης, Καουρομεμέτης, Ρισβάνης (Κάνδανος), Αργυράκηδες (Ροδοβάνι), Τζικάλης, Πουλιτσές (Μάζα), Αματούλης και Σαράτσης (Καμάρια). Όλοι αυτοί έγιναν στόχος αντεκδίκησης των Σελινιωτών κατά τα επαναστατικά γεγονότα της περιόδου του 1821. [Κριάρης τομ.Β’σελ.128]

 [8]  Κριάρης Παναγιώτης: Ιστορία της Κρήτης (Νέα) τόμος Β’, εν Αθήναις 1931-1937 σελ.161-162

“… Κατά τον Μάρτιον του έτους 1817, οπότε ημέραν τινά κατήρχετο εξ Ομαλού ο Εμμ. Θεοδωράκης, συναντήσας αυτόν καθ’ οδόν ο Εμίν αγάς Βεργέρης τω λέγει: «Μανώλη, το βράδυ θα έχω χορόν και να έλθης με τας αδελφάς σου και σέρνε και τη χήρα κουνιάδα σου». «Δεν έρχομαι αγά» τω απαντά. «Ακούεις τι σου λέω;» επαναλαμβάνει ο γενίσταρος. «Αγά, απαντά πάλιν ο Θεοδωράκης, αυτός ο χορός θα βρωμέση καμμιά μέρα». «Έλα και ας βρωμέση» υπέλαβεν ο γενίτσαρος. Φθάσας ο Εμμανουήλ εις το χωρίον ειδοποιεί την θείαν του ν’ αποκρύψη τας θυγατέρας της εις την παρακειμένην φάραγγα, αυτός δε λαβών το τυφέκιόν του μεταβαίνει εις την οικίαν των Βεργέρηδων αποκρύψας δε τούτο έξωθεν της οικίας εισήλθεν εις αυτήν προσποιηθείς τον αδιάφορον. Αλλ’ ελεεινόν θέαμα παρουσιάσθη προ των οφθαλμών του. Ο αγάς εν μέθη διατελών μετ’ άλλων γενιτσάρων είχε προ αυτού θυγατέρας τινάς και γυναίκας χωρικών, ας εξηνάγκαζε να χορεύωσιν, αφ’ ου έρριπτεν επί του σανιδώματος ρόβι και ψαραίς. Ούτως αύται, ολισθαίνουσαι ανετρέποντο χαμαί και παρουσίαζον εις τον αχρείον Βεργέρην ταμέλη του σώματος των. Ιδών δε ο Αγάς τον Θεοδωράκην εισερχόμενον τω λέγει: «Που είναι Μανώλη αι εξαδέλφαι σου; ότι δεν έκαμα σ’ αυταίς θα κάμω σε σένα. Πάρε τη λύρα και παίζε μας». Ο Θεοδωράκης λαβών το όργανον επαιζεν, έως ου ο Βεργέρης αποκαμών απεφάσισε ν’ άπέλθη εις ύπνον. Αλλ’ ο Θεοδωράκης εξελθών δι’ άλλης θύρας και λαβών το τυφέκιον του ανέβη εις συκήν τινά ενεδρεύων. Καθ’ ην δε στιγμήν διήρχετο ο Εμίν Αγάς και ετραγώδει το εξής άσμα :

Εφάγαμε και ήπιαμε κι εκάμαμε και ζεύκι

Ως τόσονά τoνε γραφτό ήτον και κισιμέτι

επυροβόλησε κατ’ αυτού και τον έφόνευσε. Την πρωίαν της επομένης οι γιενίτσαροι του Σελίνου και η στρατιωτική αρχή συνέλαβον 40 άνδρας και ωδήγουν αυτούς εις Χανιά. Τούτο μαθών ο Θεοδωράκης σπεύδει και συναντήσας την συνοδίαν παρά την θέσιν «Κακαί πλευραί» παρέδωκεν εαυτόν ως ένοχον, οδηγηθείς δε εις Χανιά απεκεφαλίσθη άνευ πολλής διαδικασίας…”

[9]  Η ΑΡΧΗ, ΑΠΟ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΜΑΝΩΛΗ

Ζιμπούλι ζιμπουλάκι μου κατάμπλαβο ζιμπούλι

αφουγκραστείτε να σας πω λυπητερό τραγούδι.

Για το Μανώλη θα σας πω το Θοδωρομανόλη

που σκότωσε το Βέργερη πάνω στ’ Απανοχώρι.

[10]  Θεοδωράκης Μίκης, Οι δρόμοι του Αρχάγγελου (ΔτΑ), Εκδ. Κέδρος, 1988, τομ. 4 σελ.155-159

 

Back To Top