skip to Main Content
Μία συνομιλία του Ιάννη Ξενάκη με τον Μίκη Θεοδωράκη

Μία άκρως ενδιαφέρουσα όσο και αποκαλυπτική ηχογραφημένη συνομιλία του Ξενάκη με τον Θεοδωράκη, για την «μοντέρνα» μουσική, την ελληνική λαϊκή μουσική, για την ελληνικότητα, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» στις 5/1/1963 και την οποία διέθεσε στο περιοδικό ο Γιάννης Ξενάκης

Στην αρχή της δημοσίευσης, ο συντάκτης δημοσιογράφος Γ. Ράνης αναφέρει ότι ζήτησε από το Γιάννη Ξενάκη στο Παρίσι μια συνέντευξη με γραπτά ερωτήματα που του επέδωσε. Όταν διάβασε τα ερωτήματα ο Ξενάκης του είπε ό,τι τα ίδια ερωτήματα είχε διατυπώσει ο Μίκης Θεοδωράκης σε συνομιλία μαζί του -που μαγνητοφωνήθηκε-. Τον έβαλε μάλιστα να την ακούσει και την οποία μεταφέρει στο περιοδικό.

 

ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Προσωπικά ἦρθα, νομίζω, σέ ἐπαφή μέ τό ἔργο σου γύρω στό 1952, ὅταν μιά φίλη σου μοῦ ἔφερε τήν «Ζυγιά» σου.

Ἀπό κοντά σέ γνώρισα, ὅπως θά θυμᾶσαι κι’ ἐσύ ἄλλωστε, στά 1954… ΞΕΝΑΚΗΣ: Ναί, νομίζω τό 1954

ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Βρισκόσουν ἀκόμα στήν Ἑλληνική σου περίοδο: Ἐκτός ἀπό τήν «Ζυγιά», ἔργο γιά σοπράνο, [πέντε… ἀπ’ αὐτό τό ἔργο σου]. Ξέρω ἀκόμα τήν «Διπλή ζυγιά» γιά βιολί καί βιολοντσέλο, τά «Δημοτικά Τραγούδια», τήν «Θυσία» γιά ὀρχήστρα καί τέλος τ’ «Ἀναστενάρια» γιά χορωδία καί ὀρχήστρα. Μέσα σ’ αὐτά τά ἔργα, ἡ πρώτη διαπίστωση πού κάνει κανείς εἶναι ὅτι ὑπάρχει μιά φροντίδα, ἀπόλυτη θά ’λεγα, νά φτάσης στήν πεμπτουσία τῆς ἑλληνικότητας! Ὅλα τα θέματά σου δέν εἶναι τίποτα ἄλλο, παρά αὐτούσιες μεταγραφές τῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν μας, πού βλέπει κανείς πώς ἐπιδιώκεις, σχεδόν σχολαστικά, ν’ ἀποδώσης κυρίως τίς λεπτεπίλεπτες μελωδικές καί ρυθμικές τους ἀποχρώσεις καί γραμμές. Θά ’θελα, λοιπόν, νά μοῦ πῆς κατ’ ἀρχήν, τόσο γιά τόν τρόπο τῆς δουλειᾶς σου σ’ αὐτήν τήν περίοδο, ὅσο καί γιά τήν γενικότερη στάση σου ἀπέναντι σ’ ὅ,τι λέμε ἑλληνικότητα , καθώς καί τήν μουσική ἰδεολογία σου αὐτῆς τῆς ἐποχῆς.

ΞΕΝΑΚΗΣ: Μέ τιμᾶς καί μέ συγκινεῖς μέ τήν φιλία πού μου δείχνεις, πράγμα σπάνιο, μάλιστα, ἐκ μέρους συναδέλφου σχεδόν συνομήλικου. Τό λέω αὐτό, ἔχοντας ὑπ’ ὄψη τίς σχέσεις μεταξύ των μουσικῶν τοῦ διεθνοῦς εὐρωπαϊκοῦ στίβου, ὁπού οἱ ἀντιζηλίες καί οἱ κακεντρέχειες εἶναι τό καθημερινό κλίμα μέσα στό ὁποῖο οἱ ἰδεολογίες καί οἱ ἀξίες δένονται ἤ χάνονται. Ἀλλά ἅς ἔρθουμε στό ἐρώτημά σου: Ποιά εἶναι τά πλαίσια μέσα στά ὁποῖα κινεῖται ἕνας συνθέτης Ἕλλην; ἀφ’ ἑνός ὑπάρχει ἡ ἑλληνική δημοτική μουσική, πού ἐπί αἰῶνες ἦταν ὁ μοναδικός τρόπος ἐκφράσεως κι ὁ ὁποῖος παρέμεινε σχεδόν στάσιμος καθ’ ὅλη τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας. Ἡ δημοτική μουσική, κατά τήν γνώμη μου, ἔμεινε ἐξ ἴσου ἀναλλοίωτη ὅσο καί ἡ γλώσσα μας, κατά συνέπεια εἶναι ἕνα κειμήλιο ἱστορικό, ὁρισμένοι δέ κλάδοι τοῦ ἔχουν ρίζα στήν ἀρχαιότητα. Γι’ αὐτό ἡ δημοτική μας μουσική πρέπει νά ’χη τήν ἴδια σημασία μ’ ἐκείνη τῶν ἀρχιτεκτονικῶν μνημείων, τῶν γλυπτικῶν, τῶν φιλολογικῶν πού καθιστοῦν τήν Ἑλλάδα ἰδιαίτερο τόπο. Ἀφ’ ἑτέρου, ὑπάρχει ἡ εὐρωπαϊκή μουσική. Στήν ἀρχή παρακλάδι τῆς ἑλληνικῆς μεσογειακῆς πνευματικῆς ἐπικράτειας, βρῆκε δικό της δρόμο κι’ ἀπό τήν πτώση τοῦ Βυζαντίου, ἡ μέν Ἑλλάδα ἔμπαινε στόν δεύτερό της μεσαίωνα, ἡ δέ Δύση ἔφτανε στήν ὑψηλή ὀργάνωση τῆς μουσικῆς τοῦ 19ου αἰώνα. Αὐτά περίπου εἶναι τά ἐπίπεδα ἐξελίξεως μέσα ἀπό τά ὁποῖα ἔπρεπε νά βροῦν τήν ἔκφρασή τους οἱ Ἕλληνες μουσικοί της ἐλευθερωμένης Ἑλλάδος. Ἄν δέ ἡ μουσική εἶναι μιά ἀπό τίς ὑψηλότερες ἐκδηλώσεις τῆς ἀνθρώπινης σκέψεως. τότε καί οἱ λειτουργοί της, δηλαδή συνθέτες καί ἐκτελεστές, πρέπει νά προβληματισθοῦν σέ ὑψηλή στάθμη, ὥστε νά βγάλουν συνειδητά συμπεράσματα γιά τό δρόμο πού πρέπει νά ἀκολουθήσουν.

ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Ποιόν δρόμο πρέπει νά ἀκολουθήσουν;

ΞΕΝΑΚΗΣ: Τρεῖς δρόμοι εἶναι δυνατοί: α) Συνέχιση τῆς παραδόσεως τῆς δημοτικῆς καί θρησκευτικῆς μουσικῆς, πού λίγη διαφορά παρουσιάζει ἀπό κείνην τῆς πρίν ἀπό τήν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐποχῆς. Συνέχιση, ὅμως, ὁρμητική καί γρήγορη ὥστε νά φτάσουμε σέ τρεῖς – τέσσερις γενεές τήν ὀργάνωση καί τήν ἀφαίρεση τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης ἀλλά μέ ἰδιαίτερη ἑλληνική φυσιογνωμία καί τόσο ἰσχυρή, ὥστε νά εἶναι δεῖγμα πρός μίμησιν . Νά τί πραγματικά θά σήμαινε ἑλληνική Σχολή! Κι’ ἐδῶ θά μοῦ ἐπιτρέψης, πρίν μιλήσω γιά τούς ἄλλους δύο δρόμους, νά σοῦ πῶ ὅτι αὕτη τήν πεποίθηση σχημάτισα στά πρῶτα χρόνια της παραμονῆς μου στή Γαλλία. Ἡ νοσταλγία τοῦ τόπου ὁπού μεγάλωσα καί ἀγωνίσθηκα, μέ κέντρισε. Ἡ δημοτική μουσική ἔγινε ὁδηγός μου. Βρῆκα τά Δωδεκανησιακά τραγούδια μεταγραμμένα μέ τόση εἰλικρίνεια καί ἀγάπη ἀπό τόν Μπῶ – Μποβύ. Ὕστερα ἐμφανίσθηκε στόν ὁρίζοντα ἡ Ἑλένη Ἰωαννίδου, πού μου ἔστελνε ὅ,τι δίσκους εὕρισκε στήν Ἀθήνα, ὅπως καί τίς λαογραφικές μελέτες τοῦ Γαλλικοῦ Ἰνστιτούτου. Ἀργότερα, τούς δίσκους αὐτούς τούς πῆγα στό Μουσεῖο τοῦ ἀνθρώπου, ἐδῶ στό Παρίσι, καί σίγουρα μερικοί ἀπ’ αὐτούς τιμοῦν τήν Ἑλλάδα πλάι στίς ἀνεξάντλητες παραγωγές τῆς Ἀφρικῆς, τῆς Ἰνδίας, τῆς Κίνας, τῆς Ἰαπωνίας. Ἔκανα σοβαρή μελέτη αὐτῶν τῶν ἐλλιπῶν τεκμηρίων, μέ τήν ἐλπίδα ὅτι θά εὕρισκα τρόπο νά τραγουδήσω ἑλληνικά τόν καημό μου, τά παρόντα καί τά περασμένα. Ἡ ἁρμονία καί ἡ ἀντίστιξη τῆς Δύσεως μ’ ἐνοχλοῦσε αἰσθητικά ἄν καί εἶχα κάνει τόσες προσπάθειες νά τήν ἀφομοιώσω. Γι’ αὐτό τά πρῶτα μου ἔργα εἶναι τόσο στενά δεμένα μέ τήν ἑλληνική δημοτική οὐσία. Καμμιά παραχώρηση – ἔτσι ποθοῦσα – στήν εὐρωπαϊκή τεχνική. Ὅλα πολλαπλασιασμένα, ἀναπλασμένα ἀπό τήν ἑλληνική τεχνική της παραδόσεως. Ἀλλά τά θέματά μου δέν εἶναι, ὅπως νομίζεις, αὐτούσιες μεταγραφές τῆς δημοτικῆς μας παραδόσεως. Στή «Διπλή ζυγιά» πού ξεκινάει ἀπό μιά μελωδία τῆς Δωδεκανήσου, μεταπλάθω ἀρκετά ἐλεύθερα τήν τεχνική της λύρας. Ἄν ἤξερα λύρα, θά τήν εἶχα γράψει γιά λύρα! Στή «Ζυγιά», ἐπίσης, χρησιμοποιῶ διάφορα θέματα τῆς ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδος, μέ κατεργασία ὅσο τό δυνατόν πιό ἀτόφια . Ὕστερα, πάνω στ’ «Ἀναστενάρια», ἔθιμο τόσο τυπικό της πολυσύνθετης ἑλληνικῆς παραδόσεως, ἔγραψα μιά φανταστική «Πομπή στά καθαρά νερά» γιά δύο χορωδίες καί μεγάλη ὀρχήστρα, ὁπού ἡ τεχνική της ποντιακῆς λύρας καί τῆς μελωδίας, καθώς καί τό βυζαντινό μέλος, ἔπαιζαν μεγάλο ρόλο. Καί τέλος ἡ «Ταυροθυσία» γιά ὀρχήστρα, ἦταν τό πρῶτο μου τόλμημα πρός μιά πιό ἀφηρημένη ἔκφραση. Ἡ ὀργάνωση τῶν φθόγγων εἶναι πολύ πιό ἐλεύθερη στήν ρυθμική διάταξη καί στήν διασπορά τους στά ὀρχηστρικά χρώματα.

ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: εἶναι αὐτονόητο: τά ἔργα σου αὐτῆς τῆς περιόδου προορίζονταν κατ’ ἀρχήν γιά τήν Ἑλλάδα, γιά τό ἑλληνικό κοινό καί τούς Ἕλληνες συναδέλφους σου. Ἐπιχείρησες μήπως γιά νά παιχθοῦν στήν Ἀθήνα;

ΞΕΝΑΚΗΣ: Ὄχι! Γιατί μέ τήν Ἑλλάδα δέν εἶχα κανονικές σχέσεις. Ὁρισμένα, ὅμως ἀπ’ αὐτά τά ἔργα παίχτηκαν στίς Βρυξέλλες καί τήν Ρουμανία.

 

«Καλομοίρης – Βάρβογλης-Πετρίδης: ἕνα σχεδόν στεῖρο μουσικό ἔργο»

ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Γιά πές μου τώρα…

ΞΕΝΑΚΗΣ: …. Μέ συγχωρεῖς Μίκη πού σέ διακόπτω, θά ἤθελα ὅμως νά μοῦ ἐπιτρέψης νά κλείσω τούς θέμα γιά τούς τρεῖς δρόμους πού σου ἔλεγα πρίν ὅτι ἀνοίγονται στόν Ἕλληνα συνθέτη. Γιά τόν πρῶτο σου μίλησα ἤδη. Ἀπομένουν οἱ ἄλλοι δύο. Ὁ δεύτερος δρόμος εἶναι νά δημιουργήση ὁ Ἕλληνας συνθέτης κάτι σάν ἀμάλγαμα ἐπιφανειακό της εὐρωπαϊκῆς μουσικῆς καί τῆς ἑλληνικῆς παραδόσεως, μέ εἰσαγωγή τῆς πολυφωνίας, ἁρμονίας, ἀκόμα καί τῆς ὀργανολογίας καί νά στήριξη

ἐπ’ αὐτῶν ἑλληνικές ἡ ἑλληνοπρεπεῖς μελωδίες καί μορφές. Αὐτόν τόν ἀδύνατον, παρά φύση, γάμο προσπαθήσαμε ὅλοι νά συνάψουμε, μέ ἀποτέλεσμα: οἱ μέν Ἕλληνες νά μή καταλαβαίνουν τήν Ἑλληνική μουσική, νά τήν θεωροῦν ἐπιμιξία ἡ καί ἱεροσυλία ἀκόμα, ὅταν τήν Θεία Βυζαντινή Λειτουργία διάφοροι ἱερόσυλοι, ξενοκάπηλοι καί ἀτροφημένοι μουσικοί τήν λερώνουν μέ τετράφωνη χορωδία -οἱ δέ ξένοι νά περιφρονοῦν καγχάζοντας τόν πιθηκισμό τῶν ἄξιων κληρονόμων τοῦ ἀρχαίου πνεύματος . Σ’ αὕτη τήν κατηγορία ἀνήκουν οἱ Καλομοίρης, Ριάδης, Βάρβογλης, Πετρίδης τῆς παλιᾶς γενιᾶς. Ἀλλά καί πολλοί ἄλλοι ἀπό τήν καινούργια, ἀκόμα κι’ ὁ Σκαλκώτας, ἐν μέρει εὐτυχῶς. Θυμᾶμαι ἕνα ἔργο στό ὁποῖο τά «Σαράντα παλληκάρια» ἦταν θέμα φυγῆς τετράφωνης, σύμβολο πραγματικῆς φυγῆς καί λιποταξίας…. Δέν κρίνω τό ἔργο τους, οὔτε τήν θέση πού πῆραν, τήν πάροδο δηλαδή πού ἄνοιξαν στήν Ἑλληνική μουσική. Ἀλλά τό ἔργο τούς ἔμεινε σχεδόν στεῖρο, γιατί τό πρόβλημα ἦταν στεῖρο! Στήν Ρωσία οἱ πέντε ξεκίνησαν ἀπό κλίμα μουσικό πολύ πιό κοντά στήν εὐρωπαϊκή τεχνική γλώσσα. H τετραφωνία στήν ἐκκλησιαστική μουσική εἶχε μπῆ ἀπό τόν 17ο αἰώνα ἤδη κι ἡ Ρωσία δέν ἦταν ξένη ἐπικράτεια. Ἐν τούτοις ὅμως, τό πείραμα ἔπρεπε νά γίνη. Τό δυστύχημα ὅμως εἶναι πώς πῆρε τέτοια ἔκταση, δημιουργώντας τόσα ψεύδη, μέ ἀποτέλεσμα ἡ δημοτική καί ἐκκλησιαστική μουσική νά σαβανωθῆ ἀπό ἑλληνικά καλοπροαίρετα χέρια μέ ξένο σεντόνι!

Ἀλλά δέν εἶναι δυνατόν νά περιλάβουμε σ’ ἕνα μόνο ἄρθρο ὁλόκληρη τήν ἐνδιαφέρουσα ὅσο καί ἀποκαλυπτική συνομιλία Ξενάκη – Θεοδωράκη. Στό ἑπόμενο τεῦχος τοῦ Ταχυδρόμου θά καταχωρήσουμε τό δεύτερο μέρος τῆς μαγνητοφωνημένης αὐτῆς συνομιλίας, πού ἀφορᾶ ἄλλωστε καί μιά ἄλλη περίοδο τοῦ Ξενάκη: τήν περίοδο τῆς Μαθηματικῆς μουσικῆς πού διανύει σήμερα ὁ μεγάλος αὐτός Ἕλληνας συνθέτης, προκαλώντας τήν παγκόσμια προσοχή καί ἀναγνώριση. Ἐπίσης, στό δεύτερο μέρος τῆς Συνεντεύξεως Ξενάκη θά δημοσιευθοῦν ἀπόψεις τοῦ διάσημου Ἕλληνος μουσουργοῦ γιά τό ἔργο τῶν συγχρόνων ξένων καί ‘Ἑλλήνων συναδέλφων του.

Γ. ΡΑΝΗΣ


ΠΑΡΙΣΙ, Δεκέμβριος.

Ὅταν σέ μιά στιγμή ρώτησα τόν Γιάννη Ξενάκη τί νομίζει πώς εἶναι περισσότερο: ἀρχιτέκτων ἡ μουσικός, ἐκεῖνος μου εἶπε:

– ἄν ἤθελα ν’ ἀπαντήσω φιλολογικά, θά δανειζόμουν τίς ἴδιες ἐκεῖνες φράσεις τοῦ Τσέχωφ ὅταν κάποτε βρέθηκε μπροστά σ’ ἕνα ἀνάλογο ἐρώτημα, ἄν ἀγαποῦσε, δηλαδή, περισσότερό το θέατρο ἀπό τήν ἰατρική. Ὁ μεγάλος συγγραφέας, πού ἦταν συγχρόνως κι’ ἕνας ἄριστος γιατρός, εἶχε πῆ: Ἡ Ἰατρική εἶναι ἡ γυναίκα μου – τό θέατρο, ἡ ἐρωμένη μου . Ἐδῶ, ὅμως, τό θέμα δέν εἶναι φιλολογικό ἀλλά μαθηματικό!.. Γιατί ἐγώ καί σάν ἀρχιτέκτονας καί σάν μουσικός εἶμαι πάντα κοντά στά μαθηματικά! Ὅπως, ἄλλωστε, οἱ δύο αὐτοί κλάδοι: τά μαθηματικά καί ἡ μουσική, εἶναι κοντά, ὅσο κι’ ἄν δέν μπορεῖ τό κοινό μυαλό νά τό καταλάβη καί νά τό πιστέψη!

Στό σημεῖο αὐτό ζήτησα περισσότερες διευκρινίσεις ἀπό τόν συνομιλητή μου. Τότε ἐκεῖνος ξαναπλησίασε στό μαγνητόφωνο καί βάζοντάς το πάλι σέ λειτουργία, πρόσθεσε:

– Στό ὑπόλοιπο μέρος τῆς μαγνητοφωνημένης συνομιλίας μου μέ τόν Μίκη Θεοδωράκη, θά πάρετε ἀπαντήσεις καί σ’ αὐτό ἀλλά καί στά ἀλλά ἐρωτήματά σας, Ἀκοῦστε λοιπόν, αὐτήν τήν συνομιλία:

 

ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Ὡραία. Μοῦ μίλησες γιά τούς δύο ἀπό τούς τρεῖς δρόμους πού, ὅπως λές, ἀνοίγονται σήμερα γιά τόν Ἕλληνα συνθέτη. Κι’ ὁ τρίτος δρόμος ;

ΞΕΝΑΚΗΣ: αὐτός ὁ δρόμος εἶναι τό ξεπέρασμα τῆς Δυτικῆς εὐρωπαϊκῆς μουσικῆς χωρίς τήν ἀνάμνηση τῆς ἑλληνικῆς δημοτικῆς παραδόσεως. Αὐτό ἔκανε ὁ Σκαλκώτας στά κρυφά κι’ ἴσως εἶναι τό πιό ἐνδιαφέρον μέρος τῆς ἐργασίας του. Αὐτό κάνουν, νομίζω διάφοροι νέοι συνθέτες, χωρίς ὅμως νά εἶμαι βέβαιος, γιατί δέν γνωρίζω τά ἴδια τά ἔργα τους.

Ἐδῶ, ὅμως, Μίκη θά μοῦ ἐπιτρέψης νά σταθῶ λίγο, γιατί ἡ ἄποψη εἶναι ριζική, ὅπως καί ἡ πρώτη ἄλλωστε καί γιατί σήμερα φωτίζεται μέ νέο νόημα. Ἡ μουσική γλώσσα ἔφτασε ἐν μέρει καί μπορεῖ ἀκόμα πιό πολύ νά προχωρήση, σέ τέτοια ἀφαίρεση καί τέτοια γενίκευση, ὥστε νά μπορῆ νά ἀποσπασθῆ ἀπό τίς τοπικές διαλέκτους καί χροιές. Θά ὀνομάσω αὐτό τό φαινόμενο «ἀλγεβροποίησή» της μουσικῆς μέ τό σύγχρονο περιεχόμενο τῆς λέξεως «Ἄλγεβρα» , τό ὁποῖο ταυτίζεται μέ τίς θεμελιώδεις ἀρχές καί νόμους τῆς ἀνθρώπινης σκέψεως καί λογικῆς. Ἔτσι, ἐνῶ μέ τήν δωδεκάφθογγη μουσική τῆς «σειρᾶς» οἱ τρεῖς Βιεννέζοι κυρίως, λύτρωσαν τήν μελωδία ἀπ’ τό τοπικό χρῶμα καί τῆς ἔδωσαν, θεωρητικά τουλάχιστον, ἕνα χαρακτήρα παγκόσμια σταθερό, μέ τήν ἀλγέβριση τῶν ἤχων ἡ μουσική λυτρώνεται ἀπ’ τήν ἴδια τήν μελωδία, δηλαδή ἀπό τήν πολυφωνία καί γενικεύεται σέ βαθμό πού νά μπορῆ ἐραστικά νά ἀγκαλιάση ὅλες τίς δυνατές ἠχητικές ἐκφράσεις. Ὁ χρόνος σ’ αὕτη τήν μουσική εἶναι μόνον μέσον κατατάξεως, καταλογίσεως ὄντων καί σχέσεων γενικῶν πού ἐκφράζονται μέ ἤχους.

Αὐτές, φυσικά, εἶναι δικές μου σκέψεις, πρός τό παρόν τουλάχιστον, ἀλλά τήν γενική ἀφαιρετική πορεία κανείς δέν μπορεῖ νά διαμφισβητήση. Τό ἴδιο συμβαίνει καί στίς διάφορες ἐπιστῆμες, θετικές καί ἀνθρώπινες καί ὠρισμένες τέχνες, ὅπως […] ἀνάλογή της Ἀλεξανδρινῆς, σέ πλατύτερη, παγγήινη κλίμακα.

Ὀλ’ αὐτά δέν σημαίνουν ἀποξήρανση τοῦ αἰσθήματος, στείρωση δημιουργίας, μηχανική καί συνθετική διαδικασία καί παρόμοια τέτοια φαιδρά, νοσταλγικά του 19ου αἰῶνος. Κακοί δημιουργοί ἀνέκαθεν ὑπῆρξαν. Ἀντίθετα, ὄλ’ αὐτά σημαίνουν βαθμιαῖα, ἀλλά ριζική μεταστροφή ἡ καλύτερα, μετάσταση τοῦ καλλιτεχνικοῦ κριτηρίου καί τῆς καλλιτεχνικῆς δράσεως. Ὅπως, ἐπίσης, δέν σημαίνουν ὅτι ὅλος ὁ κόσμος θά πρέπει νά ἀκολουθήση τήν ἴδια πορεία. Ἀλλοίμονο! Θά ‘τᾶν σάν νά πιστεύαμε ἐσύ κι’ ἐγώ ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἐξ ἴσου εὐφυεῖς ἡ ἐξ ἴσου ὡραῖοι. Λέγω ὅμως ὅτι ὑπάρχει μιά περιοχή τῆς τέχνης καί τῆς μουσικῆς εἰδικότερα, πού πρώτη φορά διασχίζουμε συνειδητά μέ δέος. Ἐπίσης ὅτι ὑπάρχουν ὅλες οἱ ὑπόλοιπες γνωστές περιοχές, ἐξ ἴσου ἀναγκαῖες ὅσο τό κρέας καί τό ψωμί. ἑπομένως ὅ,τι ὑπάρχει θέση γιά ὅλες τίς τάσεις. Κι’ ὄλ’ αὐτά στά εἶπα, ὅπως ἄλλωστε θά κατάλαβες, γιατί ἤθελα νά ἐξηγήσω τήν θέση τοῦ Σκαλκώτα καί ἰδιαίτερα τή δική μου, καθώς καί νά συνδέσω τήν ἑλληνική σύγχρονη παραγωγή μέ τήν παγκόσμια.

 

Ο ΞΕΝΑΚΗΣ ΤΗΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Στήν συνέχεια τῆς τόσο ἐνδιαφέρουσας αὐτῆς ἠχογραφημένης συνομιλίας Ξενάκη – Θεοδωράκη, ὁ δημιουργός των Μεταστάσεων ἐξηγεῖ τήν μεταστροφή, πού τοῦ ἀποδίδουν ὁρισμένοι μουσικολόγοι, ἀλλά καί συνάδελφοί του: ὅτι ἐγκατέλειψε τόν «ἀκαδημαϊκό» τρόπο γραφῆς γιά νά θρεθῆ σήμερα ἀρχηγός τοῦ μουσικοῦ κινήματος, πού λέγεται Μαθηματική μουσική . Ὁ ἴδιος ὁ Ξενάκης παραδέχεται, βέβαια, ὅτι ἀκολουθεῖ καινούργιο τρόπο μουσικῆς γραφῆς, ὄχι ὅμως πώς αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ καινούργια μουσική τοῦ ἔχασε τήν ἑλληνικότητά της. Ἀλλά, καλύτερα, ἅς παρακολουθήσουμε τόν ἠχογραφημένο διάλογο, ὁπού ὁ Γιάννης Ξενάκης ἐξηγεῖ τήν θέση του στήν μουσική μέ τά σημερινά δεδομένα:

ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Νομίζω, ὅταν τό 1954 πρωτοσυναντηθήκαμε, ἄρχιζες νά μπαίνης σέ μιά νέα μουσική περίοδο. Πῶς νά τήν ὀνομάσουμε;

ΞΕΝΑΚΗΣ: Στήν ἀρχή Γεωμετρική! Ἀργότερα: Στοχαστική!

ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Ἅς πάρουμε μιά περίπτωση: τίς Μεταστάσεις. Βρίσκεις ὅτι εἶναι ἕνα ἔργο ποῦ συνδέεται, ποῦ ἀποτελεῖ συνέχεια τῆς προηγουμένης σου περιόδου; Δέν ἀναφέρομαι τόσο στή σκέψη σου αὕτη καθ’ ἐαυτή, γιατί προσωπικά βρίσκω μιά μεγάλη κοινότητα στήν ἔκφραση ἀνάμεσα στή «Θυσία» λ.χ. καί στίς «Ἀχορρίψεις» . Μ’ ἐνδιαφέρει κυρίως ἡ στάση σου ἀπέναντι στήν Μουσική αὕτη καθ’ ἐαυτή.

Στήν ἑλληνική σου περίοδο, ἡ τεχνική σου, ὁ τρόπος τῆς μουσικῆς σου ὁμιλίας, ἔχουν ὅλη τήν πυκνότητα, τήν στρυφνότητα, τήν ἀγάπη τῆς λεπτομέρειας, τήν φροντίδα τῶν ἀναλογιῶν πού σέ χαρακτηρίζουν. Ὅμως, καθώς γυρίζουν ἀπό ἕνα μουσικό ὑλικό τόσο πλούσιο, χυμῶδες, μέ δύο λόγια μεγαλοφυές – γιατί πιστεύω πώς ὁ λαός μᾶς ἔδειξε μέσα στό μῆκος τοῦ χρόνου ἀληθινή μεγαλοφυΐα -Ἐνστερνίζονται ὅλες αὐτές τίς ἰδιότητες. Διαπιστώνω, λοιπόν, ὅτι ἡ μουσική πορεία σου εἶναι ἀναγκαστική ὅταν καταλήγη […] δημιουργεῖται ἕνα βαθύτατο ρῆγμα. Δείχνεις σά νά στρέψης τά νῶτα σου σέ ὅ,τι εἶχες ἀγαπήσει καί δημιουργήσει ὡς τά τότε. Μπορεῖς νά ἐξηγήσης τούς λόγους;

ΞΕΝΑΚΗΣ: Ὄχι μόνο ἡ πολυετής μου ἀφοσίωση στήν «Ἑλληνική εὐθύνη» ἔμενε χωρίς ἀντίλαλο, ἀφοῦ ἤμουν ξεκομμένος ἀπ’ τήν Ἑλλάδα, ὄχι μόνο ἤμουν ἀπομονωμένος Ἰδεολογικά – τήν μουσική ἐννοῶ πάντα – (εἶδος ἀσκητού πού πίστευε ὅτι μποροῦσε νά ἐξαγοράση τά κρίματα, ὄχι μόνο τα δικά του, ἀλλά καί τοῦ ἔθνους του), ἀλλά κατάλαβα ὅτι ἦταν· ἀδύνατον νά συνεχίσω τήν ἑλληνική περίοδο ἔξω ἀπό τήν Ἑλλάδα, ἀφοῦ τό «νόστιμον ἧμαρ» ἀπομακρυνόταν χρόνο μέ χρόνο, θυμᾶμαι ὅταν στόν ξενώνα τῆς μονῆς ἁγίας Λαύρας, στήν Πελοπόννησο, μέ ξύπνησε τά ξημερώματα, κεῖνον τόν Ὀκτώβρη τοῦ 1940, τό ξύλινο σήμαντρο: ποτέ δέν θά ξεχάσω τήν ἀρχέγονη ἀλλά καί τόσο πολιτισμένα ρυθμική σύνθεση τοῦ καλογέρου. Ἄν ἤμουν στήν Ἑλλάδα, τέτοια ἐργασία ἀποτυπώσεως θά ἀνελάμβανα, προτοῦ λησμονήσουν οἱ ἀνώνυμοι αὐτοί καλλιτέχνες τίς ἱερές τους χειρονομίες. Τέτοια δράση ἀναδιφήσεως καί ἀνασκαφῶν ἔλειπε στήν Γαλλία καί κάθε φορᾶ πού ἔβλεπα φίλους ἀπό τήν Ἑλλάδα τούς ὤτρυνα νά ἀναλάβουν ἐκεῖνοι τήν διάσωση τῶν κειμηλίων.

Γι’ αὐτούς τούς λόγους ἔστρεψα, ὅπως λές κι’ ἐσύ, τά νῶτα στήν ἑλληνική δημοτική μουσική παράδοση. Τά ἔστρεψα ὅμως προσωρινά, ὥσπου νά ‘ρθῆ ὁ χρόνος νά ἐπιστρέφω στήν Ἑλλάδα, γιά νά καλλιεργήσω ἕναν ἄλλο τόπο, πιό κατ’ εὐθείαν ἑλληνικό: τήν «Γεωμέτρησι» τοῦ μουσικοῦ χώρου. Ἡ «Ταυροθυσία» ἦταν μιά ἐφαπτομένη τροχιά πρός τό ἄγνωστο, πού ἄφηνε πίσω τήν ἑλληνική δημοτική παράδοση καί μόνο ἔθιγε τήν δωδεκάφθογγικη τεχνική, γιά νά μπῆ σ’ αὐτή τή σφαίρα, τήν πιό οὐσιαστική: τήν ἀφαίρεση. Ἔτσι γεννήθηκαν οἱ «Μεταστάσεις». Τό «ρῆγμα» – γιά νά χρησιμοποιήσω πάλι δικές ὅτου ἐκφράσεις – εἶναι ἐπιφανειακό, νομίζω. Στήν πραγματικότητα ἡ νέα αὐτή τάση εἶναι μιά ἀπό τίς ἐκφράσεις τῆς κλασσικῆς ἀγωγῆς, πού μᾶς χάριζαν οἱ ἀρχαῖοι: «Μηδείς ἀγεωμέτρητος εἰσίτω» ἔτσι, κάμποσα χρόνια ἀργότερα, τό 1957, στήν ἀνάλυση τῶν «Ἀχορρίψεων» πού δημοσίευσα στό γερμανό-ἄγγλικο περιοδικό τοῦ Χέρμαν Σαῖρχεν, ξανάγραψα στήν ἐπικεφαλίδα τήν ἀγωνιώδη διαπίστωση τοῦ Παρμενίδη: «Ταυτόν γάρ ἐστίν τό νοεῖν τέ καί εἶναι» καί ἀπό κάτω τήν δική μου παράφραση: «Ταυτόν γάρ ἐστίν τό εἶναι τέ καί οὐ εἶναι», ἀκριβῶς γιά νά στηρίξω τόν ἰδεολογικό πυρήνα τοῦ ἔργου αὐτοῦ. «Ρίψεις ἀχῶν» εἶναι τό ἔσχατο σύνορό της συνθετικῆς ὀργανώσεως.

 

ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Μήπως, κατ’ ἀρχήν, αὐτοί οἱ προσανατολισμοί σου – καί κατά συνέπεια ἡ ἐγκατάλειψη τῆς ἀναζητήσεως αὐτοῦ πού λέμε μουσική ἑλληνικότητα – ὀφείλονται βασικά στό γεγονός ὅτι ἔχασες πλέον κάθε ἐλπίδα πώς θά μπορέσης νά ξαναγυρίσης καί νά δράσης μουσικά στήν Ἑλλάδα;

ΞΕΝΑΚΗΣ Τό γεγονός ὅτι ἡ μουσική πού γράφω σήμερα δέν εἶναι συνέχεια τῆς προηγουμένης μου περιόδου, πού ἐσύ ὀνόμασες ἑλληνική, δέν σημαίνει πώς ἡ μουσική μου αὐτή ἔχει χάσει τήν ἑλληνικότητά της, ἀφοῦ ὅ,τι κάνω εἶναι μιά ἔκφρασις, πού μπορεῖ νά εἶναι καί ἑλληνική μέσα στά διεθνῆ πλαίσια κι’ ὅταν μάλιστα ἡ γλώσσα μου δέν εἶναι ἀπομίμησις τῆς τάδε ἤ τάδε ξένης μουσικῆς Σχολῆς. Πιστεύω, μάλιστα πώς σέ γενικότερη ἄποψι, εἶναι ἄτοπο νά μιλᾶ κανείς γιά ἐθνική Σχολή, ὅπως εἶναι ἄτοπο νά μιλᾶ κανείς γιά ρωσικά μαθηματικά ἤ γιά ἀμερικανική χημεία. Τό πνεῦμα αὐτῆς τῆς μουσικῆς, φιλοδοξεῖ νά εἶναι ἑνιαῖο καί πάγκοινο ἐδῶ, ὅπως στήν Ἑλλάδα ἤ στήν Ἰαπωνία, ἀκριβῶς γιατί βασίζεται στήν λογική κληρονομιά τῆς κοινῆς ἀρχαιότητας. Ή, ἄν θέλης, συνδέεται κατ’ εὐθεία μέ τό Πυθαγόρειο πνεῦμα γι’ αὐτό καί ἄσπονδοι ξένοι «φίλοι» μου μέ κατηγοροῦν καί ἐπί Πυθαγορισμῶ! Ὥστε, μή νομίζεις ὅτι εἶμαι τόσο ἀπόμακρος ἀπό τό ἑλληνικό πνεῦμα, τουλάχιστον διά μέσου των αἰώνων. Καί δέν θεωρεῖς ἄτοπο οἱ μέν ξένοι νά διατείνονται αἰχμηρά ὅτι Πυθαγορίζω, οἱ δέ φίλοι οὐ Ἕλληνες, ὅπως κι’ ἐσύ ἁλῶστε, ὅτι δέν ἑλληνίζω; Πάντως ὅμως, δέν ξέρω ἄν, μένοντας στήν Ἑλλάδα, θά εἶχα ἀκολουθήση τόν δρόμο πού ἀκολούθησα. Δέν ξέρω ἄν θά ἔκανα καν μουσική!

 

ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: εἶσαι ἐνημερωμένος μέ τό τί γίνεται καί τί δέν γίνεται σχετικά, λ.χ. μέ τήν μουσική ἀγωγή τοῦ λαοῦ μας, μέ τήν ὀργάνωση ἐκδηλώσεων – συναυλίες, διαλέξεις – γιά τήν ἐξάπλωση τῆς σύγχρονης μουσικῆς;

ΞΕΝΑΚΗΣ: Ξέρω ὅτι ὑπάρχει λαογραφικό τμῆμα στήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν κι’ ὅτι τό ζεῦγος Μερλιέ ἔκανε μέσω τοῦ Γαλλικοῦ Ἰνστιτούτου τεράστια διαφωτιστική ἐργασία, πού θά ἔπρεπε νά προχωρήσουν ὅλοι οἱ ἐνδιαφερόμενοι μέ ὅλες τίς δυνάμεις τους. Ξέρω ἐπίσης τήν δουλειά τοῦ Περιστέρη στήν περισυλλογή τῶν Ἠπειρώτικων καί Πελοποννησιακῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν. Γνωρίζω ἀκόμα τήν ἐργασία τῆς Δόρας Στράτου, τοῦ Ἀνωγειανάκη καί τῆς ὁμάδος των: τιμοῦν κατά τήν δύναμή τους τήν Ἑλλάδα. Ξέρω ἐπίσης, ὅτι στό Φεστιβάλ Ἀθηνῶν, σπάνια παίζονται ἑλληνικά ἔργα κι’ ὅτι γενικά ἡ στάθμη εἶναι χαμηλή, ὅτι οἱ λαϊκοί μουσικοί κακοπληρώνονται, ὅτι οἱ πιό πολλοί ἀπ’ αὐτούς μαθαίνουν καί παίζουν τζάζ καί σάμπες γιά νά μπορέσουν νά ζήσουν κι’ ὅτι ντρέπονται νά παίζουν τά πατροπαράδοτα. Ὑπάρχουν βέβαια οἱ ταβέρνες πού ἀντιπροσωπεύουν τήν ἀρχαία ἠμῶν παράδοσι!…

Ὅσο γιά τήν διαφώτιση καί τήν ἀγωγή τοῦ κοινοῦ μέ τήν σύγχρονη μουσική γνωρίζω μόνον τίς ἀδάμαστες καί μέ πάθος προσπάθειες τοῦ ἀγαπητοῦ μου φίλου Γιάννη Παπαϊωάννου, πού ἀγωνίστηκε στό ἐξωτερικό γιά τήν διάδοση τοῦ Σκαλκώτα, ὅσο καί στήν Ἑλλάδα, ὁπού, ἄλλωστε, ὑπῆρξε ὁ μόνος, ἀπ’ ὅτι ξέρω, πού ἐνδιαφέρθηκε γιά τήν ἐξήγησι καί τήν ἀκρόασι ἔργων τῶν νέων ξένων συνθετῶν μέ διαλέξεις, μέ ραδιοφωνικές ἐκπομπές καί μέ ἄρθρα στίς ἐφημερίδες. Κατά τά ἀλλά, τίποτε ἄλλο δέν ξέρω ἐκτός ἀπό ὀνόματα…

ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Ἔχεις ὑπ’ ὄψη σου αὐτά πού εἶπε πρίν κάμποσο καιρό ὁ Χατζιδάκις γιά σένα στήν συνέντευξίν του στόν Ταχυδρόμο: Θέλω νά μοῦ πῆς εἰλικρινά τήν γνώμη σου πάνω σ’ αὐτές τίς συγκεκριμένες ἐρωτήσεις: α) πιστεύεις ὅτι ἐμεῖς οἱ νεότεροι πρέπει νά μποροῦμε νά ἀσχοληθοῦμε μέ μέθοδο – θά ‘λεγα ἐπιστημονική – γιά τήν μελέτη καί ἐπίλυσι τῶν προβλημάτων τῆς μουσικῆς μᾶς ζωῆς, β) Πιστεύεις ἤ ὄχι ὅτι ἀνεξάρτητά τους αἰσθητικούς δρόμους ἀκολουθοῦμε καί τίς λογής διαφορές πού μᾶς χωρίζουν, θά πρέπει ἐνεργήσουμε ὅλοι μαζί κοινοῦ, ἑνωμένοι γύρω ἀπ’ αὐτήν τήν συγκεκριμένη ἀποστολή καί γ) Ποιά εἶναι ἡ γνώμη σου γιά τήν στάση τοῦ Χατζιδάκι.

ΞΕΝΑΚΗΣ: Ναί, ἔχω ὑπ’ ὄψη μου τήν «συνέντευξη Χατζιδάκι». Ἔδωσα τή συγκατάθεσή μου σ’ ἕνα πρόγραμμα, σ’ ἕνα πρόγραμμα ἐργασίας, σέ μιά διάρθρωση τῶν ἀναγκαίων τομέων δραστηριότητος τῆς μουσικῆς. Μοῦ τό εἴχατε δείξει ἐσύ κι’ ὁ Φοῖβος Ἀνωγειανάκης καί μάλιστα, ὅπως θά θυμᾶσαι, πρόσθεσα κι ἕνα – δύο σημεῖα. Ἀλλά αὐτό δέν εἶναι μανιφέστο, ὅπως, κακῶς, κατά τήν γνώμη μου, τό ὀνομάσατε. Ἤ μήπως ὑπάρχει κι’ ἄλλο κείμενο ποῦ τό ἀγνοῶ;

ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: ὄχι.

ΞΕΝΑΚΗΣ: Πάντως, νομίζω, ἀπ’ ὅ,τι εἶχα συζητήσει μέ τόν Μάνο Χατζιδάκι, ὅτι τά ἐνδιαφέροντα εἶναι κοινά κι’ ὅτι τό πρόγραμμα πού προανέφερα ἦταν τόσο ἁπλό καί αὐταπόδεικτο, ὥστε δέν θά ’πρεπε νά μπῆ καν πρόβλημα ἀποδοχῆς ἤ ὄχι. Πιστεύω ἀκράδαντα ὅτι οἱ ἄνθρωποι μποροῦν καί πρέπει νά συμφωνοῦν ὅταν τούς δίδεται αὐτή ἡ σπάνια εὐκαιρία. Ἀλλά μόνον πάνω στήν ἀντικειμενική προσπάθεια. Μέ κανένα τρόπο πάνω στά πρόσωπα. Τά πρόσωπα εἶναι ἐκτελεστές το καθένα μέ τήν δύναμή του. Γι’ αὐτό ἤμουν σύμφωνος μέ τό πρόγραμμα τό δικό σου καί τοῦ Φοίβου, διότι δέν γινόταν λόγος περί προσώπων πού ἀγνοῶ, οὔτε περί συνθηκῶν ἀλλά περί γενικῶν ἐπιδιώξεων πού θά μποροῦσαν νά ἐφαρμοσθοῦν σέ κάθε πολιτισμένη χώρα. Τίποτ’ ἄλλο δέν ἔχω νά προσθέσω σ’ αὐτό τό τριπλό ἐρώτημά σου.

 

Στό σημεῖο αὐτό, ὁ Μίκης Θεοδωράκης ἀναφέρεται στό σχέδιό του νά ὀργανώση ἕνα Κύκλο μέ σκοπό τήν προώθηση τῆς ἑλληνικῆς Μουσικῆς Τέχνης καί ρωτάει τόν Ξενάκη ἄν θά ἤθελε νά πάρη μέρος σ’ αὐτήν τήν κίνηση, ἡ ὁποία ὅμως προϋποθέτει προβολή καί διάδοση ἔργων 100% ἑλληνικῶν. Νά τί ἀπάντησε ὁ Γιάννης Ξενάκης.

ΞΕΝΑΚΗΣ

Σέ συγχαίρω γι’ αὐτήν τήν πρωτοβουλία, ὅπως καί σ’ εὐχαριστῶ πού θέλεις σ’ αὐτό τόν Κύκλο -ὅπως τόν λές -νά περιλάβης καί δικά μου ἔργα. Ἐκεῖ πού διαφωνῶ εἶναι στό 100% ἑλληνικά . Ποιός θά εἶναι ὁ κριτής ἑλληνικότητος; Ποιός εἶναι ὁ ἀμιγής Ἕλλην; Δεῖξε μου ἔστω κι’ ἕνα ἔργο 100% ἑλληνικό! Μπορεῖς ὅμως νά βάλης κριτήρια προσωπικά στήν ἐκλογή τοῦ προγράμματος, διότι ἀντικειμενικά δέν ὑπάρχουν. Ὅσο ἀφορᾶ ἐμένα, μπορεῖς νά θέλης, θά χαρῶ μάλιστα πολύ, νά παρουσιάσης τίς «Ζυγιές» τουλάχιστο καί κυρίως ἕναν «Καθιστό» γιά χορωδία πεντάφωνη καί γυναικεία μέση φωνή, πού εἶχα γράψει τό 1954 στή μνήμη τοῦ Σταμάτη Κατωτάκη, συναδέλφου μου τοῦ Πολυτεχνείου, ἄδικα ἐκτελεσμένου ἀπ’ τήν Γκεστάπο τό 1944 στό Χαϊδάρι.

 

ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Ἡ συγκατάθεσή σου σημαίνει ὅτι τά ἔργα σου τῆς ἑλληνικῆς περιόδου, διατηροῦν μπροστά στήν κρίση σου ὅλη τή σημασία καί τήν ἄξια τους; Καί μήπως διαισθάνεσαι πῶς μπορεῖς νά ἐπανέλθης, τουλάχιστον μουσικά,, κάτω ἀπό τόν οὐρανό τῆς πατρίδας σου;

ΞΕΝΑΚΗΣ: Αὐτός πού ἤμουν τότε, τό’βαλα στά ἔργα μου κείνης τῆς ἐποχῆς. Γιατί ν’ ἀρνηθῶ κάποιον ποῦ ὑπῆρξε, ἀφοῦ ὑπῆρξε; Ὅσο γιά τόν ἑλληνικό οὐρανό, εἶναι αἴθριος ἀπό τήν στρατόσφαιρα μέχρι τήν θάλασσα. Noμίζω δηλαδή πώς ὅ,τι κι ἄν κάνω θά εἶναι ἑλληνικό μέ τό νόημα πού μίλησα πρωτύτερα καί νά μέ συμπαθᾶς Μίκη!

 

ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: αὐτός ὁ Κύκλος πού σου πρόσφερα, εἶναι μιά ἄμεση συνέπεια μιᾶς προσπάθειας γιά νά δώσουμε, ἐμεῖς οἱ ἔντεχνοι συνθέτες, ἕνα καθαρά λαϊκό τραγούδι προορισμένο νά κατανοηθῆ καί εἰ δυνατόν νά τραγουδηθῆ ἀπ’ ὅλο το λαό μας. Μήπως σκέφτεσαι κι ἐσύ νά πάρης μέρος;

ΞΕΝΑΚΗΣ: Τό καθαρά λαϊκό τραγούδι πού θέλεις νά εἶναι 100% ἑλληνικό, πρέπει νά τό διδαχθοῦμε ἐμεῖς οἱ ἔντεχνοι – ὅπως λές – ἀπ’ τούς ἄτεχνους! Νά γίνουμε πρῶτα μαθητές τῶν Κρητικῶν, Δωδεκανησιακῶν, Ἠπειρωτικῶν, Ποντίων καί ὅσων ἄλλων τραγουδιστάδων κι’ ὕστερα ἀφοῦ μάθουμε – ἐπιστημονικά καί γκαρδιακά – νά συλλαβίζουμε ἑλληνιστί, τότε ἅς ἀνέβουμε πλάι στούς ἄτεχνους ἄν μᾶς τό ἐπιτρέψουν. Ἀλλοιῶς δέν ἀξίζει τόν κόπο νά κάνης κύκλο ἑλληνικοῦ τραγουδιοῦ γιατί τέτοιο ἑλληνικό τραγούδι τό βρίσκεις καί στήν…Ἰταλία καί στήν Ἱσπανία καί στή Γαλλία καί παντοῦ. Ἄν λοιπόν εἶναι Κύκλος …. 70% ἑλληνικός, τότε ἐσύ μέν θά ἔχης τή χαρά νά μοῦ διευθύνης τή «Ζυγιά» καί τόν «Καθιστό» κι’ ἐγώ τήν διπλή χαρά νά δῶ τήν ἀντίδραση τῶν ὁμοεθνῶν μου γιά τούς ὁποίους τά ’γραψα καί νά ’χω τήν δική σου ἑρμηνεία.

ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Πῶς ὀνειρεύεσαι τήν ἰδανική δράσι ἑνός νέου μουσικοῦ στήν Ἑλλάδα;

ΞΕΝΑΚΗΣ: ἄν ἐπρόκειτο. Νά ἤμουν ἐγώ στή θέση τοῦ νέου μουσικοῦ, α) Θά ἀγωνιζόμουν νά ἀναγνωρισθῆ ὁ λαϊκός καλλιτέχνης τοῦ χωριοῦ καί μέσω αὐτοῦ ἡ δημοτική παράδοση, β) θά τριγύριζα νά ἀνακαλύψω τά κρυμμένα ἀριστουργήματα τῆς μουσικῆς παραδόσεως, τόσο τῆς δημοτικῆς, ὅσο καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί γ) θά ἤθελα νά ἱδρύσω ἕνα κέντρο ἠλεκτρομαγνητικῆς μουσικῆς. Αὐτά τά τρία θά ἦταν, γιά μένα, τά κύρια. Ὑπάρχουν ὅμως τόσα ἀλλά ἀκόμα…

Κι’ ἐδῶ ἀκριβῶς τελειώνει ἡ ἠχογραφημένη συνομιλία Ξενάκη – Θεοδωράκη. Πρίν φύγω ὅμως ἀπό τό στούντιο τοῦ σοφοῦ μουσικοῦ, ἕνα δικό μου ἐρώτημα, πολύ κοινό ἀλλά γιά τήν περίπτωση πολύ ἀναγκαῖο, ἔθεσα στόν Γιάννη Ξενάκη. Τοῦ εἶπα:

– Τόση ὥρα ἀκούω τόν Μίκη Θεοδωράκη νά σᾶς ρωτάη ἕνα σωρό ἐνδιαφέροντα πράγματα ὅπως καί νά σᾶς ἀναφέρη ἀνάμεσά σε διάφορα ὀνόματα καί τοῦ Μάνου Χατζιδάκι. Ὅπως θά ξέρετε, οἱ δύο αὐτοί συνθέτες: ὁ Θεοδωράκης κι’ ὁ Χατζιδάκις εἶναι οἱ δύο κυρίαρχες μορφές σήμερα στήν μουσική ζωή τοῦ τόπου μας.

Ἐσεῖς τί πιστεύετε γι’ αὐτούς;

ΞΕΝΑΚΗΣ: Τούς γνωρίζω καί τούς δύο σάν ἀνθρώπους πού κινοῦνται μέ ἰδιαίτερο κέφι νά διακριθοῦν στόν ἑλληνικό μουσικό χῶρο. Δυστυχῶς δέν ἔχω ἀκούσει ἔργα τους. Ἕνα – δύο πράγματα πού ἄκουσα κάποτε καί τοῦ ἑνός καί τοῦ ἄλλου, δέν νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετά γιά νά τούς κρίνω καί νά σᾶς δώσω τήν γνώμη μου. Φυσικά, μέ ρωτᾶτε ὄχι γιά τόν Θεοδωράκη καί τόν Χατζιδάκι τῶν ἡμιλαϊκῶν καί ἡμιελαφρῶν τραγουδιῶν, παρ’ ὅλο πού ἡ ἰδιοφυία τους στήν ἐλαφρά μουσική εὐδοκιμεῖ στήν Ἑλλάδα, κι’ ἀκόμα καί στό ἐξωτερικό – τα Παιδιά τοῦ Πειραιᾶ τά ἄκουσα σέ ὑπόγεια τοῦ Τόκιο καί τῆς Βαρσοβίας. Νομίζω πώς καί οἱ δύο εἶναι ἄξιοι γιά πολύ πιό προχωρημένα ἔργα.

Τί ἄλλο νά προσθέσουμε ἐμεῖς; Τά συμπεράσματα βγαίνουν μόνα τους…

Γ. ΡΑΝΗΣ


Προσθέτομε για ακρόαση δυό από τα αναφερόμενα έργα του Ξενάκη

Διπλή Ζυγιά

XENAKIS: Dhipli Zyia I Ιάννης Χενάκης Ι Διπλή Ζυγία I The PODIUM Sessions #8

 

& Ζυγιά

Xenakis, Zyia

Back To Top