skip to Main Content
Ο Mίκης: αφηγητής – αφήγημα

του Κώστα Γεωργουσόπουλου στα ΤΑ ΝΕΑ , 06/08/2005

Tις μέρες αυτές που ο Mίκης Θεοδωράκης γιορτάζει τα θαλερά του ογδοντάχρονα, θέλοντας να συνεορτάσω με ολόκληρο τον Eλληνισμό, θέλω να μιλήσω για έναν άλλον Mίκη


Δεδομένου πως είχα την τιμή πολλές φορές να μιλήσω και για το έργο του και για την προσωπικότητά του και στα εβδομηντάχρονά του και όταν δώρισε το αρχείο του στο Μέγαρο Μουσικής, σε δεκάδες τιμητικές εκδηλώσεις για το έργο του σ’ όλη την Ελλάδα, αλλά και σε αφιερωματικά και τεύχη περιοδικών, σήμερα θα προβάλω ένα άλλο τάλαντό του που όσοι τον έχουν συναντήσει, αλλά συχνά και οι αναγνώστες, οι ακροατές και οι θεατές μαζικών μέσων το γνωρίζουν, το έχουν χαρεί, αλλά πιθανόν δεν το συνειδητοποιούν πως αποτελεί ένα ξεχωριστό και καλλιεργημένο μορφολογικά πρωτότυπο δημιούργημά του.

Αναφέρομαι στον Μίκη αφηγητή. Βεβαίως, αυτός ο χαρισματικός «παραμυθάς» αφηγείται τον βίο του, είναι ο ίδιος αφηγητής και αφήγημα, αλλά χειρίζεται το ανεξάντλητο υλικό του με την ευχέρεια που έχουν οι παραδοσιακοί αφηγητές, ιδίως της Ανατολής, ακόμη και τις προσωπικές εμπειρίες, ακόμη και οδυνηρές περιπέτειες του βίου, να τις υποτάσσουν στους νόμους της αφηγηματικής παράδοσης, να τις καθιστούν γοητευτικά αφηγήματα συχνά αποδραματοποιημένα, ώστε να μη σαγηνεύουν με τις συγκινησιακές φορτίσεις τους, αλλά να παραπλανούν με τις τεχνικές της πλοκής, το χιούμορ, τα απροσδόκητα, τις ανατροπές, αλλά όχι σπάνια και με τον σαρκασμό, τη χλεύη, την κριτική αξιολόγηση και τη δίκαιη κωδικοποίησή τους στη μεγάλη ανθρώπινη περιπέτεια, ως ελάχιστο παράδειγμά της και τεκμήριο.

Και πρώτα ο Μίκης είναι δυνατόν να αφηγηθεί μια προσωπική του ιστορία με δεκάδες διαφορετικούς τρόπους. Τον έχουμε ακούσει να ξεκινάει την αφήγηση από το γεγονός, άλλοτε από το ηθικό αίτημα που εγείρει, άλλοτε πάλι από ένα πρόσωπο φιλικό ή εχθρικό προς τα αφηγούμενα, άλλοτε από τις συνθήκες, καιρικές, πολιτικές, οικονομικές. Ξεκινάει από την αρχή ακολουθώντας το νήμα των αιτιωδών σχέσεων, κρατώντας τον ιστορικό χρόνο, τη ροή της λογικής ανέλιξης. Άλλοτε επιλέγει να μπει στην ιστορία του in medias res, από τη μέση και με άλματα στο παρελθόν των προσώπων και των γεγονότων να συμπληρώνει τα κενά. Δεν είναι βέβαια λίγες οι φορές που αφήνει επίτηδες κενά γεμάτα μυστήριο, κρατώντας σε απορία τον ακροατή του, συχνά στο σκοτάδι, αλλά αιφνιδίως, ενώ η αφήγηση έχει προχωρήσει δημιουργώντας μια παύση, επανέρχεται εν είδει Στασίμου τραγωδίας, και με μια σύντομη πινελιά, λύνει το μυστήριο, φωτίζει το σκοτάδι.

Πολύ συχνά οι αφηγήσεις του είναι γιγαντιαία συνειρμικά άλματα. Μπορεί να του δώσει αφορμή μια λέξη, μια αντίδραση ενός εξόριστου συντρόφου στο Μακρονήσι και να βρει αντιστοιχία με τον λόγο ενός διανοούμενου στο Παρίσι των υπαρξιστών και από εκεί στη φιλοσοφία ενός κλοσάρ, ενός επαναστάτη μουσικού στην Κούβα και στην προσωπική του φρουρά όταν επισκεπτόταν τα στρατόπεδα των Σαντινίστας.

Τότε είναι που θαυμάζει κανείς την ανθρωπολογία του Μίκη. Αυτός ο βαθύς Έλληνας, που εξαιτίας αυτής της αρτεσιανής του επικοινωνίας με τον βαθύ λόγο του τόπου του δεν έχει ίχνος εθνικισμού, έχοντας γνωρίσει πολλών ανθρώπων άστεα και έχοντας γνωρίσει τον Νόον τους, έχει δημιουργήσει μια θεωρία για τα ανθρώπινα οικουμενική. Ξύνοντας τον φλοιό της εντοπιότητας διαπιστώνει πως η ψίχα των ανθρώπων έχει την ίδια ποιότητα, την ίδια νοοτροπία, ανεξάρτητα από τους ιστορικούς και πολιτισμικούς της τροπισμούς.

Γι’ αυτό τα γιγαντιαία του άλματα δεν είναι αυθαίρετες επιλογές της στιγμής, δεν είναι ένας κοσμοπολίτικος επιδεικτισμός, είναι νοητές οδοί, γεφύρια, ουράνια τόξα και υπόγειες στοές που ενώνουν κοινούς καημούς, πόθους, αμαρτίες, ελπίδες και ήττες στις πιο απομακρυσμένες περιοχές του πλανήτη, όπου οι άνθρωποι αισθάνονται τα ίδια, πάσχουν τα ίδια, λαχταρούν τα ίδια, έστω κι αν τα χορεύουν αλλιώς, τα τραγουδούν αλλιώς και τα μιλούν αλλιώς.

Όταν ο Εγγονόπουλος επέγραφε τον «Μπολιβάρ» του «ένα ελληνικό ποίημα», το ίδιο εννοούσε με τον Θεοδωράκη που έκανε τον Ζορμπά Νορβηγό, Ιάπωνα και Αργεντίνο και το ποίημα του Νερούδα πράγματι Άσμα ασμάτων οικουμενικό.

Είναι αυτός που είδε πόσο συγγενές ήταν το ποιητικό όραμα του Ελύτη στο «Άξιον Εστί» με το «Κάντο Χενεράλ» του Νερούδα και τη «Ρωμιοσύνη» του Ρίτσου.

Έτσι και στις αφηγήσεις του, ένας υπέροχος ιστός, ένας αφηγηματικός αργαλειός με στημόνι την ιστορία και υφάδι τον προμηθεϊκό άνθρωπο κάθε εποχής, υφαίνει τον πολύχρωμο τάπητα μιας άλλης τέχνης, ερμηνευτικής των ανθρωπίνων, της αφήγησης. Ο Θεοδωράκης δεν είναι ένας μεγάλος μουσικός και ένας αμετανόητος Πολίτης, είναι και ο σημαντικότερος εμπειρικός αφηγητής της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Αλλά εδώ θα διαφωνούσα με τις ταξινομικές υστερίες των γραμματολόγων. Δεν θεωρώ απομνημονεύματα τα ογκώδη δημοσιεύματα του Μίκη με τις περιπέτειες του βίου του. Όσοι γράφουν αναμνήσεις και αφηγούνται γεγονότα που συνδέθηκαν με τη ζωή τους, προσπαθούν να διασώσουν κάτι, να δικαιώσουν κάτι, να τιμωρήσουν και να εκθέσουν κάτι στον χρόνο, να λογοδοτήσουν ενώπιον της ιστορίας και πιθανόν της αιωνιότητας. Ο Μίκης δεν υπακούει σ’ αυτούς τους γενικούς κανόνες. Πρώτα, γιατί είναι πολυπρισματικός αφηγητής, δεν είναι πάντα προσωποκεντρικός. Μιλάει για τους άλλους με την ιδεολογία των άλλων, συχνά με έξοχη δραματική γλώσσα, χαρακτηρολογεί με τα λόγια των άλλων μείζονες προσωπικότητες, που δεν συμπλέει πάντα μαζί τους ηθικά, πολιτικά, κοινωνικά.

Έχει πράγματι δραματική, κι όχι σπάνια τραγική, αίσθηση των γεγονότων και τότε η αφήγησή του αφήνει την επική της διάσταση και γίνεται επεισοδιώδης, συγκρουσιακή και εκ των πραγμάτων διαλεκτική. Διαλεκτική μέθοδο ακολουθούν κι άλλοι αφηγητές, αλλά οι σχέσεις που συγκρούονται στα έργα τους είναι ιδεολογικές, εμμένουν στις διάνοιες των δρώντων.

 

Πλεύσεις κόντρα στον τυφώνα

Ο Μίκης σταθμεύει συχνά στο ή θ ο ς και αριστοτελικότατα διερευνώντας δράσεις, αντιδράσεις, κίνητρα, στόχους, δικούς του και των άλλων, φτάνει σε ηθικά πορίσματα, κάτι που χαρακτηρίζει καίρια έναν άνθρωπο με λαϊκές ρίζες. Χαρακτήρισα κάποτε τον Θεοδωράκη αναγεννησιακό, όμως η πολυμέρειά του, η προμηθεϊκή του φύση, η αμετακίνητη αναζήτηση της αλήθειας, δεν τον οδήγησαν, όπως πολλούς της γενιάς του, στο να γίνει Λιμπερτίνος, δεν θυσίασε τα πάντα σε μιαν ασύδοτη ελευθεριότητα ιδεών, αξιών και ηθών. Έκανε λάθη, ανθρώπινο. Αλλά είχε τη γενναιότητα να τα ομολογήσει, να κάνει συχνά αυστηρή αυτοκριτική, να γίνει αυτοσαρκαστικός για κάποιες ιδεοληψίες του, για κάποιες ροπές του. Γύρισε πολλές φορές στην αφετηρία όταν χάθηκε στα σταυροδρόμια του κόσμου, όπου στην εποχή του φυσούσε σφοδρός άνεμος.

Γι’ αυτό και οι αφηγήσεις του (κι όχι τόσο οι αποτυπωμένες στο χαρτί, όσο οι προφορικές, όσες είχαμε κάποιοι τυχεροί τη χαρά να ακούσουμε από το στόμα του) είναι γεμάτες αντιφάσεις, εναντιοδρομίες, πλεύσεις κόντρα στον τυφώνα, αλλά όχι σπάνια ναυάγια.

Τελειώνοντας θέλω να επιμείνω στο ιδιαίτερο αφηγηματικό τάλαντο του Μίκη. Επειδή, όπως είπα παραπάνω, τον ενδιαφέρει κυρίως ο τρόπος ό,τι αφηγείται να γίνει αποδεκτό, αλλάζει μέσα στην ίδια την αφήγηση ρυθμό, περνάει από το όλον στο μέρος, σταθμεύει σε λεπτομέρειες (η μνήμη του σε λεπτομέρειες λόγων, αντιδράσεων, συνθηκών, συμπεριφορών, ακόμη και χειρονομιών, μορφασμών μακρινών ανθρώπων είναι καταπληκτική) και ξαφνικά αλλάζει τοπίο, πρόσωπο και εποχή.

Τότε είναι που σταματάει, σε κοιτάει έμμονα στα μάτια για να ζυγίσει εντυπώσεις, να συλλάβει στα δικά σου, να δει πόσο πειστικός ήταν, πόσο αμφιβάλλεις γι’ αυτά, κι όταν υποπτευθεί δισταγμούς ή χαλάρωση, αυξάνει τον ρυθμό και όχι σπάνια φτάνει σε ακροβασίες λόγων, υπερβολές, παραλογισμούς, τερατώδη σχήματα και αφηγήματα, όπως όταν ο μουσικός Μίκης περιπλέκει μελωδίες, ακολουθεί ένα κρεσέντο και ξεσπάει ένα υπέροχο βεγγαλικό φθόγγων.

Back To Top