skip to Main Content
Ο Μίκης Θεοδωράκης, η μουσική και ο λόγος

Άρθρο του Δ.Π. Κωστελένου στην εφημερίδα “Ακρόπολις” 08/3/1964, με αφορμή την έκδοση του βιβλίου “Μίκης Θεοδωράκης-τραγούδια” από την Έλλη Θεοδωράκη και την Ολυμπία Εξάρχου.

ΑΠΟ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΟΣ ΒΙΒΛΙΟΥ ΜΕ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΤΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΟΥ ΜΑΣ κ. Λ. Π. ΚΩΣΤΕΛΕΝΟΥ

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ την έκδοση του βιβλίου – άλμπουμ: «Μίκης Θεοδωράκης – τραγούδια» που εξέδωσαν η Έλλη Θεοδωράκη με την Ολυμπία Εξάρχου, θα πούμε κάποιες σκέψεις μας σχετικά με μια άλλη πλευρά του «φαινομένου: Μίκης Θεοδωράκης», που το θεωρούμε μοναδικό και ανεπανάληπτο για τη μουσική ζωήα τόπου μας.

Την πλευρά αυτή την θίγει πολύ πετυχημένα ο φίλος ποιητής Δημήτρης Χριστοδούλου στο εισαγωγικό του βιβλίου, σημείωμά του. Είναι η ιδανική σύζευξη Μουσικής και Λόγου που πέτυχε ο Μίκης Θεοδωράκης. Σύζευξη ακριβώς στο στοιχείο τους εκείνο της λαϊκής, της δημοτικής παράδοσης, το μόνο αληθινό που προεξοφλεί κι εξασφαλίζει την επιβίωση και την αιωνιότητα και στα δυο αυτά είδη της Τέχνης.

Ο ίδιος ο Θεοδωράκης μας δίνει την πρώτη εξήγηση, την πρώτη νύξη για την ανάλυση της περίπτωσης του. Μιλώντας για το λαϊκό τραγούδι ο εκλεκτός συνθέτης λέει:

«… Πολύ αργότερα, όταν συνειδητοποίησα την εργασία που έκανα στον «Επιτάφιο» του Ρίτσου κατάλαβα ότι το λαϊκό τραγούδι δεν το είδα καθόλου απ’ έξω, άλλα ότι ήμουν ο ίδιος βουτηγμένος μέσα του ώς το κούτελο, δηλαδή σε τελευταία ανάλυση, φιλοδοξούσα να γίνω ένας απ’ τους λαϊκούς μας συνθέτες, καθαρά και ουσιαστικά. Από κει και πέρα όλα γίνονται, για μένα, πολύ απλά. Το πιο δύσκολο ήταν να χαραχτεί ο σωστός δρόμος…».

ΚΑΙ ΑΛΛΟΥ: «Ευθύς μετά που διάβασα τον «’Επιτάφιο», άρχισα να γράφω τα τραγούδια αυθόρμητα, δίχως καμμιά ανάγκη, καμμιά πρόθεση θα’ λεγα. Και η μουσική βγήκε αυτή που βγήκε. Λαϊκή. Γιατί άραγε; Κατ’ αρχήν νομίζω από την ανάγκη να παρακολουθήσω την ίδια διαδικασία με το Ρίτσο. Καθώς παίρνει τούς αρμούς, τα δυνατά στοιχεία από τα μοιρολόγια και τη δημοτική μας αξεπέραστη λυρική κι επική ποίηση και όντας πάντοτε Ρίτσος, θέλει, να είναι συνάμα ο οποιοσδήποτε λαϊκός ποιητής η οποιαδήποτε χαμένη μάννα, η λαϊκή μούσα!». Προσέξτε λοιπόν αυτή τη λέξη: «αυθόρμητα», που μεταχειρίζεται ο Θεοδωράκης για τη μουσική του «Επιταφίου». Οδηγήθηκε αυθόρμητα στη λαϊκή μουσική επειδή η ποίηση αυτή του Ρίτσου στηριζόταν στο δημοτικό μας τραγούδι, διαπνεόταν από εκείνο, ξεκινούσε κι επιβίωνε χάρη σ’ εκείνο. Κι ο « Επιτάφιος» ήταν η αρχή! Η αυθόρμητη αρχή. Μετά ήρθε η παρατήρηση, η μελέτη, η γνώση, η ιδιοφυία που οδήγησαν στο σωστό δρόμο, στη συνέχεια.

Μουσική και Λόγος είναι δύο Τέχνες αδελφές, μπορούμε να πούμε, πιότερο συγγενικές οι δύο τους απ’ τις άλλες: Φθόγγος και μουσική απευθύνονται στο ίδιο αισθητήριο όργανο, χρησιμοποιούν τα ίδια μέσα διέγερσης του αισθήματος. Πρέπει λοιπόν να’ναι απόλυτα συνταιριαγμένες, εναρμονισμένες. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν τις ξεχώρισαν ποτέ. Η ανώτερη μορφή Λόγου: η ποίηση, είτε σαν Ειδύλλιο εμφανιζόταν, είτε σαν τραγωδία παρασταινόταν, ακολουθιόταν, δενόταν με τη Μουσική, από μια απλή και μονάχη φόρμιγγα η κι από ολόκληρη όρχηση (ορχήστρα), χορό. Άλλωστε ως κι αυτή η λέξη: τραγούδι, από την τραγωδία, δεν κατάγεται τάχα;

«ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» — λέει ο Χριστοδούλου οδήγησε το Θεοδωράκη «σε σπάνιες θρηνητικές και θριαμβικές στιγμές του πάσχοντος ανθρώπου». Αλλά η αγωνία, το πρόβλημα, η παρηγοριά που γεννά τη δημιουργία ζητάει κι άλλη, ολοένα άλλη, καινούργια, ικανοποίηση. Η αυθορμησία του δημιουργού υποτάσσεται τώρα. Ο διανοητικός κύκλος της απεικόνισης του αγωνιακού ανθρώπινου μαρτυρίου θα αρχίσει να διαφαίνεται. Έρχονται τα «Επιφάνια», η μουσική πάνω στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, η «βαθιά νοσταλγία», η αναπόληση του χαμένου ψυχικού μεγαλείου,… τί πικραμένο αγνάντεμα μιας πορείας δίχως σκοπό, ίσια στη κοινή μοίρα.

Και ακολουθούν η ποίηση του Γκάτσου και του Ελύτη, ο αιγιοπελαγίτικος λυρισμός, η ευφροσύνη, η καθαρότητα του φωτός πάνω στο γαλάζιο της θάλασσας μας. Τέλος η στροφή στην πολιτεία, στη φτωχογειτονιά, στην κλειστή, αποπνιχτική ζωή. Η ποίηση του Χριστόδουλου, του Θεοδωράκη, του Τάσου Λειβαδίτη, του Καμπανέλλη, του Νότη Περγιάλη. Από τα εξωτερικά περιγράμματα της αγωνίας, από το πάθος του τοπίου της Ελλάδας, του οποίου όπου και να ταξιδέψει σε πληγώνει, φτάνουμε στο θρήνο του ανθρώπου της εσωτερικής απελπισίας και στο θρήνο-κραυγή.

Λέμε τα πιο πάνω, ότι το φαινόμενο της μουσικής προσφοράς και ταυτόχρονα της πλατιάς, στο πολύτιμο επιτυχίας του Μίκη Θεοδωράκη είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο.

Σε κάθε λαό που θα βρεθεί σε μια η πολλές στιγμές της ιστορίας του, κάποιος ή κάποιοι, που έχουν συλλάβει τη συνισταμένη της αγωνίας του και θα την εκφράζουν ποιοτικά με το λόγο, με τη μουσική, με τη ζωγραφική. Μα οι κάποιοι αυτοί συνήθως ενεργούν μεμονωμένα, γιατί η μοναξιά είναι η αγαπημένη ανάγκη του δημιουργού. Κι αυτά είναι η βασική αιτία που ο λαός και τέχνη στις περισσότερες εστίες τους βρίσκονται σε απόσταση, σε απομακρυσμένους ή σε παράλληλους δρόμους. Αν οι δυνάμεις αυτές συνεταιριστούν, συντονιστούν, ή ενώσουν τους δρόμους τους, αν η τέχνη στραφεί προς το λαό τότε θα σημειωθεί η ευτυχισμένη, η συνεχόμενη άνθηση, το ανέβασμα του αισθητικού επιπέδου, η λεγόμενη – τόσο διατυμπανίζεται πια – καλλιέργεια, αγωγή της πλατιάς μάζας.

Να λοιπόν τι πέτυχε ο Μίκης Θεοδωράκης. Έφερε κοντά στο λαό τους ποιητές του. Άνθρωποι που ποτέ τους δεν θα διάβαζαν τους στίχους του Σεφέρη, σήμερα τους τραγουδάνε. Και τους καταλαβαίνουν: αυτό είναι το σημαντικό. Διαισθάνονται τουλάχιστον την αγωνία, την απελπισία του ποιητή, που λέει : «διψάσαμε το μεσημέρι μα το νερό γλυφό». Πριν τριάντα περίπου χρόνια σε μια άλλη συγγενική με μας χώρα σε ένα άλλο λαό με παράλληλη προς εμάς ψυχοσύνθεση, έγινε μια παρόμοια προσπάθεια του. Ήταν στην Ισπανία του 1920-30. Ήταν και οι δύο μεγάλοι δημιουργοί, ο ποιητής Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και ο μουσουργός ντε Φάλια. Γύρισαν όλοι την Ισπανία μαζί, μάζεψαν υλικό, μουσική, τραγούδια. Έφταιξαν και ένα θίασο για το λαό. Ο ένας έγραψε το έργο, ο άλλος έγραψε τη μουσική. Μα οι κοινωνικές συνθήκες είχαν να διακόψουν την προσπάθεια. Ο Λόρκα πέθανε αδόκητα. Ο ντε Φάλια εκπατρίστηκε. Αυτό που πήγαινε να γίνει σκόρπισε στους τέσσερις ανέμους. Πολλοί θα πουν ότι μια τέτοια σύγκριση ίσως είναι παράτολμη. Πόσο άδικο έχουν! Το έργο του Λόρκα συγγενών και φίλων συγγενών τους ανθρώπους όλων των εποχών όλου του κόσμου. Η μουσική του ντε Φάλια ακούγεται παντού στη γη. Και το έργο τους δεν ολοκληρώθηκε, δεν μπήκε στο σωστό δρόμο καθώς άρχισε να γίνεται σε μας εδώ με τον Μίκη Θεοδωράκη, με τους ποιητές μας. Γιατί λοιπόν να μετριοφρονούμε;

Τελειώνοντας τη λέμε πως αξίζει κάθε έπαινος για εργασία της Έλλης Θεοδωράκη και της Ολυμπίας Εξάρχου. Βοήθησαν με τον τρόπο τους συστηματικά, πάρα πολύ σημαντικά τον Μίκη Θεοδωράκη.

Δ. Π. ΚΩΣΤΕΛΕΝΟΣ

Back To Top