skip to Main Content
Ο Μίκης Θεοδωράκης και η μουσική του

Συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Ηροδότου στο «the books’ journal» τεύχος#106, Φεβρουάριος 2020

«Τυλίχτηκα με ορμή στα γεγονότα, κι ας κυνηγούσα μια Ουτοπία!»

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

Είναι ένα από τα πρόσωπα που έπαιξαν ρόλο στα καλλιτεχνικά και τα πολιτικά γεγονότα πολλών δεκαετιών της νεότερης ελληνικής Ιστορίας. Ρηξικέλευθος μουσικός με λαϊκή εμβέλεια, αλλά όχι μόνο, πολιτικός της πράξης που πολλές φορές ενέπνευσε αλλά και συγκρούστηκε, ο Μίκης Θεοδωράκης, παρ’ όσα έχουν γραφτεί και συνεχίζουν να γράφονται γι’ αυτόν, παραμένει ακατάτακτος. Και μεγάλο μέρος του έργου του, αναξιοποίητο. Πόσοι κατανοούν τα βαθύτερα κίνητρα των λαϊκών ιδιωμάτων, που ανέδειξε μουσικά; Και πόσοι γνωρίζουν, για παράδειγμα, ότι παραχώρησε στη Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας «Λίλιαν Βουδούρη» το αρχείο του με ρητή παράκληση να αξιοποιηθεί και προβληθεί, κάτι που όπως ο ίδιος παρατηρεί δεν συνέβη; Μια συνομιλία μαζί του είναι πολύτιμη μαρτυρία προσωπικών στιγμών που τον διαμόρφωσαν αλλά, κυρίως, η ευκαιρία αναδίφησης στο σύμπαν της μουσικής του. [TBJ]

Ερευνώντας αρχεία της ιστορίας σε σκονισμένους φακέλους που μπορεί να περιέχουν κάτι σημαντικό, γνωρίζω την αίσθηση της οικειότητας με το παρελθόν και την ίδια στιγμή την αγωνία που γεννά η πρόσβαση στο ανοίκειο. Άλλες εποχές και άλλες σκέψεις, άλλες ελπίδες και άλλες προσδοκίες. Αυτή τη διάθεση δοκίμασα στο έπακρο τις φορές που συνομίλησα με τον Μίκη Θεοδωράκη. Από τη μια, η μεγάλη απόσταση για τα ανοίκεια, τα μακρινά που δεν βίωσα και προσπάθησα να κατανοήσω, και από την άλλη κάτι περισσότερο από εγγύτητα για όσα δεν χρειάζονται αποκωδικοποίηση.

Ασχολούμενος χρόνια με την έννοια της ουτοπίας, δοκίμασα έκπληξη όταν έπεσα πάνω στη φράση «εμψυχώνουσα αυταπάτη» από το βιβλίο του Μίκη Θεοδωράκη, Περί Τέχνης. Και έτσι άρχισα να ξετυλίγω το νήμα της προσήλωσής του στην ουτοπία και της εγκάρσιας σχέσης του έργου του με την ιστορία. Στο συγγραφικό του έργο αποτυπώνεται η έγνοια για την ιστορικότητα της εποχής του και ο κριτικός στοχασμός γύρω από τα τυφλά σημεία, τα κενά του ιστορικού χρόνου, τα οποία αντιμετώπισε κάνοντας πάλι μουσική, εξακολουθώντας να πιστεύει στην ουτοπία.

Η αποσύνδεση της μουσικής από την πολιτική, στην περίπτωση του Θεοδωράκη, αποτελεί κοινό τόπο της πρόσληψης του έργου του. Και έτσι παραγνωρίζεται η πολύτομη συγγραφική του δουλειά, χώρια το εν πολλοίς άγνωστο, μεγάλης έκτασης αρχείο του. Η σχέση, όμως, της μουσικής με την πολιτική είναι ένα ζήτημα που δεν παρακάμπτεται. Αυτό το ερώτημα θέλησα να ανοίξω στη συνέντευξη μαζί του, που ακολουθεί.

 

-Κωνσταντίνος Ηροδότου: Κλεισμένος στο παιδικό σας δωμάτιο, τα χρόνια 1939-44 περάσατε μια περίοδο αυτομαθητείας στη μουσική, η οποία σας προκαλούσε αισθήματα μεγάλης ευφορίας. Παραλληλίσατε την εμπειρία αυτή με εκείνη των ερώτων της εφηβείας. Μπορείτε να μας μιλήσετε για αυτές τις ευτυχισμένες στιγμές;

 -Μίκης Θεοδωράκης: Η φύση είναι σοφή. Γι’ αυτό, σε κάθε ηλικία βρίσκει τρόπους που να σε κάνουν ευτυχή. Έτσι κι εγώ μπορώ να πω ότι και στην φυλακή είχα στιγμές ευτυχίας. Όμως η παιδική και η εφηβική ηλικία έχουν μέσα μου μια εντελώς ξεχωριστή θέση. Από μικρός ήρθα σε επαφή με μαγικά πράγματα. Όπως λ.χ. τα γραμματόσημα και ο «Άτλαντας» ή ο Ιούλιος Βερν. Έτσι, το μυαλό μου γέμισε με ταξίδια και μαγικούς τόπους. Γι’ αυτό, από πέντε χρονών ήθελα να πετάξω. Να γίνω πουλί για να βλέπω από ψηλά τον κόσμο. Και τελικά το πέτυχα με τη μαγεία της μουσικής. Αργοστόλι, Πάτρα, Πύργος, Τρίπολη. Από 10 έως 18 ετών ζούσα μέσα σε όνειρο. Γι’ αυτό, η μουσική, που ανακάλυψα μόνος μου τα χρόνια αυτά, έχει ακόμα μέσα μου ξεχωριστή θέση. Από ’κεί και πέρα, δηλαδή μετά το Ωδείο Αθηνών (1943-1947), η μουσική έχασε την ονειρική-μαγική της υπόσταση. Βεβαίως με γέμιζε, όμως με άλλον τρόπο. Πριν, πετούσα. Μετά, περπατούσα. Ώριμος πια, έβλεπα τα λουλούδια, τη θάλασσα και τα πουλιά. Πριν, εγώ ήμουν το λουλούδι, η θάλασσα και τα πουλιά.

 

-Από την άλλη πλευρά, από πολύ νωρίς περάσατε δια πυρός και σιδήρου. Το 1942 σας συνέλαβαν, σας χτύπησαν και σας φυλάκισαν οι Ιταλοί φασίστες. Στη Μεσσαρά, το 1944, πληροφορηθήκατε ότι σκοτώθηκε ο παιδικός σας φίλος Μάκης Καρλής από νάρκη. Πώς αντιμετωπίσατε το ίχνος αυτό του θανάτου και πώς επηρέασε τη σύνθεση της Πρώτης Συμφωνίας σας;

 -Ως το 1943 φοβόμουν τους ανθρώπους. Τον Μάρτιο του 1943 τους γνώρισα στην φυλακή και, αμέσως, ένα νέο όραμα γεννήθηκε μέσα μου: Η ιδανική πολιτεία! Τυλίχτηκα με ορμή μέσα στα γεγονότα, ακόμα και όταν βεβαιώθηκα ότι κυνηγούσα μια ουτοπία! Ο συγκλονισμός μου, ύστερα από το θάνατο του Μάκη Καρλή, έγινε μέρος του ανθρώπινου ορατόριου στο οποίο είχα μεταλλαχθεί. Η μουσική που έγραφα τότε ήταν βιωματική. Εξέφραζε δηλαδή τις ιδέες και τις πράξεις μου. Εγώ ήμουν το πεντάγραμμο και εγώ οι νότες, δηλαδή ο βίος του οραματιστή που σφαδάζει μέσα στο καμίνι της δοκιμασίας. Και στη χούντα ακόμα, η δύναμη της δοκιμασίας με έκανε να θεωρώ ως μουσική τον εσταυρωμένο για τις ιδέες του και τις πράξεις του εαυτό μου… Με τον τρόπο αυτόν νομίζω ότι ερμήνευσα πιστά τον Νίκο Καζαντζάκη, που είπε το ανατριχιαστικό: «Να κάνεις αυτό που δεν μπορείς·). Και γι’ αυτό θεωρώ ότι η καθυστερημένη γνωριμία μου με τους ανθρώπους ήταν κάτι (ακόμα και ως σήμερα) που δεν μπορούσα και δεν μπορώ να κάνω! Δεν αρνούμαι τον εαυτό μου, όμως τώρα, στην κρίσιμη ώρα που ζω, θεωρώ ότι αυτό το βάρος του «Δεν μπορώ» υπήρξε μια δραματική και καταστροφική επιλογή για όποιον είχε, όπως είχα εγώ, τη σπάνια εύνοια πρώτα να είμαι και μετά να βλέπω τα λουλούδια, τις θάλασσες και τα πουλιά, για να τα κάνω μουσική!

 

-Στις 26 Μαρτίου 1949, ο μοίραρχος χωροφυλακής που σας οδήγησε στο Α’ Τάγμα Μακρονήσου σας ψιθύρισε: «Παιδί μου, είναι κανίβαλοι, είναι κανίβαλοι, είναι κανίβαλοι…» Τι σήμανε τότε για σας αυτή η φράση; Ξανασυναντήσατε την ίδια στάση στους μετέπειτα φρουρούς σας;

-Τον πόνεσα και τον αγάπησα τον άνθρωπο αυτόν που αποκάλυψε την ανθρωπιά του μέσα σ’ εκείνη την κόλαση χωρίς να υπολογίζει το μεγάλο κόστος που έμελλε να πληρώσει. Τον άρπαξαν ξαφνικά και τον έσυραν πάνω στα αίματα. Και ασφαλώς τον χτύπησαν άγρια. Όχι, δεν τον ξαναείδα.

 

-Το 1959, στο 3ο τεύχος της Κριτικής, δημοσιεύσατε το πολύκροτο άρθρο «Ελληνική μουσική: έτος (περίπου) μηδέν». Σε ποιο έτος βρίσκεται, 60 χρόνια μετά, η ελληνική μουσική;

-Είμαι κι εγώ μέρος της ελληνικής μουσικής. Γι’ αυτό πιστεύω ότι εσείς πρέπει να απαντήσετε σ’ αυτή σας την ερώτηση.

 

-Μετά την πρωτοφανέρωτη σύζευξη λαϊκής μουσικής και ποίησης με τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου, το 1958, ακολούθησε, το 1961, το έργο σας «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού». Ήταν ένα νέο θεατρικό είδος; Για τα τραγούδια του νεκρού αδελφού γράψατε πως «σχημάτιζαν ένα μικρό δάσος όπου μπορούσαν να ζήσουν και να πεθάνουν πουλιά, μύθοι και άνθρωποι». Πεθαίνουν οι μύθοι; Αν πεθαίνουν, μπορούμε να φτιάξουμε καινούργιους;

 -Όχι. Δεν πεθαίνουν οι μύθοι αλλά μονάχα αυτοί που δεν τους βλέπουν. Ή δεν θέλουν να τους δουν. Με «το Τραγούδι του νεκρού αδελφού» θέλησα να εξοπλίσω πνευματικά τους Έλληνες με τον δικό τους σύγχρονο και αιματοβαμμένο μύθο. Τον εμφύλιο πόλεμο. Έναν ελληνικό μύθο που ήταν συνέχεια των αρχαίων μύθων, πάνω στους οποίους στηρίχτηκε η αρχαία ελληνική τραγωδία. Σαν να ήθελα να του πω του Νεοέλληνα, «σήκωσε το κεφάλι, πάρε θάρρος. Κατοικείς στα ίδια χώματα που κάποτε τα πατούσαν ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης…».

Συνενώθηκαν τότε (1962) τα ιερατεία της Δεξιάς, του Κέντρου και της Αριστεράς για να κλείσουν το θέατρο που ως τότε ήταν πρώτο σε θεατές-ακροατές. Ακόμα και ως προχτές που ξανανέβηκε η παράσταση στο Badminton, συναντήσαμε το ίδιο πάθος. Έως τα 1962, η Δεξιά ξεχώριζε τους Έλληνες σε καλούς και σε κακούς με την αστυνομία. Μετά τα Μνημόνια, μας μπέρδεψε η στάση του ΣΥΡΙΖΑ. Σήμερα, μετά την ήττα του στις τελευταίες εκλογές, η Αριστερά ενωμένη γύρω από το δόγμα του ταξικού μίσους και πάλι μας ξεχωρίζει σε καλούς και κακούς, με αποτέλεσμα η χώρα μας να παραμένει στάσιμη και ο λαός μας να πλατσουρίζει μέσα σε ένα τέλμα.

Απορώ που κανένας δεν ανατριχιάζει ακούγοντας τη λέξη «Τραγούδι» που μας παραπέμπει κατ’ ευθείαν στη λέξη « Τραγωδία»!

Όταν μπήκα στο στίβο του τραγουδιού, από τον Επιτάφιο κιόλας, θεώρησα ότι η σύζευξη της μελωδίας με την ποίηση μας οδηγούσε σε μια νέα αναγέννηση, καθαρά ελληνική. Ξεκίνησα λοιπόν από την πρώτη φόρμα, τον Κύκλο Τραγουδιών. Για να οδηγηθώ σε μια νέα φόρμα που την ονόμασα Λαϊκή Τραγωδία.

Με το Τραγούδι του νεκρού αδελφού θέλησα να εμπλουτίσω τον νεοέλληνα θεατή με την πρόσμιξη του νεοελληνικού λαϊκού τραγουδιού, δηλαδή του μέλους, με το μύθο. Γιατί θεωρώ ότι οι τρεις πρωταγωνιστές, η Μάνα και οι δύο εχθροί-αδελφοί (και από τις δυο πλευρές του πολέμου), αναδείχθηκαν σε αιώνια μυθικά σύμβολα όπως η Ιοκάστη, ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης. Μυθικά πρόσωπα – σύμβολα της αρχαίας και της σύγχρονης Ελλάδας. Και πίστευα ότι την αποκάλυψη αυτή θα την αγκάλιαζαν τόσο οι ποιητές μας όσο και οι τραγουδοποιοί που κατέβαιναν προς τη θάλασσα του μνημειακού έργου ωσάν δύο παράλληλα ρυάκια, με κίνδυνο να σταματήσουν πριν γνωρίσουν αυτή τη θάλασσα. Ομολογώ ότι έπεσα έξω. Το εγχείρημά μου έμεινε μετέωρο.

Πάντως, εγώ συνέχισα σε μια τρίτη φόρμα, το Λαϊκό Ορατόριο. Δηλαδή, εκτός από τη σύζευξη ποίησης και μέλους, προχώρησα και στη σύζευξη του λαϊκού με τον συμφωνικό και χορωδιακό ήχο, και ακόμα με την παρουσία του αυτοτελούς Λόγου.

 

-Γιατί;

-Για πολλούς λόγους.

Πρώτον. Ας πάρουμε τα τρία αποσπάσματα που αναγιγνώσκει ο Ηθοποιός στο Άξιον Εστί. Ήθελα το κοινό να μάθει να ακούει το Λόγο όπως γινόταν κάποτε σε περιόδους πνευματικής ακμής.

Δεύτερον. Γιατί πίστευα ότι η βαθύτερη ταξική αντίθεση έχει πολιτιστικό χαρακτήρα. Την περίοδο της μεσαιωνικής και της μεγαλοαστικής Ευρώπης, η υψηλή τέχνη όπως η ποίηση, η ζωγραφική, το θέατρο και η συμφωνική μουσική υπήρξαν αποκλειστικά περιουσία των λογής λογής ηγεμονικών κύκλων των λαών της Ευρώπης. Ιδιαίτερα η συμφωνική μουσική, δηλαδή η αρχιτεκτονική των ήχων, ήταν το μοναδικό επίτευγμα της Ευρώπης. Ενώ όλες τις άλλες τέχνες τις πήραν από τους Έλληνες.

Έτσι, πίστευα και πιστεύω ότι, σμίγοντας τον συμφωνικό ήχο με τον λαϊκό, επιτελούσα μια επαναστατική πράξη, καθώς έριχνα τα τείχη που χώριζαν το λαό από την άρχουσα τάξη στον τομέα της τέχνης. Αυτή η τρίτη φορά προς την κατεύθυνση μιας καθαρά νεοελληνικής φόρμας ονομάζεται Άξιον Εστί.

 

-Το 1966, όταν δημιουργήσατε το Πολιτιστικό Κέντρο Πειραιά, θέσατε σε εφαρμογή ένα πολιτικό και πολιτιστικό όραμα που έμελλε να αποδειχθεί ουτοπικό, αυτό της αναγέννησης της αρχαίας Αθήνας. Αναρωτιέμαι αν σε αυτό το όραμα μπορούμε να συνοψίσουμε εν τέλει τον τύπον των ήλων της φιλοσοφίας σας.

-Δεν ήθελα να κάνω κάτι ανάλογο με την αναγέννηση της Αρχαίας Αθήνας. Η πρόθεσή μου ήταν να παρουσιαστούν όλες οι γνωστές μορφές της ελληνικής μουσικής ξεκινώντας από το Βυζάντιο και συνεχίζοντας με το ακριτικό-δημοτικό τραγούδι έως σήμερα. Μια απόπειρα αυτογνωσίας του αμύθητου μουσικού πλούτου των Ελλήνων.

 

-Ας μιλήσουμε για το παρόν της μουσικής και της πολιτικής. Στη φιλοσοφία λεγόταν παλιότερα πως, για να καταλάβει κανείς τι σημαίνει «εμείς», δηλαδή συλλογικός εαυτός, αρκεί να πάρει το παράδειγμα της μουσικής. Σήμερα, η μουσική όχι μόνο κυκλοφορεί σχεδόν αποκλειστικά στο διαδίκτυο και την ακούμε με ακουστικά, αλλά δημιουργείται συχνά στον υπολογιστή. Πώς βλέπετε αυτή την εξέλιξη; Βλέπετε το ενδεχόμενο ενός οριστικού τέλους του συλλογικού, κοινωνικού χαρακτήρα της μουσικής ή μπορούμε ίσως να ελπίσουμε ότι στο μέλλον μέσω των υπολογιστών θα συγκροτηθούν νέοι τρόποι και τόποι του «εμείς»; Ως προς την πολιτική, στις 5 Σεπτεμβρίου 1969, όντας εξόριστος από τη χούντα στο χωριό Ζάτουνα της Αρκαδίας, γράφετε με παραδειγματικό κριτικό τόνο: «Λυπάμαι ειλικρινά που κατέληξα σ’ ένα τόσο απαισιόδοξο συμπέρασμα, δηλαδή στους σύγχρονους μύθους για τη δημοκρατία, την εθνική ανεξαρτησία, τη λαϊκή κυριαρχία – με μια λέξη, την ελευθερία. […] Τα περιθώρια είναι στενά, πολύ στενά. Όμως παρ’ όλα αυτά, αξίζει ο κόπος ν’ αγωνιστεί κανείς γι’ αυτά, γιατί αποτελούν το ζωτικό μίνιμουμ για μια ανθρώπινη ζωή. Επομένως, θέλω να τονίσω εδώ ότι η απαισιοδοξία μου ως προς τα μεγάλα ιδανικά δεν μετριάζει καθόλου τον ενθουσιασμό μου για τον αγώνα ενάντια στο φασισμό, τον ιμπεριαλισμό, τη δικτατορία κ.ο.κ. Όμως, από εκεί και πέρα, πρέπει να το ομολογήσω, η πίστη μου ράγισε. [. ] Σταματώ εδώ γιατί νομίζω ότι δεν θα πρέπει να προτρέχω. Άλλωστε, έχω όλο τον καιρό να σκεφτώ ακόμα πολύ.» (Το Χρέος, τ. Β’). Αφήσατε σε εκείνα τα δύστηνα χρόνια το πολύ δύσκολο αυτό ζήτημα ανοιχτό. Σήμερα, μισό αιώνα μετά, πού σας οδηγεί ο στοχασμός σας;

 -Αυτός ο ηχητικός κορεσμός κατά 90% δεν είναι μουσική αλλά μονάχα ήχοι. Περίβλημα μουσικής, ήχοι επιδερμικοί, επιφανειακοί. Δεν είναι τέχνη. Επομένως, η σημερινή κρίση δεν είναι κρίση της τέχνης αλλά κρίση της σύγχρονης κοινωνίας. Το ίδιο συμβαίνει και με τη φιλοσοφία. Με τις ιδέες. Με τον μονοδιάστατο άνθρωπο, που λόγω της έλλειψης ελεύθερου χρόνου είναι άδειος από ανθρωπομονάδες. Για όλα αυτά μιλώ στο πόνημά μου Αντιμανιφέστο, καθώς και με τη φιλοσοφική μου ενασχόληση με αντικείμενο την έξοδο από την κρίση σε πανανθρώπινο επίπεδο. Πράγματι, μετά τον αγώνα μου για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, βρέθηκα μπροστά σε ένα κενό. Το οποίο αντιμετώπισα συνθέτοντας μουσική για τους ακροατές του μέλλοντος.

 

Το 1976 στο έργο σας Περί Τέχνης γράφετε: «Τη στιγμή που η νεολαία μας οδηγείται να μπει μέσα στο σφαγείο-μηχανή, τι μας υπόσχονται; Καλύτερη διαχείριση! Το δικό μας σφαγείο-μηχανή θα λειτουργεί με βάση την ισοτιμία και τα δικαιώματα των σφαγιαζομένων-εργαζομένων, μας λένε. Είναι οι μελλοντικοί κύριοι υπουργοί, γενικοί διευθυντές, αστυνομικοί διοικητές μας. Εν ονόματι του λαού και της “επανάστασης” βεβαίως». Τούτο θα μπορούσε να είχε γραφτεί σήμερα. Η λέξη «διαχείριση» έμελλε στα χρόνια που ακολούθησαν όχι μόνο να καθορίσει αλλά να αντικαταστήσει την έννοια της πολιτικής. Βιώσατε γύρω σας το σταδιακό ξεθώριασμα των λέξεων πολιτική, επανάσταση, αντίσταση… Μπορούμε σήμερα να έχουμε πίστη σε κάτι;

-Μόνο στον ολοκληρωμένο άνθρωπο και στις ιδέες. Για όλα αυτά μιλώ στα βιβλία μου Μονόλογοι και Διάλογοι (εκδόσεις Ιανός) και στον Γ’ και Δ’ τόμο από τα τέσσερα βιβλία που κυκλοφόρησαν πρόσφατα με το Βήμα της Κυριακής.

 

-Το 1997 παραχωρήσατε το προσωπικό σας αρχείο στη Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας «Λίλιαν Βουδούρη». Φυλάσσατε στο σπίτι τις παρτιτούρες μαζί με τα πολιτικά σας γραπτά; Πώς τα είχατε ταξινομημένα; Η παραχώρηση του αρχείου σας ήταν για σας ένας αποχωρισμός; Νιώσατε μετά άδειο το σπίτι σας;

 -Στα 1997 δώρισα στη Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη το σύνολο του έργου μου (γύρω στις 100.000 σελίδες). Όταν άδειασε το σπίτι μου, ένιωσα σαν να έχασα ξανά τη μητέρα μου και τον πατέρα μου μαζί. Έγινα ψυχικά ορφανός και πνευματικά βαθιά τραυματισμένος. Και έτσι παρέμεινα επί 22 χρόνια έως σήμερα, καθώς το έργο μου παραμένει στα υπόγεια και στον στενό χώρο της Βιβλιοθήκης αντί να εκτεθεί και να προβάλλεται στο κοινό με κάθε τρόπο, όπως αναγράφεται σαφώς στη σύμβαση δωρεάς ως υποχρέωση αυτών που το ανέλαβαν, σύμβαση που υπέγραψε ο ίδιος ο Χρήστος Λαμπράκης, ο οποίος ήταν πρόεδρος του Σωματείου Φίλων της Μουσικής αλλά και του ΟΜΜΑ.

Η αλήθεια είναι ότι ο Χρήστος Λαμπράκης είχε ξεκινήσει, και μάλιστα δυναμικά, την προσπάθεια αυτή παρουσιάζοντας στο Μέγαρο Μουσικής τις δύο μου όπερες, Αντιγόνη και Λυσιστράτη. Όμως, δυστυχώς, οι διάδοχοί του αγνόησαν τη Σύμβαση Δωρεάς και σταμάτησαν τη δημόσια έκθεση και παρουσίαση του έργου μου. Έτσι είναι πάνω από 20 χρόνια που υφίσταμαι αδιαμαρτύρητα αυτή τη σκληρότατη για μένα και το έργο μου δοκιμασία.

Και μετανοώ, γιατί στα 1992, όταν παρουσιάστηκε η Ηλέκτρα μου στο Λουξεμβούργο, μου πρότειναν να πάρουν το αρχείο μου να το διαφυλάξουν σε ένα πραγματικό μικρό παλάτι μαζί με μια ομάδα μουσικολόγων, προκειμένου όχι μόνο να διασωθεί αλλά και να προβληθεί. Τότε αντέδρασε η γυναίκα μου αλλά και οι φίλοι μου, οι οποίοι πρότειναν στον Λαμπράκη να ενεργήσει, ώστε το έργο να μείνει στην Ελλάδα.

Το δυστύχημα για μένα ήταν η απώλεια του μεγάλου φίλου της μουσικής μου, σε συνδυασμό με την αδιαφορία των διαδόχων του. Έτσι, σήμερα, εξακολουθώ να είμαι άγνωστος, τόσο ως συνθέτης όσο και ως διανοούμενος. Εάν προσθέσουμε σ’ αυτή τη στάση των υπευθύνων του Μεγάρου τις διώξεις εκ μέρους της πολιτείας και των κομμάτων, θα καταλάβετε το μέγεθος της καταστροφής που υφίσταμαι κατά καιρούς και αναλόγως με τις συνθήκες της πολιτικής μας ζωής. Διότι, αν και συνθέτης, δεν ξέχασα ποτέ το χρέος μου απέναντι στην πατρίδα μου και τη θέλησή μου ως ελεύθερος πολίτης που αισθάνομαι και είμαι, να έχω λόγο και παρουσία μέσα στο εθνικό, κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι με τη σφραγίδα της αυτοτελούς, ελεύθερης και αδέσμευτης παρουσίας.

 

-Καταστρέψατε ποτέ κάποιο έργο σας; Υπάρχει κάποιο τμήμα που δεν επιθυμείτε να δημοσιευθεί;

-‘Οχι

 

-Το 2009 επανεκδώσατε τη βιογραφία σας «Οι δρόμοι του Αρχάγγελου» στις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Ακολούθησε το 2011 στις ίδιες εκδόσεις το τρίτομο έργο σας, «Το Χρέος». Μαζί με τη μουσική σας δημιουργία, υπάρχει μια σειρά πολιτικών και μουσικών δοκιμίων, αλλά και ποιημάτων -οι δύο εκδόσεις που αναφέρθηκαν δεν εξαντλούν ασφαλώς τη βιβλιογραφία σας-, ένα πολυδιάστατο συγγραφικό έργο. Προτεραιότητα, όμως, δόθηκε στη μουσική σας. Ο καιρός μας με τα πολιτικά πάθη, καθώς και, από την πλευρά των μελετητών, η έλλειψη απόστασης από τα πράγματα θέτουν ακόμη εμπόδια στην πρόσληψη του συγγραφικού σας έργου και την ιστορική προσέγγιση της πορείας αλλά και της εποχής σας. Σας λυπεί αυτό ή, εκπληρώνοντας το χρέος της δημοσίευσης, έχετε εμπιστοσύνη στο χρόνο και στους ανθρώπους;

-Βεβαίως και με λυπεί. Και χαίρομαι που και εσείς πιστεύετε ότι «δεν εξαντλούμαι» από την υπάρχουσα παρουσία πάσης φύσεως, θα πρόσθετα εγώ. Να γιατί η έκθεση των 100.000 μουσικών και άλλων γραπτών μου θα βοηθούσε ώστε να αποκαλυφθεί στο μεγαλύτερο μέρος του ο πραγματικός και αληθινός εαυτός μου. Σήμερα, ελάχιστοι με γνωρίζουν. Και πολύ λίγοι πιστεύουν, όπως εσείς, ότι η δημόσια εικόνα μου είναι ελλιπής. Άλλωστε οι ερωτήσεις σας φανερώνουν αυτή την πραγματικότητα στην προσπάθειά σας να «αλιεύσετε» κάτι επιπλέον από αυτό που υποψιάζεστε.

 

-Σχεδιάζετε αυτόν τον καιρό κάποια έκδοση;

-Εγώ όχι. Γνωρίζω όμως ότι δυο φίλοι, και γνώστες του ποιος είμαι τελικά, ετοιμάζουν δύο βιβλία που με αφορούν. Επίσης, στον τομέα της φιλοσοφίας, ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Παναγιώτης Δόικος, που τόλμησε να διδάξει τη «Συμπαντική αρμονία», ετοιμάζεται να εκδώσει τα συμπεράσματα από τη διδασκαλία αυτή, που πρέπει να πω ότι είναι εμπλουτισμένη με τη δική του πλούσια φιλοσοφική σκέψη. Παράλληλα, ο πρύτανης του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου, Κώστας Γουλιάμος, με τον οποίο συνυπογράφουμε τη μελέτη που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Gutenberg με τίτλο «Στη διαλεκτική της αρμονίας», συνεχίζει την παρουσίαση της κοινής μας φιλοσοφικής μελέτης στην Ελλάδα και στον διεθνή χώρο. Ήδη, το βιβλίο «Στη διαλεκτική της αρμονίας» έχει μεταφραστεί στη… Βραζιλία και πρόκειται να εκδοθεί.

 

-Συνδυάσατε σε όλη σας τη ζωή τη μουσική, με την πολιτική και την αιματηρή προσωπική στράτευση στους συλλογικούς αγώνες. Έχω την αίσθηση ότι μιλώ με έναν άνθρωπο που συγκεφαλαιώνει μιαν άλλη, πλατιά εποχή. Εσείς άραγε αισθάνεστε σήμερα κάποιες στιγμές εξόριστος ή ξένος σε τούτο τον κόσμο;

-Απολύτως! Γιατί ευτύχησα να ζήσω στην εποχή του ΕΑΜ, που υπήρξε η ελληνική εκδοχή της ιδεολογίας της Αριστεράς. Μετά το τέλος του Εμφυλίου, άρχισε η παραμόρφωση των ιδεών του ΕΑΜ με αποτέλεσμα, στη σημερινή εποχή, να υπάρχουν κάποιοι κατ’ όνομα μόνο «αριστεροί», που δεν έχουν παρά ελάχιστα κοινά με την ουσία της πραγματικής Αριστεράς την οποία χτίσαμε κυριολεκτικά με το αίμα μας. Όμως εγώ είμαι και θα είμαι μέχρι τέλους πιστός στην Αριστερά του ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ.

 

-Αν είχα μια ερώτηση μόνο να σας θέσω, θα σας ρωτούσα από πού αντλείτε αυτή τη δύναμη και είστε, όπως άλλωστε σας περιγράφει ο Γιάννης Ρίτσος, «πάντα σε έξαρση […], μια τεντωμένη χορδή αέναα παλλόμενη, αδιάκοπα ανταποκρινόμενη στο πιο ανεπαίσθητο νεύμα της ιστορίας, σε κάθε νεύμα από το “μέσα” του κόσμου»;

-Είναι δύσκολο να απαντήσω γιατί είμαι αυτός που είμαι, επομένως δεν μπορώ να γνωρίζω το πώς και το γιατί είμαι αυτός που είμαι.

 

Θερμές ευχαριστίες στη Ρένα Παρμενίδου για τη βοήθειά της στη διεξαγωγή αυτής της συνέντευξης.

the books’ journal #106 [Φεβρουάριος 2020] σελ.47

Back To Top