skip to Main Content
Το τροπάριο της Κασσιανής του Μίκη Θεοδωράκη

Ο Μίκης Θεοδωράκης, σε ηλικία 17 ετών έγραψε το πρώτο πολυφωνικό του έργο, που ήταν το τροπάριο της Κασσιανής για τετράφωνη χορωδία.

Τη Μεγάλη Τρίτη του 1942 στην εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας στην Τρίπολη έγινε η πρώτη δημόσια εκτέλεσή του. Μάλιστα επικράτησε σε διαγωνισμό μεταξύ τριών Κασσιανών που ψάλθηκαν στις εκκλησίες της Τρίπολης.

40 χρόνια μετά ο Θεοδωράκης επιστρέφει στην Τρίπολη και αναπαλαιώνει το έργο. Στη φωτο στην εκκλησία του του Αγ.Βασιλείου στην Τρίπολη στις 27 του Μάρτη του 1983 διδάσκει «το τροπάριο της Κασσιανής».


Η μάχη των Κασσιανών

Για το γεγονός γράφει ο Μίκης Θεοδωράκης στην Αυτοβιογραφία του «Οι Δρόμοι του Αρχάγγελου» Τόμος Α’, σ. 105-6

«Στα 1942, τη Μεγάλη Τρίτη, η Τριπολιτσά είχε αναστατωθεί από τη μάχη των τριών Κασσιανών, όπως την ονόμασαν. Το τύπωμα και το μοίρασμα διαφημιστικών προκηρύξεων, που προκάλεσε την παρέμβαση των αρχών κατοχής και ο αφορισμός από το δεσπότη του Γιάννη Κούρου με την απαγόρευση να δοθεί η «Κασσιανή» του στη μητρόπολη, προσέδωσε εκρηκτικό χαρα­κτήρα στην ατμόσφαιρα. Εκτός από τον Κούρο, ο καθηγητής μου κ. Παπασταθόπουλος είχε γράψει τη δική του «Κασσιανή», που θα την ερμήνευε ο ΜΟΤ (Μουσικός ‘Όμιλος Τριπόλεως) στον Προφήτη Ηλία, κι εγώ τη δική μου, που θα τη δίναμε στην Αγία Βαρβάρα. Ο Κούρος βρήκε τελικά κάποιο ξωκλήσι. Το έργο του ήταν στηριγμένο στην Αρκαδική Μουσική, δηλαδή μια απλούστευση της βυζαντινής, δικής του επινοήσεως. Ο ίδιος ήταν καθηγητής ιχνογραφίας στο γυμνάσιο, δεξιός ψάλτης στον Αη-Βασίλη, τη μητρόπολη, και κυρίως μέγας τραγουδιστής, με ειδικότητα τα επιτραπέζια «κολοκοτρωναίικα», όπως είναι γνω­στά. Πολύ ψηλός, ξερακιανός, θυμόσοφος, καλαμπουρτζής και γερό ποτήρι, αποτελούσε ένα ζωντανό θρύλο. Στην «Κασσιανή» του, στη φράση «ως εν τω Παραδείσω», είχε βάλει φωνές που έκαναν «τσίου-τσίου», δηλαδή τα πουλιά του Παραδείσου, πράγ­μα που έδινε χειροπιαστά την εικόνα και ίσως γι’ αυτήν την τόλμη ο δεσπότης τον αφόρισε: Δεδομένου ότι η βυζαντινή τέχνη θα πρέπει να παραμένει απογυμνωμένη από ειδωλολατρικά τερ­τίπια, όπως είναι τα «πουλάκια» ή τα μουσικά όργανα ή μια νέα αντίληψη για τη μελοποίηση, που να ξεφεύγει από τα ιερά πρό­τυπα και την παράδοση της εκκλησίας.

Η σύνθεση της δικής μου «Κασσιανής» έγινε στις αρχές του 1942. Τότε είχα μια δική μου τετράφωνη χορωδία στην Αγία Βαρβάρα, για το μέρος της Λειτουργίας. Έγραφα «Χερουβικά», «Σε υμνούμεν» και άλ­λα μέρη. Άρχισα τις πρόβες αμέσως. Κάθε φωνή ξεχωριστά. Έτσι κάθε μέρα δούλευα τέσσερις ώρες μόνο για τις φωνές. Ανακάλυψα και ένα θαυμάσιο βαρύτονο — ήταν μόνιμος επιλοχίας — για τον οποίο έγραψα ένα μεγάλο σόλο. Στη δική μας εκτέλεση, στην Αγία Βαρβάρα, χάρη στον πατέρα μου, ήρθαν οι αρχές της πόλης. Ο Παπανούτσος μας έφερε την ιντελιγκέντσια. Ο κόσμος πατείς με πατώ σε. Ψάλαμε από το γυναικωνίτη με μεγάλο τρακ και συγκίνηση. Ακόμα θυμάμαι το φάλτσο που έκανε ο Τάκης, που ως συνήθως τραγουδούσε πάντα λίγο χαμηλά. Τον είδα να τεντώνει το λαιμό του και είπα: «Τώρα θα το κάνει», και το έκανε. Αυτό έσπασε τη μαγεία της στιγμής. Ο Παπανούτσος, όλος χαρά, μας έσφιγγε τα χέρια στο προαύ­λιο της αυλής. Μετά και οι τρεις χορωδίες σμίξαμε σε μια υπό­γεια ταβέρνα. Φάγαμε, ήπιαμε και, οι αθεόφοβοι, ψάλαμε και τις τρεις «Κασσιανές». Η συναυλία Μεϊντανή επαναλήφθηκε σε λίγο καιρό, σε κεντρικό κινηματογράφο.

Εκτός από το ελληνικό κοινό ήρθαν σχεδόν όλοι οι Ιταλοί αξιωματικοί, από τους οποίους ένας μουσικός-μαέστρος θέλησε να με γνωρίσει καλύτερα και παρακολουθούσε τις πρόβες της εκκλησιαστικής χορωδίας. Στον ίδιο κινηματογράφο, εκείνη την εποχή, παίχτηκε ένα γερ­μανικό φιλμ με φόντο την εκτέλεση της «Ένατης» του Μπετόβεν.  Θυμάμαι ακόμα το σκηνικό. Ένα μεγάλο χολ, με άσπρες μαρ­μάρινες σκάλες, γεμάτες γυναίκες και άντρες τραγουδιστές. Έχασα τα μυαλά μου.

Από την άλλη μέρα κιόλας σηκώθηκα στην τάξη και δήλωσα στον κ. Λυκάκη, το μαθηματικό, που με εκτιμούσε ξεχωριστά, γιατί ως τότε παρακολουθούσα με πάθος την άλγεβρα και την τριγωνομετρία (ως και για τη θεωρία της Σχετικότητας κουβεν­τιάζαμε μαζί) — και του λέω: «Επειδή δε θέλω να σας κοροϊδέ­ψω, σας δηλώνω ότι από δω και στο εξής μ’ ενδιαφέρει μόνο η Μουσική. Αυτό το βιβλίο που κρατώ είναι βιβλίο Μουσικής. Κι εδώ θα διαβάζω τέτοια βιβλία. Τα μαθήματα του σχολείου δε μ’ ενδιαφέρουν. Ούτε τα μαθηματικά. Έρχομαι υποχρεωτικά. Αν θέλετε, μπορείτε να με αποβάλετε…».


Στην αναφερόμενη περιγραφή ο Θεοδωράκης συμπληρώνει αργότερα μερικές λεπτομέρειες σε συνέντευξή του στο Πάνο Γεραμάνη στα Νέα στις 22 Απριλίου του 2003

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Τροπάριο για τη Φιλία

Οι παλιοί Τριπολιτσιώτες θα θυμούνται ασφαλώς τη μάχη των «Τριών Κασσιανών», όπως την αποκάλεσαν τότε, λέει ο Μίκης Θεοδωράκης. «Πραγματικά, μέσα στη νύχτα της ξένης Κατοχής, στα 1942, στην Τρίπολη, τρεις χορωδίες παρουσίασαν τη Μεγάλη Τρίτη τρεις “Κασσιανές” τριών συνθετών που ζούσαν στην Τρίπολη, σε τρεις διαφορετικές εκκλησίες. Στον Προφήτη Ηλία ο Μουσικός Όμιλος Τριπόλεως με συνθέτη τον καθηγητή της Μουσικής και δάσκαλό μου Παπασταθόπουλο, στον Άγιο Βασίλειο ο δεξιός ψάλτης της Μητρόπολης, ο Κούρος, με δική του σύνθεση βασισμένη στην Αρκαδική Μουσική και τέλος ο υποφαινόμενος στην Αγία Βαρβάρα, όπου ήμουν μόνιμος διευθυντής της μικρής χορωδίας, προετοίμαζα τη δική μου “Κασσιανή”. Οι δικές μου πρόβες κράτησαν έναν ολόκληρο χρόνο. Στο μεταξύ ο Μητροπολίτης – δεν θυμάμαι για ποιο λόγο – είχε αφορίσει τον Κούρο που αναγκάστηκε να εκτελέσει το έργο του σ’ ένα ξωκκλήσι έξω από την πόλη.

Όσο πλησίαζε η μεγάλη μέρα, ανέβαινε ο πυρετός. Η κάθε εκκλησία, η κάθε χορωδία και ο κάθε συνθέτης είχε τους φανατικούς οπαδούς του. Ώς και παράνομες (απαγορευμένες από τις αρχές της Κατοχής) προκηρύξεις άρχισαν να μοιράζονται προκειμένου η μια εκκλησία να νικήσει την άλλη σε προσέλευση κόσμου, σε δημοσιότητα, σε λάμψη».

Όπως λέει στα «ΝΕΑ» ο Μίκης, «την εποχή εκείνη στην Τρίπολη λειτουργούσε η Παιδαγωγική Ακαδημία με διευθυντή τον Ευάγγελο Παπανούτσο, τον οποίο εγώ και η παρέα μου είχαμε παρακαλέσει να μας μυήσει στον κόσμο της Φιλοσοφίας. Ήμαστε δηλαδή, μαθητές του με την… αρχαϊκή έννοια της λέξης. Ο Παπανούτσος είχε παρευρεθεί στην πρώτη συναυλία μουσικής δωματίου με συνθέσεις μου που δόθηκε στο σπίτι του Ελληνοαμερικανού Μεϊντανή και μάλιστα στο τέλος σηκώθηκε και μίλησε με λόγια θερμά για τα έργα που άκουσε.  Έτσι και μόνο η παρουσία του Παπανούτσου στη δική μου “Κασσιανή” αποτελούσε ένα… στρατηγικό πλεονέκτημα, δεδομένου ότι όπου πήγαινε αυτός, ακολουθούσε σύσσωμη η τοπική… ιντελιγκέντσια! Λίγο πριν από την παρουσίαση του έργου ένας Αυστριακός αξιωματικός που δήλωνε μαέστρος στην Όπερα της Βιέννης ζήτησε να παρευρεθεί σε πρόβα που έγινε στο σπίτι μου. Ήρθε με άλλους δύο αξιωματικούς της Βέρμαχτ, κοίταξε προσεκτικά τις παρτιτούρες και μας παρακάλεσε να ξεκινήσουμε. Την τετράφωνη ανδρική χορωδία τη διηύθυνα εγώ, ενώ η νεαρή πιανίστα Αποστολάκη συνόδευε στο αρμόνιο. Το ενδιαφέρον των ξένων, που φαίνεται γνώριζαν καλά μουσική, κορυφώθηκε όταν τραγούδησε το σόλο του ο βαρύτονος Νίκος Σαλίβερος, μόνιμος λοχίας, στον οποίο ο αξιωματικός – μαέστρος έδωσε αμέσως την κάρτα του και τον κάλεσε… στη Βιέννη».

Η Μεγάλη Τρίτη ήταν μια υπέροχη ανοιξιάτικη μέρα. Θυμάμαι ότι είχαμε ανεβεί μαζί με τον σολίστ στο καμπαναριό για μια τελευταία πρόβα. Από ‘κεί βλέπαμε τον κόσμο να συρρέει και να γεμίζει τον κήπο της εκκλησίας, φορώντας τα γιορτινά του. Η χορωδία ήταν τοποθετημένη στον γυναικωνίτη κι εγώ διηύθυνα με την πλάτη στο κοινό. Πρόλαβα όμως να δω στις πρώτες θέσεις τον πολύτιμο Παπανούτσο, τον Νίκο Δεληβοριά, τον “σταρ” δικηγόρο και μετέπειτα δήμαρχο της Απελευθέρωσης και πολλές άλλες σημαντικές προσωπικότητες.

Απ’ τη μεριά του ο πατέρας μου, διευθυντής της Νομαρχίας, έφερε μαζί του το άνθος του υπαλληλικού κόσμου. Δικαστικούς, ταμειακούς, εφοριακούς, υπαλλήλους της Νομαρχίας και αξιωματικούς της Χωροφυλακής. Είχα μαζί μου το “κατεστημένο” της μικρής μας πόλης κι αυτό μου έδινε μια δίκαιη υπεροχή επί των… αντιπάλων μου. Πού να ήξερα ότι οι όροι θα ανατραπούν στη μέλλουσα ζωή μου ώστε ο πρώτος υπουργός που παρέστη ποτέ σε συναυλία μου να είμαι… εγώ ο ίδιος!».

Ο Μίκης Θεοδωράκης λέει ότι «στο τέλος της Ακολουθίας ο μέγας Παπανούτσος περιστοιχιζόμενος από τους εκλεκτούς του φίλους με περίμενε στον κήπο για να με συγχαρεί. Πόσοι έχουν απομείνει σήμερα από τους χορωδούς που ήσαν ως επί το πλείστον συμμαθητές μου; Νομίζω ότι δυστυχώς δεν έχει απομείνει παρά μονάχα ένας που ζει στην Τρίπολη συνταξιούχος, ο φίλος μου Τάκης Δημητρακόπουλος. Ο Γιώργος Κουλούκης, ποιητής της 7ης Συμφωνίας μου, Μακρονησιώτης κι αυτός, ο οποίος συμμετείχε στη χορωδία ως βαρύτονος, έφυγε την προηγούμενη εβδομάδα».  «Αυτοί οι Έλληνες είναι τρελοί…»

«Καθώς τα θυμάμαι όλα αυτά με μεγάλη συγκίνηση, μου ήρθε ξαφνικά στον νου», τονίζει ο Μίκης Θεοδωράκης, «η σκέψη ότι η “Κασσιανή” μου ήταν έργο Φιλίας. Πραγματικά το κίνητρό μου ήταν να γράψω ένα σύνθετο έργο για τους φίλους μου που τραγουδούσαν τότε τα πρώτα μου τραγούδια σε εκδρομές και καντάδες κάτω από τα παράθυρα των αγαπημένων μας κοριτσιών…

Ο Μίκης Θεοδωράκης μας ξαναγυρίζει πάλι στη… «μάχη» με τις τρεις «Κασσιανές»: «Θα πρέπει να πω ότι το ίδιο βράδυ οι τρεις “αντίπαλες” χορωδίες, οι τρεις συνθέτες κ.λπ. συναντηθήκαμε σε μια υπόγεια ταβέρνα, φάγαμε, ήπιαμε, φιληθήκαμε ιπποτικά μεταξύ μας και τέλος τραγουδήσαμε και τις τρεις “Κασσιανές” αφήνοντας την επόμενη μέρα άφωνους τόσο τους οπαδούς μας όσο και τις Αρχές Κατοχής που για πρώτη φορά στη ζωή τους είδαν να ξετυλίγεται μπροστά τους ένας αδυσώπητος μουσικός πόλεμος με ένα τέτοιο αναπάντεχο τέλος. Θα είπαν ασφαλώς μέσα τους “αυτοί οι Έλληνες είναι τρελοί…”».


Ακούστε εδώ το Τροπάριο της Κασσιανής σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη.

Χορωδιακό-Εκκλησιαστικό έργο για τετράφωνη μικτή χορωδία και ορχήστρα. Σολίστ: Κυριάκος Καλαϊτζίδης.

 

Το Τροπάριο της Κασσιανής

Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,

τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,

ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.

Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,

ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.

Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,

ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ

κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,

ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.

Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,

ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις

ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,

κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.

Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους

τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;

Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.

Back To Top