skip to Main Content

Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Αγοραστάκη «Το πνεύμα της Επανάστασης του ’21 και ο Μίκης Θεοδωράκης»[1]

Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι ο άνθρωπος που συνδέεται με πολλαπλές άμεσες και έμμεσες, φυσικές και πνευματικές συνδέσεις με την Ελληνική επανάσταση του 1821 και την κληρονομιά της. Ο άνθρωπος που εξέφρασε με το έργο του, καλλιτεχνικό και θεωρητικό, το πνεύμα της επανάστασης του ’21 στην εποχή μας και είχε την ισχυρότερη επίδραση στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης και της νεοελληνικής κουλτούρας.

Ο Μίκης Θεοδωράκης εντάσσεται πολύ νέος στην ΕΑΜική Αντίσταση, η οποία εμφανίστηκε ως «το νέο Εικοσιένα». Μέσα στο αγώνα θα διαμορφώσει οριστικά την προσωπικότητά του, την φιλοσοφία του, τα πιστεύω του και μαζί το περιεχόμενο της μουσικής του.

Με την μουσική του, με το λόγο του, αλλά και με το αγώνα του, στα κατοπινά χρόνια, θα εκφράσει επικαιροποιημένο το επαναστατικό πνεύμα του 1821. Θα γίνει ένας εθνικός συνθέτης, η φωνή της ελευθερίας και της αντίστασης, η φωνή της Ελλάδας που ζητά δικαιοσύνη, ο μελωδός της Ελληνικής ιστορίας.

Η αγωνιστική αφετηρία του Μίκη Θεοδωράκη είναι την 25η Μαρτίου του 1943

Μια από τις μεγάλες κινητοποιήσεις του ΕΑΜ μέσα στην κατοχή ήταν ο γιορτασμός της εθνικής επετείου την 25η Μαρτίου. Η μέρα αυτή με τον υψηλό συμβολισμό της, τόνιζε την αποφασιστικότητα των νεότερων Ελλήνων να ακολουθήσουν το παράδειγμα των επαναστατών του ’21 και ν’ αντιμετωπίσουν ανάλογα τον νέο κατακτητή.

«Για μας τους κομμουνιστές, για κάθε συνειδητό αγωνιστή, τούτη η επέτειος έχει τρανή σημασία. Μας φανερώνει ανάγλυφες τις συγκλονιστικές δυνάμεις των λαϊκών μαζών που με την πάλη τους είναι ο δημιουργός της ιστορίας», γράφει ο Γιάννης Ζεύγος σε άρθρο του «25 του Μάρτη 1821 – 25 του Μάρτη 1943: προς την ολοκλήρωση του εικοσιένα» που δημοσιεύτηκε στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση τον Απρίλιο του 1943[2].

Την μέρα αυτή, γίνονται μαζικές κινητοποιήσεις και συγκεντρώσεις στα μέρη που υπάρχουν ηρώα κι ανδριάντες ενάντια στην ξενική κατοχή. Οι κατοχικές κυβερνήσεις απαγόρευσαν αυτές τις κινητοποιήσεις και τις αντιμετώπισαν με βίαιο κι αιματηρό τρόπο.

Την περίοδο 1940-43 ο έφηβος Μίκης Θεοδωράκης βρίσκεται με την οικογένειά του στην Τρίπολη, η οποία είναι κάτω από Ιταλική κατοχή. Την 25η Μαρτίου του 1942 μαζί με τους συμμαθητές πραγματοποίησαν την πρώτη διαδήλωση ενάντια στους κατακτητές, μπροστά στο κενοτάφιο του Κολοκοτρώνη στην Τρίπολη. Η ανάλογη εκδήλωση διαμαρτυρίας που έγινε στην Αθήνα χτυπήθηκε βίαια από τις δυνάμεις Κατοχής. Στο ιστορικό γεγονός αυτό αναφέρεται ο Ελύτης στο «Άξιον εστί», «Η μεγάλη έξοδος» το σχετικό απόσπασμα όπου αναφέρονται «οι νέοι με τα πρησμένα πόδια»[3].

Στην επόμενη επέτειο της 25ης Μάρτη του 1943 θα γίνουν μεγάλες και δυναμικές κινητοποιήσεις οργανωμένες από το ΕΑΜ σ΄ όλη την κατεχόμενη χώρα. Έτσι έγινε και στην Τρίπολη. Τη μέρα αυτή ο 18χρονος Μίκης Θεοδωράκης -κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του Κολοκοτρώνη- είχε ραντεβού με την ιστορία του. Περιγράφει ο ίδιος[4]: «…έμαθα ότι η «μυ­στική οργάνωση» καλούσε το λαό να πάει στις 10 ακριβώς το πρωί στις 25 του Μάρτη στον τάφο του Κολοκοτρώνη… Πήγα στο κενοτάφιο. Μόλις φάνηκαν, από τα Δικαστήρια πρώτα, οι χωρο­φύλακες και μετά οι Ιταλοί με τις ξιφολόγχες στα όπλα, είδα τους πλαϊνούς μου να συγκλονίζονται σ’ ένα κράμα πατριωτι­σμού, έξαρσης και φόβου. Κάποιος είπε τον «Εθνικό Ύμνο» μας. Ένας άλλος, μάλλον ψάλτης, έβγαλε το διαπασών και φύσαγε το λα, να δώσει τόνο. Άρχισε το τραγούδι. Φάλτσα, όπως είναι φυσικό. Στο μεταξύ οι ένοπλοι πλησιάζουν. Πολλοί τρέχουν μέσα στο πευκοδάσος. Άλλοι φεύγουν από πίσω. Εγώ φυσικά κινούμαι από άλλα ελατήρια. Προσωπικά, υπαρξιακά. Δεν έχω εκείνη τη στιγμή την παραμικρή πατριωτική έξαρση. Κυρίαρχο αίσθημα είναι, θα ‘λεγα, η περιφρόνηση και η ανάγκη να τιμωρήσω τους τιμωρούς μου. Γι’ αυτό αποφασίζω να χτυπή­σω τον Ιταλό αξιωματικό, που έχει στο καπέλο φτερό και στο δεξί του χέρι πιστόλι. Οι φίλοι μου κραύγαζαν: «Μη! Μη! Φύγε, φύγε! Σκάσ’ το» κ.λπ. Όμως εγώ αγέρωχος συνομιλούσα ήδη με τις σκιές του Αχιλλέα και του Λεωνίδα. Φυσικά, με σπάσα­νε στο ξύλο. Πρόλαβα εν τούτοις και φώναξα: «Ζήτω η Σοβιετι­κή Ένωση», έτσι σαν μια ύψιστη πρόκληση, επηρεασμένος ως φαίνεται από την ανάγνωση της βιογραφίας του Λένιν, άλλα και τον ηρωικό αγώνα του κόκκινου στρατού που τον παρακολου­θούσαμε με κάθε δυνατή λεπτομέρεια. Μετά με μεταφέρανε σ ένα θερινό κινηματογράφο. Με ξαναχτύπησαν και όπως οι Ιταλοί ήταν πομπώδεις, μάζεψαν τον κόσμο στα πεζοδρόμια, με έδεσαν με βαριές αλυσίδες, μαζί με το συμμαθητή μου τον Μποτόπουλο (που έχει τώρα φαρμακείο στη Φωκίωνος Νέγρη) και μας πέρασαν σαν μυθικούς ήρωες μέσα από τους δρόμους, για να μας κλείσουν στην καραμπινιερία. …Στην ιταλική φυλακή προσγειώθηκα. Με βασάνισαν επιστημονι­κά, σχίζοντάς μου το δέρμα και βάζοντας αλάτι. Επενέβη ο κ. Βουγιουκλάκης και σώθηκα. Με μεταφέρανε σε ελληνική φυλα­κή όπου συναντήθηκα με εκπροσώπους του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Μυήθηκα, οργανώθηκα και, όταν βγήκα από τη φυλακή, έγινα γραμματέας στην οργάνωση του γυμνασίου μας. Ήταν το βά­φτισμα του πυρός…»

Λίγο αργότερα το καλοκαίρι του 1943 και πριν την αλλαγή φρουράς στην Τρίπολη μεταξύ Ιταλών και Γερμανών, ο Θεοδωράκης θα προλάβει και θα διαφύγει στην Αθήνα και δεν θα πέσει στα χέρια των Γερμανών οι οποίοι θα τον καταδικάσουν ερήμην σε θάνατο.

«Όταν ήρθα στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1943, -γράφει[5]– είχα κυρίως δύο στόχους. Ο πρώτος να σπουδάσω στο Ωδείο Αθηνών μουσική σύνθεση. Ο δεύτερος να συμβάλω με όλες μου τις δυνάμεις στην απελευθέρωση της πατρίδας μου. Η ένταξή μου στο ΕΑΜ με οδήγησε να γνωρίσω σε βάθος την ελληνική Αριστερά της εποχής εκείνης, που διένυε θα λέγαμε την παιδική της ηλικία.»

Η ένταξή του στην Αριστερά και στην Αντίσταση ήταν ένα φυσικό επακόλουθο της πατριωτικής του διαπαιδαγώγησης. Δεν χρειάστηκε καν να το σκεφτεί κι όταν ήρθε η ώρα «… πήδηξε στο τρένο της Αριστεράς που τότε έτρεχε μ’ ιλιγγιώδη ταχύτητα»[6].

Η Αριστερά στην Κατοχή αναδείχτηκε ως η μεγάλη πατριωτική δύναμη που οργάνωσε την αλληλεγγύη και την αντίσταση του λαού κατά των Γερμανών κατακτητών. Ο νεαρός Θεοδωράκης, μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ, του ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ, συμμετείχε ενεργά στην Αντίσταση και στις μεγάλες μάχες των Αθηνών, με κορυφαία την σύγκρουση του Δεκέμβρη του 1944.

Η περίοδος αυτή, ήταν μια περίοδος μεγαλείου και ανάτασης του ελληνικού λαού. Η νέα γενιά έμαθε τη ζωή και την πάλεψε στα άκρα. Πέρασε μέσα από φωτιά και σίδερο και στάθηκε παλικαρίσια απέναντι στον Χάρο. Είναι μια περίοδος που διαμορφώθηκαν οι συνειδήσεις, οι στάσεις ζωής, ξεπήδησαν ιδέες, οράματα κι αισθήματα, τα νέα πρότυπα, οι νέοι ήρωες, οι νέοι μάρτυρες. Στα μάτια των νέων η αντίσταση ήταν η συνέχεια του αγώνα του 1821. «…εμείς οι νέοι επαναστάτες -γράφει ο Θεοδωράκης[7]– στο νέο ΄21 της εθνικής μας αντίστασης, είχαμε ζήσει τους ήρωες της Επανάστασης με πρώτο και καλλίτερο τον νέο Κολοκοτρώνη, τον Άρη Βελουχιώτη… (είχαμε ζήσει) με τους νέους ήρωες και αγίους ποιητές και οραματιστές όπως ο Ρήγας Φεραίος, οι Φιλικοί, οι Μάρτυρες και οι Αγωνιστές».

Η γενιά του αγώνα, της θυσίας, της απελευθέρωσης, προδόθηκε, ηττήθηκε και θυσιάστηκε. Οι καλύτεροι πήγαν χαμένοι. «…Ζήσαμε όλ’ αυτά τα χρόνια -γράφει ο Θεοδωράκης[8]– αγκαλιά με τον πόλεμο, με τη στέρηση, με την πείνα και με τον φόβο. Μας οδήγησαν σε θαλάμους βασανιστηρίων και σε στρατόπεδα συγκέντρωσης για να τσακίσουν τις καρδιές μας, μας μπόλιασαν με την αγωνία και μας έριξαν στη σφαγή και την αλληλοσφαγή για να σβήσουν τα όνειρά μας και να λυγίσουν τη θέλησή μας. Μας στέρησαν τη χαρά της ζωής, τη χαρά τη δημιουργίας, μας στέρησαν το δικαίωμα της χαράς, το δικαίωμα της αγάπης.

Η ελληνική νεολαία, δίχως διάκριση, σύσσωμη φορτώθηκε στις πλάτες της, στα νεύρα της και στην καρδιά της αυτό τον μαύρο εφιάλτη, που είτε τον πεις Κατοχή και πόλεμο είτε τον πεις σφαγή και μίσος είναι το ίδιο ξένος στη ζωή, που προχωρεί και θριαμβεύει μέσ’ απ’ τη χαρούμενη και ειρηνική δουλειά και δημιουργία.

Όμως μέσα σ’ αυτή την πάλη και την αγωνία στερεώσαμε τον χαρακτήρα μας. Καθαρίσαμε τη σκέψη μας, φτιάξαμε το πρόσωπό μας, ένα πρόσωπο ξεπλυμένο από αυταπάτες, απλό και τίμιο, που διεκδικεί αυτό το απλό και τίμιο δικαίωμα για ζωή….»

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]  Γιώργος Αγοραστάκης, «Το πνεύμα της Επανάστασης του ’21 και ο Μίκης Θεοδωράκης», Εκδ. Πυξίδα, 2021, σελ.256-260

[2] «Η ψυχή του Κολοκοτρώνη ζει…» Η συμβολική βίωση του 1821 από την ΕΑΜική αντίσταση της Βασιλικής Λάζου, Αυγή-Αναγνώσεις, 24/3/2018 http://avgi-anagnoseis.blogspot.com/2018/03/blog-post_88.html

[3] «…Και η Άνοιξη ολοένα τους κυρίευε. Σαν να μην ήτανε άλλος δρόμος πάνω σ’ ολάκερη τη γη, για να περάσει η Άνοιξη παρά μονάχα αυτός, και να τον είχαν πάρει αμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά, περ’ απ’ την άκρη της απελπισιάς, τη Γαλήνη που έμελλαν να γίνουν, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες, και οι άντρες, και οι γυναίκες, και οι λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια. Και περάσανε μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα. Και θερίσανε πλήθος τα θηρία, και άλλους εμάζωξαν. Και την άλλη μέρα εστήσανε στον τοίχο τριάντα.»

[4] Θεοδωράκης Μίκης, Οι δρόμοι του Αρχάγγελου, τ. 1 -2, Εκδ. Κέδρος, 1986 (επανέκδοση 2009 τομ. 3, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) τομ. 1ος σελ.122-23 

[5] Θεοδωράκης Μίκης, Κοντογιώργης Γιώργος, Ελληνικότητα και «διανόηση», Εκδ. Ιανός, 2007, σελ. 46

[6] Ομιλία του Μίκη Θεοδωράκη κατά την αναγόρευση του σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Κρήτης Χανιά 1-8-2005, https://mikisguide.gr/mikis-theodorakis-ek-vatheon/

[7] ό.π. Θεοδωράκης, Κοντογιώργης, σελ. 37

[8] Θεοδωράκης Μίκης, Πολιτικά, Θεωρία και Πράξη, τομ.Γ’ Εκδ. εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 2019, Η γενιά μας: σελ. 351-62 & https://mikisguide.gr/mikis-theodorakis-i-genia-mas/

Back To Top