skip to Main Content
Μίκης Θεοδωράκης: Μαχόμενη κουλτούρα

Άρθρα του Μ.Θ. γραμμένα, στο Βραχάτι, 10 Ιουνίου 1968 και στο Λονδίνο 1965

Από το βιβλίο: Θεοδωράκης Μίκης, Πολιτικά, Θεωρία και Πράξη, τομ.Γ’ Εκδ. εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 2019, σελ. 285-294


Όσα προηγήθηκαν

Σήμερα, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, η κρίσιμη μάχη θα δοθεί ανάμεσα στον άνθρωπο και τον αντιάνθρωπο. Από την εποχή των σπηλαίων φτάσαμε επιτέλους μπροστά τη μεγάλη πύλη του ελευθερωμένου από την ανάγκη ανθρώπου. Δεν μας χωρίζει πια παρά μονάχα ένα σκαλοπάτι. Που μονομιάς έγινε άβυσσος. Έγινε ο μεγαλύτερος κίνδυνος απ’ όσους πέρασε ως σήμερα η άνθρωποι ητα. Το όπλο της τίγρης είναι τα νύχια. Ο άνθρωπος του Νεάντερνταλ είχε την πέτρα. Οι Έλληνες είχαν τα τόξα. Οι σταυροφόροι τις λόγχες. Ο Χίτλερ τα κρεματόρια. Τον αντιάνθρωπο στηρίζει η αδιαφορία των άλλων, και πρώτα απ’ όλα των δημιουργών• των πνευ-ματικών οδηγών.

Όμως είναι άραγε αδιαφορία ή κάτι βαθύτερο; Αν και ζούμε σε μια εποχή όπου κυριαρχούν τα μέσα ενημέρωσης και διαφωτισμού, ωστόσο από την επομένη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου οι μεγάλοι δημιουργοί όλο και λιγοστεύουν, η πνευματική παραγωγή απασχολεί όλο και λιγότερο τις μεγάλες μάζες.

Εδώ και πολύ καιρό τα μεγάλα γεγονότα που απασχολούν τη διεθνή κοινή γνώμη είναι ο πόλεμος, οι κοινωνικές αναταραχές και οι πολιτικές εξελίξεις. Πολύ λίγο τα επιστημονικά επιτεύγματα. Και σχεδόν καθόλου η καλλιτεχνική και πνευματική δημιουργική δραστηριότητα μεγάλα καλλιτεχνικά ονόματα βυθίζονται σταθερά στη λήθη.

Σ’ αυτή την κορυφαία στιγμή ό,τι αποτελεί τον σκληρό πυρήνα του ανθρώπου, ο δημιουργός του πολιτισμού, ο καλλιτέχνης, ο πνευματικός οδηγός είναι απών. Απέναντι στον αντιάνθρωπο που μας δολοφονεί, ο άνθρωπος, χωρίς την παρουσία του πνευματικού δημιουργού, παραμένει γυμνός και απροστάτευτος. Πού να οφείλεται άραγε αυτή η τραγική απουσία;

Τα τελευταία πενήντα χρόνια η ανθρωπότητα γνώρισε μια σειρά βαθιές αλλαγές, που δημιούργησαν μια καινούρια εποχή. Λαοί σκλάβοι έγιναν ελεύθεροι. Τάξεις υπόδουλες έγιναν κυρίαρχες. Μάζες υπανάπτυκτες γνώρισαν την πρόοδο. Αγροτικοί πληθυσμοί πέρασαν στη βιομηχανία. Οι επαφές πολλαπλασιάστηκαν. Η διακίνηση των γνώσεων, των ιδεών, των ειδήσεων και των μαζών πήρε χαρακτήρα πρωτοφανή.

Μονομιάς η Γη μας μίκρυνε. Τα σύνορα ουσιαστικά κατέρρευσαν. Η τυπογραφία, οι τηλεπικοινωνίες, η μαγνητοφώνηση έφεραν στις πύλες της πνευματικής δημιουργίας εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους.

Φαίνεται όμως ότι οι πνευματικοί δημιουργοί βρέθηκαν απροετοίμαστοι μπροστά σ’ αυτό το γιγαντιαίο παλιρροϊκό κύμα των μαζών. Η καλλιτεχνική έκφραση, που απευθυνόταν ως τότε σ’ ένα επιλεγμένο κοινό, είχε προχωρήσει μέσα από τους δαιδάλους της τεχνικής προς νέες περίπλοκες μορφές, στρυφνές και αινιγματικές. Για να μπεις στα άδυτα του νέου έργου τέχνης πρέπει να διαθέτεις πολλά «ειδικά κλειδιά».

Έτσι, ενώ ο σύγχρονος τεχνικός πολιτισμός αποδέσμευε όλο και μεγαλύτερες μάζες για να τις φέρει κοντά στο έργο τέχνης, το έργο τέχνης απευθυνόταν σε όλο και πιο εξειδικευμένο κοινό. Είχαμε δηλαδή μια αντίστροφη πορεία, που τελικά απομόνωσε τους σύγχρονους δημιουργούς και άφησε το μεγάλο κοινό, τη στιγμή που μπόρεσε επιτέλους να χτυπήσει την πόρτα της τέχνης, δίχως σύγχρονο καλλιτεχνικό έργο που να το κατανοεί και να το συγκινεί. Με μια λέξη, που να το αφορά.

Όμως ο πνευματικός δημιουργός όχι μόνο βρέθηκε απροετοίμαστος μπροστά σ’ αυτή την αιφνίδια και ριζική αλλαγή. Αλλά φαίνεται ότι αυτή η πολύχρωμη, πολύγλωσση και πολυεθνική μάζα τον τρομάζει. Αισθάνεται έτσι την ανάγκη να αποσυρθεί. Ο διψασμένος για πνευματικό καλλιτεχνικό έργο λαός, όλες αυτές οι φρέσκες, γεμάτες υγεία και κίνηση δυνάμεις δεν θα βρουν νερό για να ξεδιψάσουν.

Παράλληλα, μια άνευ προηγουμένου μαζική πλύση εγκεφάλου αρχίζει, με επίκεντρο έναν νέο τύπο ζωής βασισμένο εξ ολοκλήρου σε υλικά αγαθά. Ολόκληρη η δημιουργική ζωτικότητα των μαζών αποξηραίνεται προοδευτικά από τους χυμούς της ανθρωπιστικής παιδείας, των ιδανικών και των οραμάτων, όπως μας τα προσφέρει το έργο τέχνης και γενικότερα η πνευματική δημιουργία. Μ’ αυτό τον τρόπο δημιουργείται το «ιδεώδες» κοινωνικό περιβάλλον για να μπορέσει να σταθεί και να κυριαρχήσει ο αντιάνθρωπος. Κορυφαία κοινωνία του τύπου αυτού είναι η κοινωνία των ΗΠΑ. Πνιγμένη, θα έλεγε κανείς, στα υλικά αγαθά, όμως παράλληλα αποξηραμένη από τους χυμούς των ανθρωπιστικών ιδανικών, σφαδάζει σήμερα μπροστά στη δολοφονική μανία του αντιανθρώπου, που ελέγχει εκατό τοις εκατό τον σφυγμό αυτής της μεγάλης χώρας, επιβάλλοντας τον νόμο του, που δεν είναι άλλος από τον νόμο της ζούγκλας. Βλέπουμε λοιπόν ότι το οικοδόμημα του αντιανθρώπου είναι μια κολοσσιαία πυραμίδα, που η κορυφή της δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα φοβερό θερμοπυρηνικό οπλοστάσιο και η βάση της οι αποξηραμένες, οι σφαδάζουσες μέσα στον φαύλο κύκλο των υλικών απολαβών λαϊκές μάζες.

Προσωπικά πιστεύω ότι, εάν υπάρχουν σήμερα δύο δυνάμεις στον κόσμο για να σταματήσουν τον θρίαμβο του νόμου της ζούγκλας πάνω στη Γη και αν η μία απ’ τις δυο είναι ο φόβος για θερμοπυρηνικά αντίποινα, η άλλη είναι το σύγχρονο καλλιτεχνικό-πνευματικό έργο, αυτό που θα ξαναδώσει στις τεράστιες λαϊκές μάζες όλους τους χυμούς της ανθρωπιάς μέσω της σύγχρονης, της ζωντανής δημιουργίας και σκέψης.

Η νέα γενιά, που την καταδίκασαν να περιστρέφεται απελπισμένα μέσα στον φαύλο κύκλο αυτής της πνευματοκτόνου «υλικής ευημερίας», με τη ζωτικότητα και τη δύναμη που την διακρίνουν έσπασε πρώτη τα χρυσά δεσμά, αναζητώντας τη χαμένη ανθρωπιά, πιάστηκε όπως ο ναυαγός πιάνεται από το σωσίβιο, από το λαϊκό τρα-γούδι. Μονομιάς χιλιάδες αυτοσχέδια μουσικά συγκροτήματα σχηματίστηκαν σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της Γης, και είδαμε να συγκεντρώνονται γύρω τους με φανατισμό οι νέοι και οι νέες όλου του κόσμου. Στην αρχή για να ουρλιάζουν, μετά για να τραγουδήσουν, στη συνέχεια για να σκεφτούν και, τέλος, για να δράσουν.

Πάνω σ’ αυτή τη σχέση λαός-τραγούδι-ιδέες, εμείς οι Έλληνες αποκτήσαμε, ιδιαίτερα τα οκτώ τελευταία χρόνια, πολύτιμη πείρα. Γι’ αυτό τον λόγο, όταν ένας εκδότης μού έκανε την τιμή να μου ζητήσει να γράψω ένα βιβλίο για το αναγνωστικό κοινό της Γερμανίας, σκάφτηκα ότι η καλύτερη προσφορά μου αυτή τη στιγμή δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από την έστω οε γενικές γραμμές περιγραφή του ιδεολογικού κυρίως πλαισίου μέσα στο οποίο διεξήχθη η μάχη για την επιβολή του έντεχνου λαϊκού ελληνικού τραγουδιού. Μάχη που δόθηκε τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας σε πολλά επάλληλα επίπεδα συγχρόνως – το καλλιτεχνικό, το κοινωνικό, το ιδεολογικό και το πολιτικό.

Στα 1960 στην Ελλάδα κυριαρχούσε το πνεύμα του Καραμανλή – ο καραμανλισμός. Δηλαδή μια τυπική διακυβέρνηση της αντιδραστικής Δεξιάς, που ήταν εδραιωμένη στα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά επακόλουθα ενός άγριου εμφυλίου πολέμου, όπου μαζί με την ήττα των προοδευτικών δυνάμεων χάθηκε και ο ανθός του έθνους. Στον τομέα της τέχνης, καραμανλισμός ίσον κυριαρχία του ξενόφερτου, ιδιαίτερα στις τέχνες που αγγίζουν τις μάζες, και βασικά στο τραγούδι. Υποδούλωση της ελληνικής μουσικής σε ξενόφερτα ελαφρά υποπροϊόντα.

Την ίδια εποχή στην περιοχή του ελληνικού τραγουδιού κυριαρχούσε ο Μάνος Χατζιδάκις. Όμως αυτό που έκανε περιείχε έναν μεγάλο κίνδυνο για το μέλλον της ελληνικής μουσικής. Γιατί, ενώ πολύ σωστά στράφηκε προς το λαϊκό μας τραγούδι, βάζοντάς το στο θέατρο, στο χορόδραμα, ακόμη και στην Αττική Κωμωδία, στη συνέ-χεια προσπάθησε να το υποτάξει στην υπηρεσία του ελαφρού τραγουδιού. Δηλαδή, ενώ με το ισχυρό του ταλέντο μπορούσε να δια- πλάθει το υλικό του με όλα τα γνωρίσματα της γνήσιας λαϊκής μουσικής, από την άλλη μεριά το έντυνε με ρυθμούς και ενορχηστρωτικά στολίδια δανεισμένα από την ξενόφερτη ελαφρά μουσική, γεγο-νός που υποβίβαζε και, τελικά, εκφύλιζε το λαϊκό στοιχείο.

Το 1960 είναι επίσης ορόσημο και για τη λαϊκή μας μουσική. Οι συνθέτες της, ενώ βρίσκονταν στην ακμή της ηλικίας τους, περνούσαν παρ’ όλα αυτά περίοδο βαθιάς σύγχυσης ως προς τους δρόμους που θα έπρεπε να ακολουθήσουν ύστερα από τη γνωριμία του έργου τους με το σύνολο σχεδόν του ελληνικού κοινού. Προηγουμένως, τα τραγούδια τους απευθύνονταν σ’ έναν στενό κύκλο, που ολοένα διευρυνόταν. Όταν όμως ξαφνικά έγιναν προσωπικότητες με εθνική ακτινοβολία, οι δρόμοι χάθηκαν από μπροστά τους. Με αποκλειστικό πια γνώμονα την εμπορική επιτυχία άρχισαν να δοκιμάζουν όλα τα τερτίπια και τις μιμήσεις, φτάνοντας ως και στη σκέτη αντιγραφή των ινδικών, τουρκικών και αραβικών τραγουδιών, που έβρισκαν και βρίσκουν πάντα εύκολη απήχηση κυρίως στους συνοικισμούς των προσφύγων από τη Μικρά Ασία, δηλαδή στο κατ’ εξοχήν «δισκόφιλο» κοινό, που καθορίζει τελικά το ύψος πωλήσεων των ελληνικών δίσκων.

Ο Επιτάφιός μου, βασισμένος στην ομώνυμη ποιητική σύνθεση του Γιάννη Ρίτσου, κυκλοφόρησε σε δίσκο το καλοκαίρι του i960, έτος που αποτελεί το ορόσημο για τη δική μου είσοδο στον χώρο της λαϊκής μας μουσικής. Μπροστά στη σύγχυση και την αδυναμία των λαϊκών μας συνθετών να προχωρήσουν και να ολοκληρώσουν το έργο τους αλλά και την άρνηση του Χατζιδάκι να αντιμετωπίσει σοβαρά και υπεύθυνα το πολύτιμο υλικό που τόσο καλά έδειξε ότι μπορεί να αναπλάθει, πήρα την απόφαση να χαράξω έναν δικό μου δρόμο, για να περισώσω και να αξιοποιήσω τη ζωντανή λαϊκή μας παράδοση.

Η πρώτη σκέψη μου ήταν να δώσω στην εργασία μου ένα κατά το δυνατόν υψηλότερο και συγχρόνως περισσότερο ανθρώπινο περιεχόμενο. Για να το πετύχω δεν είχα παρά να ενώσω δύο μεγάλα ποτάμια: το ποτάμι της σύγχρονης ελληνικής ποίησης και εκείνο της σύγχρονης λαϊκής μουσικής• η αληθινή ποίηση, μετουσιωμένη στη ζωντανή μελωδία της μουσικής μας παράδοσης, ντυμένη με όλα τα μουσικά (ρυθμικά, ορχηστρικά, φωνητικά) στολίδια της σύγχρονης ζωντανής λαϊκής μουσικής. Έτσι παρουσιάστηκε ο Επιτάφιος. Με λαϊκούς χορευτικούς ρυθμούς, λαϊκά όργανα και λαϊκούς ερμηνευτές. Και πήγε κατ’ ευθείαν στον λαό, που τον δέχτηκε σαν κάτι εντελώς δικό του, δίχως ίσως να συνειδητοποιεί στην αρχή ότι μαζί με τα οικεία προς την αγωγή του στοιχεία αφομοίωνε καινούριους ποιητικούς και, ως ένα βαθμό, μουσικούς τρόπους έκφρασης.

Από τη στιγμή που με το προγεφύρωμα του Επιταφίου επιβεβαιώθηκε η επιτυχία αυτού του καινούριου δρόμου, στο εξής δεν είχα παρά να προχωρήσω περισσότερο αποφασιστικά προς την ίδια κατεύθυνση.

Έτσι ως σήμερα συνεργάστηκα με κορυφαίους σύγχρονους Έλληνες ποιητές: Βάρναλη, Σεφέρη, Ρίτσο, Ελύτη, Γκάτσο, Ρώτα• όπως και με νεότερους: Χριστοδούλου, Καμπανέλλη, Λειβαδίτη, Κατσαρό, Περγιάλη, Γιάννη Θεοδωράκη.

Ο ελληνικός λαός τραγουδούσε, στις ταβέρνες, στα γιαπιά, στις εκδρομές, στις συντροφιές, στις διαδηλώσεις, μελωδίες βασισμένες σε αυστηρά ποιητικά κείμενα, που τα χαρακτήριζαν η τελειότητα του λόγου, η τόλμη της εικόνας και η δύναμη της έκφρασης.

Υποσυνείδητα, μέσω του τραγουδιού, άρχισε μια αναγεννητική διεργασία του ψυχισμού των Ελλήνων. Χωρίς ίσως να το καταλαβαίνουν οι απλοί άνθρωποι, πλούτιζαν το λεξιλόγιό τους. Η αποκαλυπτική ομορφιά της ποίησης φώτιζε τις σκοτεινές γωνιές ενός ψυχικού κόσμου εγκαταλελειμμένου στα υποπροϊόντα της μαζικής υπο-καλλιτεχνικής παραγωγής. Όμως, πέρα από το ομαδικό βάφτισμα ενός λαού στα ζωογόνα νερά της γνήσιας τέχνης με όλες τις αναγεννητικές του συνέπειες, πρέπει να τονιστούν οι ψυχολογικές, ηθικές και, σε τελευταία ανάλυση, ιδεολογικές και πολιτικές συνέπειες που είχε στον λαό και ιδιαίτερα στη νεολαία μας το αναγεννητικό κίνημα της έντεχνης λαϊκής ελληνικής μουσικής.

Ο λαός μας στη συντριπτική του πλειονότητα θεώρησε το κίνημα αυτό κάτι εντελώς δικό του. Ταυτίστηκε με τα τραγούδια. Η καταγωγή της μελωδίας, η ελληνικότητα των λαϊκών ρυθμών, η ηθική του «αμαρτωλού» μπουζουκιού, οι δυνατότητες της λαϊκής μας μουσικής ως προς τη δημιουργία μιας νέας έντεχνης ελληνικής μουσικής σχολής, η μουσική και γενικότερα αισθητική αγωγή του λαού, αυτά ήταν τα θέματα-προβλήματα που για πολλά χρόνια απασχολούσαν όλα τα κοινωνικά στρώματα του λαού μας.

Τα πρώτα χρόνια ιδιαίτερα ήμουν αναγκασμένος να παίρνω μέρος σε δημόσιες συζητήσεις που οργάνωναν οι πιο ανομοιογενείς κοινωνικοί κύκλοι. Φοιτητές και εργαζόμενοι, κολέγια και δήμοι, χωρικοί και αριστοκράτες πάντοτε γύρω από τα θέματα αυτά, που πολλές φορές φανάτιζαν τους ανθρώπους. Τι είχε συμβεί; Νομίζω ότι ο ελληνικός λαός κατάλαβε ίσως πως είχε αρχίσει συνειδητά να χτίζει ο ίδιος τον ψυχικό του κόσμο, που, όπως είναι γνωστό, μαζί με τον υλικό και τον πνευματικό ολοκληρώνουν την ανθρώπινη ύπαρξη.

Πολλές φορές στη Δυτική Ευρώπη αλλά και στα σοσιαλιστικά κράτη μου δόθηκε η ευκαιρία να διαπιστώσω πόσο ανισομερώς χτίζεται ο σύγχρονος πολιτισμός. Πόσο δηλαδή προχωρεί η εξωτερική του πλευρά και πόσο λίγη σημασία δίνεται στην εσωτερική του δομή. Διερωτάται πια καθένας αν ο σύγχρονος κόσμος, μέσα στον οποίο ανδρώνεται η σύγχρονη νεότητα, είναι ικανός να συντηρήσει τα μεγάλα πανανθρώπινα οράματα ή μήπως το κυνήγι της υλικής ευημερίας στο πλαίσιο ενός ασφυκτικού ατομικισμού αποξηραίνει τελικά τους χυμούς της ανθρωπιάς. Πιστεύω ότι, μαζί με τα ιδανικά, η τροφή της ψυχής είναι η τέχνη, που σε τελευταία ανάλυση δεν είναι τίποτε άλλο παρά μήνυμα ανθρωπισμού, δηλαδή κορύφωση των ανθρώπινων ιδανικών και συμπύκνωση των ευγενέστερων ανθρώπινων συ-ναισθημάτων. Δηλαδή ο μόνος σίγουρος δρόμος για τον ουσιαστικό εξανθρωπισμό της ανθρώπινης κοινωνίας, για το κτίσιμο του ανθρώπου, είναι ο δρόμος της τέχνης. Όμως ποιας τέχνης; Φυσικά αυτής που μπορεί να αγγίζει το σύνολο της ανθρώπινης κοινωνίας. Οι αρχαίοι Έλληνες έφτασαν στην ανάγκη να χτίσουν θέατρα που να χωρούν είκοσι χιλιάδες θεατές, προκειμένου να έρθουν σε επαφή με τα καλλιτεχνικά έργα της εποχής τους. Τι διαστάσεις άραγε θα έπρεπε να έχουν τα σύγχρονα θέατρα, αν υπήρχε σύγχρονο καλλιτεχνικό έργο που να βρίσκεται στην ίδια αντιστοιχία με το σύγχρονο κοινό στην οποία βρισκόταν τότε το έργο του Αισχύλου με το κοινό του;

Σήμερα ο ελληνικός λαός και ιδιαίτερα η ελληνική νεολαία συνειδητοποίησαν ότι στη χώρα μας γίνεται κάτι καινούριο, που λείπει από τις άλλες χώρες, κυρίως τις βιομηχανικά προηγμένες. Σε αντίθεση με πολλές ευρωπαϊκές χώρες και τις ΗΠΑ, όπου η ανήσυχη νεότητα, ξεκινώντας από τις πρώτες ομαδικές ξέφρενες ακροάσεις των συγκροτημάτων τύπου γιε γιε και περνώντας από τους Μπιτλς, τον Ντίλαν και την Τζόαν Μπαέζ, έφτασε τελικά στην περιοχή της ευθύνης, αλλά, καθώς ήταν ανώριμη ιδεολογικά και άπειρη πολιτικά, κατακτήθηκε τελικά είτε από τον νιχιλισμό είτε από τον πρωτογονικό αναρχισμό, η ελληνική νεολαία πέρασε στην περιοχή της ευθύνης ιδεολογικά και πολιτικά ώριμη. Πού οφείλεται αυτή η διαφορά; Φυσικά θα πρέπει να δούμε τις ιδιαίτερες ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα μας. Όμως πολύ μεγάλο ρόλο στην υπεύθυνη και σοβαρή διαπαιδαγώγηση της σύγχρονης ελληνικής νεολαίας έπαιξε αναμφισβήτητα το ελληνικό αναγεννητικό μας κίνημα, γιατί από πολύ νωρίς φρόντισε, όπως είδαμε, να δώσει σοβαρό και ουσιαστικό περιεχόμενο στις δημιουργίες και τις εκδηλώσεις του. Επομένως, δίκαια, νομίζω, θεωρούμε το κίνημά μας κάτι καινούριο, πρωτότυπο και μοναδικό στον κόσμο.

Όμως η Ελλάδα είναι μικρή χώρα και, όπως κάθε μικρή χώρα, δύσκολα μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά, κυρίως τους μεγάλους λαούς. Φυσικά, από τον μουσικό μας πλούτο ξεφεύγει κάποτε μια μελωδία για να κάνει τον γύρο του κόσμου. Και έτσι μας μένει ο τίτλος του συνθέτη του Ζορμπά. Χωρίς καμία αμφιβολία, αγαπώ αυτή τη μουσική. Πολύ περισσότερο αφού απηχεί τον ρυθμό της Κρήτης. Όμως τι μπορεί να αντιπροσωπεύσει ο κρητικός χορός και το συρτάκι στο σύνολο του έργου μου; Πολύ λίγα πράγματα.

Συνεπώς, η έκρηξη της ευρωπαϊκής νεολαίας μπορεί να εξηγηθεί, ως ένα βαθμό, με βάση την ανισομερή ανάπτυξη του πολιτισμού, τη μονόπλευρη στήριξη του ατόμου στα υλικά κυρίως αγαθά, την έλλειψη σύγχρονης κουλτούρας που να αφορά και να αγκαλιάζει τις πλατιές μάζες. Από την άποψη αυτή, η προσφορά της Ελλάδας στους λαούς της Ευρώπης, και ιδιαίτερα στην ευρωπαϊκή νεολαία, θα μπορούσε να είναι σημαντική. Φτάνει να βρεθούν οι τρόποι ώστε να γίνει ουσιαστικά γνωστό το κίνημά μας και ως θεωρία και ως πράξη.

Σήμερα στη χώρα μας η αναγεννητική αυτή πορεία έχει διακοπεί επιφανειακά, και λέω «επιφανειακά» γιατί πιστεύω ότι η απαγόρευση τόσο του έργου μου όσο και γενικότερα κάθε προοδευτικού έργου από τις στρατιωτικές αρχές όχι μόνο δεν σταμάτησε τον λαό να τραγουδάει και να ακούει έστω και κρυφά τη μουσική μου, αλλά θα μπορούσε να πει κανείς ότι αύξησε και όξυνε το ενδιαφέρον του κοινού για τα τραγούδια μου. Η σπορά υπήρξε καλή και οι ρίζες βαθιές. Όσο και να ιδρώνουν οι ξυλοκόποι, το δάσος παίρνει δύναμη από τα χτυπήματά τους.

 

Τα καθήκοντα της «μαχόμενης κουλτούρας»

Λονδίνο, 1965

Η ελληνική θρησκεία είναι η «κουλτούρα». Ο λαϊκός μας πολιτισμός δεν σημαίνει για τον λαό μας μόνο τέχνη, μονάχα αισθητική απόλαυση. Σημαίνει ακόμα: την αγάπη της ελληνικής γλώσσας ως την πεμπτουσία της ελληνικής κληρονομιάς• την ενότητα του χαρακτήρα και του συναισθήματος της φυλής• την πίστη στον άνθρωπο και τις μεγάλες αξίες, την ανθρωπιά, την αξιοπρέπεια, τη δικαιοσύνη, την τιμή, τη λευτεριά• τη Ρωμιοσύνη, δηλαδή την ιδιαίτερη, ρωμαίικη στάση ζωής, το φιλότιμο, τη λεβεντιά.

Οι βαθύτερες ρίζες του ελληνισμού είναι η εθνική μας κουλτούρα. Ανεβάζει τους πολυτιμότερους εθνικούς χυμούς προς τον κορμό του έθνους. Χάρη σ’ αυτούς διατηρηθήκαμε, νικήσαμε τους νικητές μας. Οι ρίζες είναι τόσο βαθιές και άτρωτες, ώστε είναι ικανές να θρέψουν, να στηρίξουν και να υψώσουν ένα γιγάντιο δέντρο. Δηλαδή μας εξασφαλίζουν μεγάλες προοπτικές για το μέλλον του έθνους.

Από τα συμπεράσματα αυτά πηγάζουν οι ευθύνες και τα καθήκοντα των εκπροσώπων της ελληνικής κουλτούρας. Ιδιαίτερα όταν ο λαός και το έθνος δοκιμάζονται από βαθιές, ιστορικές κρίσεις, τότε ο εκπρόσωπος της κουλτούρας γίνεται μαχητής, γίνεται Φεραίος, Σολωμός, Κάλβος, Παλαμάς, Σικελιανός. Παλεύει μαζί με τον λαό, μαζί με το έθνος, στην πρώτη γραμμή. και τότε η κουλτούρα γίνεται «μαχόμενη». Για να διαφυλαχθεί η πεμπτουσία της με την εξασφάλιση της νίκης στην υπόθεση του λαού και του έθνους.

Ποια είναι τα καθήκοντα της «μαχόμενης κουλτούρας» στη χώρα μας;

ι) Η κουλτούρα δεν αποτελεί φαινόμενο αυθύπαρκτο, αλλά, σαν το δέντρο, ριζώνει και αναπτύσσεται στο χώμα του λαού -του έθνους- και στη συνέχεια, όπως συμβαίνει με τα δέντρα, βοηθάει τη χώρα, τον λαό, να ανανεωθεί, να πλουτιστεί.

2)      Επομένως τα προβλήματα του λαού και του έθνους είναι και προβλήματα της κουλτούρας.

3)      Όμως η κουλτούρα, όντας η ίδια η έκφραση της πεμπτουσίας της εθνικής συνείδησης, καλείται να διαδραματίσει τον ιστορικό της ρόλο, που είναι:

α) Η διατήρηση της ψυχικής ενότητας του έθνους.

β) Η προβολή των δυνατών στοιχείων που συνθέτουν το εθνικό πρόσωπο.

γ) Η χάραξη πατριωτικής προοπτικής, το ξεσκέπασμα και το ανελέητο χτύπημα των συνειδητών και ασυνείδητων εχθρών της εθνικής ενότητας, των οπαδών της εθνικής μειοδοσίας, των ραγιάδων, των ανάξιων, των προδοτών και των πληρωμένων πρακτόρων.

δ) Ιερός πόλεμος ενάντια στον ξένο που περιφρονεί την Ελλάδα, που μισεί τον λαό μας, που μας αντιμετωπίζει σαν λαό τρίτης κατηγορίας, λαό ξενοδόχων και υπηρετών, λαό προσκυνημένων.

Ωστόσο, η «μαχόμενη κουλτούρα» δεν σταματά στις διαπιστώσεις. Προχωρεί στη δημιουργία και στη διά της δημιουργίας χάραξη προοπτικής. Χρέος μας είναι, ενώ θα χτυπάμε στο σκοτάδι, να προσπαθούμε συγχρόνως ν’ ανοίγουμε παράθυρα προς το φως – προς το μέλλον.

Τι έγινε στον τομέα του «λαϊκού τραγουδιού»; Επιστροφή στις εθνικές μελωδικές ρίζες με τη βυζαντινή και τη δημώδη μελωδία• σύζευξη με την ποίηση• σύζευξη με τα προβλήματα του έθνους. Το όνειρο, η ελπίδα, το όραμα, η πίστη έγιναν με το τραγούδι πολύτιμα όπλα στην πάλη του λαού μας. Ο λαός μας γίνεται περήφανος όταν επικοινωνεί σε βάθος με τις ρίζες της παράδοσης, σε ύψος με τα φωτεινά πετάγματα της ποίησης του Βάρναλη, του Σεφέρη, του Ρίτσου, του Ελύτη. Σήμερα είμαστε ίσως ο μόνος λαός όπου οι χωριά- τες κάνουν ουρά για να αγοράσουν ένα έργο τέχνης σαν το Άξιον Εστί.

Όμως όσο ο λαός θα πλουτίζει με τους χυμούς της «μαχόμενης κουλτούρας», τόσο, σαν τον ατμό που ζητά διέξοδο -αλλιώς συντρίβει και το πιο δυνατό εμπόδιο-, θα ζητά και αυτός διέξοδο, άνοιγμα, προοπτική της φυλής, θα πλάθει τα μελλοντικά οράματα του έθνους.

Έτσι, καθημερινά ο λαός μας, χάρη στην κουλτούρα, συνειδητοποιεί πόσο χάος χωρίζει αυτό που είναι από αυτό που θα έπρεπε και θα μπορούσε να είναι! Πιστεύω πως δεν υπάρχει πιο δυνατό και πιο ακατανίκητο όπλο από την προοπτική, το όραμα.

Γιατί ένας λαός, όταν γεμίσει με ένα φωτεινό όραμα και ταυτόχρονα πιστέψει ότι είναι δυνατόν να το πραγματοποιήσει, έχει ήδη διανύσει τον μισό δρόμο ως την κατάκτησή του, ως την πραγματοποίησή του.

Back To Top