skip to Main Content
Μίκης Θεοδωράκης: Συνέθεσα με μια ανάσα την “Κατάσταση Πολιορκίας”

Η ποίηση της «Κατάστασης Πολιορκίας» ανήκει στη Ρένα Χατζηδάκη. Ο Μίκης γνώρισε το ποίημα χάρη στην πρωτοβουλία της κοινής τους φίλης Σίλβας Ακρίτα και, ενθουσιάστηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε το υπέκλεψε και έγραψε τη μουσική του κυριολεκτικά μέσα σε μία μέρα!

Η Ρένα Χατζηδάκη ήταν κόρη της Λιλής Ζωγράφου, και ήταν μια χαρισματική αλλά εξαιρετικά ανασφαλής δημιουργός, γεγονός που επέδρασε αρνητικά στη συνολική λογοτεχνική της παραγωγή. Τα μόνα κείμενά της που πήραν το δρόμο του τυπογραφείου ήταν μία ποιητική συλλογή (1959) και το γνωστό πεζογράφημα “Η αγάπη άργησε μια μέρα”, το οποίο έγινε και τηλεοπτική σειρά. Πέθανε, το 2003, από πνιγμό στη Τζια, σε ηλικία εξήντα ετών.

Ο Μίκης Θεοδωράκης εξιστορώντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγραψε τα τραγούδια που περιέχονται στο «Resistance», ένα άλμπουμ με σπάνιες κρυφές ηχογραφήσεις της περιόδου της δικτατορίας που διασώθηκαν στη Γερμανία, περιγράφει πως γνώρισε τη Ρένα Xατζηδάκη και πως μελοποίησε την “Κατάσταση Πολιορκίας”

«Χάρη στους φίλους μου της Γερμανίας, θα μάθουν και οι συμπατριώτες μου, έστω και με καθυστέρηση 35 και πλέον χρόνων, ότι την εποχή της χούντας υπήρξαν και μερικοί “κουζουλοί”, που άφησαν τα σπίτια τους και μπήκαν στην παρανομία για να υπερασπίσουν με τον τρόπο τους τις καταπατημένες μας ελευθερίες. Θα είναι καλό επίσης να μάθουν ότι το τίμημα γι’ αυτές τους τις πράξεις ήταν: Γενική Ασφάλεια – Βασανιστήρια – Φυλακή.

Ένας από αυτούς και εγώ και ένα από τα δικά μου “όπλα” η μουσική. Μια μουσική που να καταγγέλλει από τη μια μεριά και να εμπνέει και να ξεσηκώνει από την άλλη. Ξεφεύγοντας τη σύλληψη τη νύχτα της 20ής προς 21η Απριλίου ταλαιπωρήθηκα έως ότου βρω ένα ασφαλές καταφύγιο. Εκεί συνέταξα τη Διακήρυξη για την Ιδρυση του Πατριωτικού Μετώπου και μαζί έγραψα τα τρία τραγούδια της Νέας Αντίστασης. Τα κείμενα θα έπρεπε να είναι απλά, άμεσα, για να γίνουν καταληπτά από κάθε πατριώτη που ένιωθε πάνω στο πετσί του την καταπίεση και την ντροπή και είχε μέσα του τη φλόγα του αγώνα για την Ελευθερία. Ζήτησα δύο μαγνητόφωνα, ώστε να πολλαπλασιάσω τη φωνή μου και να δίνω την αίσθηση της χορωδίας. Πράγματι στην Ασφάλεια που βρέθηκα έπειτα από έξι μήνες, με ρωτούσαν για το ποιοι τραγουδούσαν μαζί μου, χειρότερη όμως ήταν η τύχη των συντρόφων μου, που τους βασάνιζαν για να ομολογήσουν ότι συμμετείχαν στη… φωνοληψία! H κασέτα αυτή με τα τρία τραγούδια έφτασε στο Παρίσι, όπου το ΚΚΓ την έκανε χιλιάδες δίσκους που έφτασαν παντού! Ως τη μακρινή Αυστραλία όπου ζούσαν Ελληνες. Αργότερα η Μελίνα τραγουδούσε παντού «Το Μέτωπο τους Ελληνες καλεί ξανά στη μάχη, “Ελευθερία ή Θάνατος” το λάβαρό μας γράφει»…

Οπως είπα, πιάστηκα τον Αύγουστο του 1967 και έμεινα στη Γενική Ασφάλεια ως τον Οκτώβριο, οπότε με μετέφεραν στο νοσοκομείο των Φυλακών Αβέρωφ «Αγιος Παύλος» σε κακή κατάσταση, λόγω του ότι έκανα απεργία πείνας. Κατά τη διάρκειά της και έως ότου χάσω τις αισθήσεις μου θυμάμαι ότι ένα μεσημέρι που χαλάρωναν τα μέτρα είδα θολά πάνω απ’ το κεφάλι μου μια γυναικεία φιγούρα. Απέναντι απ’ το κελί μου είχαν τις γυναίκες και φαίνεται ότι μία απ’ αυτές με τη συνενοχή κάποιων φρουρών μπόρεσε να μπει στο κελί μου. Ηταν η Ρένα Χατζηδάκη που μου χάιδεψε το μέτωπο και μου έβρεξε τα ξεραμένα μου χείλη. Μου είπε το όνομά της και πρόσθεσε πως όλοι βρίσκονται στο πλευρό μου, εννοώντας τους συγκρατουμένους στη Γενική Ασφάλεια. Αυτό μου έδωσε ελπίδα και δύναμη, γιατί ένιωσα ότι δεν είμαι μόνος.

Αργότερα, όταν βρέθηκα στις Φυλακές Αβέρωφ, καθώς κάναμε βόλτα στο προαύλιο, κάποιος μου έδειξε τα παράθυρα της διπλανής φυλακής των γυναικών και μου είπε: «Κάποιες σε χαιρετούν…». Είδα δυο-τρία πρόσωπα πίσω από τα κάγκελα. Στα χέρια τους κρατούσαν άσπρα μαντήλια και τα ανέμιζαν στέλνοντάς μου χαιρετίσματα. Μία απ’ αυτές ήταν η Ρένα Χατζηδάκη. Από τον Μάρτιο ως τον Αύγουστο του 1968 ήμουν “ελεύθερος” και ζούσα ανάμεσα Αθήνα και Βραχάτι συνοδευόμενος από κουστωδία αστυνομικών. Δεν μπορούσα λοιπόν να επισκεφθώ κανέναν φοβούμενος ότι θα τον «κάψω». Ετσι, περιορίστηκα σε πρώην κρατουμένους, που δεν είχαν να φοβηθούν τίποτα. Μία από αυτούς ήταν και η Σίλβα Ακρίτα, που μόλις βγήκε από τη φυλακή, έσπευσα να την επισκεφθώ στο σπίτι της στη Φιλοθέη. H συγκίνησή μας ήταν πολύ μεγάλη, όμως πιο μεγάλη χαρά έδειχνε η κορούλα της η Ελενα, που είχε μεγαλώσει και που η έλλειψη της μαμάς της την είχε πληγώσει βαθιά.

H Σίλβα και η Ρένα είχαν γίνει φίλες στην Ασφάλεια. Στη συνέχεια βρέθηκαν στο ίδιο κελί και στη φυλακή. Μου λέει λοιπόν, “αυτή η κοπέλα είναι μεγάλη ποιήτρια. Μόνο που μόλις μας διάβαζε ένα της ποίημα, αμέσως μετά το έσκιζε. Να, χθες έγραψε ένα υπέροχο κείμενο που το έχω στο συρτάρι και που φοβάμαι ότι μόλις επιστρέψει, θα το καταστρέψει… Ξέρεις, επειδή είναι μόνη, μένει προσωρινά μαζί μας…”. Την παρακάλεσα να με αφήσει να το διαβάσω. “Κάνε γρήγορα”, μου λέει η Σίλβα, “γιατί όπου να ‘ναι θα γυρίσει…”.

Ειλικρινά σήμερα δεν θυμάμαι αν εκείνη την ώρα αντέγραψα το ποίημα ή αν το πήρα με το έτσι θέλω μαζί μου. Γιατί με το πρώτο διάβασμα γοητεύτηκα τόσο πολύ, που δεν θα αποχωριζόμουν με τίποτε ένα τέτοια αριστούργημα.

Σε λίγη ώρα οδηγούσα το αυτοκίνητο στη διαδρομή προς Βραχάτι και φαίνεται ότι επειδή είχα ζωντανές τις λέξεις στο μυαλό μου, γινόταν μέσα μου μια μυστική προεργασία. Αλλιώς δεν εξηγείται το ότι μόλις έφτασα στο Βραχάτι κάθησα στο πιάνο και όταν σε λίγο σηκώθηκα, είχα συνθέσει με μια ανάσα την Κατάσταση Πολιορκίας. Ευθύς άρχισα να την τραγουδώ απ’ το πρωί ως το βράδυ μόνος, μόνο και μόνο για να την ακούω εγώ ο ίδιος. Μια απ’ αυτές τις αμέτρητες φορές τη μαγνητοφώνησα, για να τη στείλω στη Σίλβα και στη Ρένα. Και αυτό ακριβώς το αντίγραφο που το είχε φυλάξει η Χατζηδάκη, μου το έδωσε πριν από λίγα χρόνια για να το στείλω στη Γερμανία και να μπει τελικά στο CD αυτό.

Στην Ελλάδα παρουσιάστηκε στο κοινό δύο φορές: την 1η στο Μουσικό Αύγουστο 1977 και τη δεύτερη στη Στοά του Βιβλίου, στα 1999, με ερμηνευτή τον υποφαινόμενο, ελλείψει έλληνα τραγουδιστή…

Τον Αύγουστο του 1968 με συνέλαβαν και πάλι για να με πάνε στη Ζάτουνα, όπου μέσα σε έναν μήνα ήρθε κοντά μου και η Μυρτώ με τη Μαργαρίτα και τον Γιώργο. Δεν ξέρω αν υπήρξε τότε άλλη οικογένεια κρατούμενη απομονωμένη σε ένα έρημο χωριό με 20 φρουρούς να μην αφήνουν άνθρωπο να τους πλησιάσει. Μου επέτρεψαν όμως να έχω πιάνο και έτσι το μικρό δωμάτιο στο οποίο μέναμε όλοι μαζί γέμισε με καινούργιες μουσικές, που συχνά έφταναν στην άκρη του κόσμου, καθώς τις στέλναμε έξω – με χίλιους μυστικούς τρόπους – και τις έπαιρναν το Λονδίνο, η Μόσχα, το Παρίσι και η Deutsche Welle. Ενα από τα έργα που έγραψα τότε στα 1969 ήταν και το Πνευματικό Εμβατήριο.

H φωνοληψία που υπάρχει σε αυτό το CD θα πρέπει να είναι αυτή που στείλαμε στην Αθήνα κι από κει πήγε στο εξωτερικό. Εκεί στο Λονδίνο το έργο παίχτηκε στο Albert Hall την άνοιξη του 1970 με ενορχηστρωτή άγγλο συνθέτη. Το Μάιο του ίδιου έτους βρέθηκε όλη η οικογένεια ελεύθερη στο Παρίσι. Εκεί οι Ελληνες του Λονδίνου μου ζήτησαν να το διευθύνω επίσης στο Albert Hall κι εγώ έκανα μια νέα ενορχήστρωση. Ετσι, λίγους μήνες μετά τη φυλακή (μετά τη Ζάτουνα με πήγαν Ωρωπό κι από κει στις φυλακές της “Σωτηρίας”), ελεύθερος πια, διευθύνω το Πνευματικό Εμβατήριο και αφιερώνω αυτή την εκτέλεση στους συντρόφους που ήσαν ακόμα δεσμώτες και στο Ρίτσο προσωπικά, που εξακολουθούσε κι αυτός να είναι κρατούμενος».

Αθήνα, 2.VI. 2005 Μίκης Θεοδωράκης


Μίκης Θεοδωράκης, Ρένα Χατζηδάκη, Κατάσταση Πολιορκίας (1968)

Ποίηση: Ρένας Χατζηδάκη (ψευδώνυμο: Μαρίνα)

Σύνθεση: 1968, Βραχάτι.

Ηχογραφήσεις:

1970, Μαρία Φαραντούρη – Αντώνης Καλογιάν¬νης, ενορχήστρωση Γιάννη Μαρκόπουλου, Polydor

1979, Arja Saijonmaa, Scandia.

1996, Μαρία Φαραντούρη. Κώστας Θωμαΐδης, ζωντανή ηχογράφηση στην ALTER OPER της Φραγκφούρτης, υπό τη διεύθυνση του Μίκη Θεοδωράκη. Ενορχήστρωση Μπάμπη Κανά. Intuition Records 1998


Ι

Καθώς το παιδί, που σημαδεύεται

απ’ την πρώτη γνώση της μοναξιάς,
ο καιρός κι η απαντοχή θα κάνουνε

συντρίμμια την καρδιά μου
και θα ‘χω χάσει για πάντα τους δρόμους,

τους δρόμους μου,
σα θα μ’ αφήσουνε να βγω από δω.
Θα γυρίζω γυρεύοντάς σε παντού,
στα ισοπεδωμένα τοπία,
στα κομματάκια εκείνου του καθρέφτη,
στις σπαταλημένες ματιές,
να βρω ξανά το πρόσωπό σου,

την καρδιά μου γυρεύοντας

και θα μιλώ και θα μιλώ τη γλώσσα,
που ήταν κάποτε δική μας,
που ήταν κάποτε το μόνο δικό μας

που μας είχε απομείνει μέσα στους ίσκιους

των νεκρών χρωμάτων των νεκρών εικόνων
όταν οι νύχτες μας ήταν απλά επεισόδια
της μεγάλης νύχτας που άρχισε πριν -πόσον καιρό;

Πώς να μετρήσω τον καιρό εδώ μέσα,
τις σεληνιακές σου διαλείψεις,
τ’ αστρικά σου πηδήματα.
Πώς να μετρήσω την πορεία μου τεθλασμένη,
την απρόβλεπτη τροχιά της απουσίας σου,
μέσα σε τούτο το αμείλικτο διαστημόπλοιο,
μες στην καρδιά της πόλης

που ήταν κάποτε δική μου
και τώρα την διαγουμίζουνε τα τανκς;

Εφτάπυλο το χάος,
στεγανό πολιορκημένο μέσα κι έξω

από το φόβο με τα χίλια πρόσωπα.
Οι φωνέςτων ανιάτων κοπάζουν

κάθε αράδυ στις πεντέμισι.
Οι σειρήνες λεηλατούν κάθε βράδυ τη σιωπή.
Οι κοιμισμένοι κάθε βράδυ ανεξιχνίαστοι νεκροί.
Και πάλι, πάντα πού είναι τα χέρια σου;
Η φωνή σου πού;
Θ’ αντέξουν και απόψε τα τοιχώματα;

Ή θα χιμήξει το σκοτάδι;

Πώς να μετρήσω; Καθώς η πρώτη γνώση της μοναξιάς που σημαδεύει -έφηβο κιόλας το παιδί
η απουσία σου καρφώθηκε μαχαίρι κατακόρυφο στο χωροχρόνο μου, Ανοιξε από παντού ξετρελαμένα στόματα η ασχήμια, που ενεδρεύει να με κατααροχθίσει, ο πληγωμένος χρόνος σπαρταράει,
μ’ αφύσικα τινάγματα, η μελλοθάνατη ειμ’ εγώ.
Και γύρω μου παντού, καταμεσίς, κατάστηθα,
στο χάος, στην καρδιά μου, αιμόσυρτες οι τροχιές
από την αθωότητα στο φόνο,

κι απ’ το φόνο στην τύψη,
στο μοιρολόι κι από κει στον άλλο φόνο.

Να σου τραγουδήσω;
Μα κι η φωνή μου, π’ αγαπούσες, μαχαιρωμένη.
Φύκια των ουρανών μες την αγρύπνια
τα μαλλιά μου, π’ αγαπούσες,
τα χέρια μου πλοκάμια απελπισμένα
κι όπου κι αν ψάξω δε σε βρίσκω πια.
Τετράγωνα κομμάτια σκοταδιού

πίσω απ’ τα σίδερα.

Η ρωμιοσύνη προδομένη,

προδοσιά μαχαίρι στην καρδιά.
Το πληγωμένο φως μετά τις δέκα,
οι θόρυβοι ανεξήγητοι, οι ανάσες.
Η δίχως νόημα θυσία,
η πολιορκία, η απουσία
το τσιγάρο του φρουρού.

Και θα μιλώ τούτη τη γλώσσα

«Πώς άλλαξε αυτό το παιδί,

θα λένε οι άλλοι,
κοιτώντας με με το μοναδικό μάτι

του τουρίστα Κύκλωπα
ζητώντας να τους μιλήσω για ήρωες
κοιμώντας, οι άλλοι, τις δαιδαλικές νύχτες,
που θα ουρλιάζει από παντού η προδοσία,
σκεπάζοντας τα τανκς,

τα αεροπλάνα, το φόβο,
το βήμα του φρουρού,
τις νύχτες χωρίς εσένα
που θα ουρλιάζει η προδοσία από παντού
που θα ουρλιάζουνε

τα συντρίμμια της καρδιάς μου,
τα συντρίμμια

σαν τα παιδιά της Ζηνοβίας,
απ’ τα πέρατα της γης

και της απόγνωσης.
Γιατί και σένα θα σ’ έχω χάσει
στο κινούμενο σκοτάδι
όπως κι εμένα,
όπως και τον αγώνα,
που θα ‘ταν δύσκολος, αλλά ωραίος
κι ήρθε να γίνει σαπισμένο σταφύλι,

Χωρίς εσένα, πώς;

Σαν την πρώτη μοναξιά,
που η γνώση της χαράζει για πάντα το παιδί
το σώμα μου θα διαλυθεί
τα κύτταρά μου ένα προς ένα

θ’ αποσυνδεθούν,
πάνω σε τούτο το κρεβάτι του Προκρούστη,

τον καιρό,

το σώμα μου ηλιακή κηλίδα, θα εκραγεί,
γράφοντας τ’ όνομά σου σ’ όλους τους ουρανούς,
τα κύτταρά μου,ένα προς ένα θα κινήσουν

να μπολιάσουν τους ανθρώπους
με την ηλικία της οδύνης,
με το μαβί καπνό του δειλινού

πίσω από τα σίδερα.
Θα στείλω τα όνειρά μου

να ταράξουν το νοικοκυρεμένο ύπνο τους.
Θα στείλω το φόβο να φωλιάσει

στις ανύποπτες καρδιές τους,
κι όταν θα ‘ρθει η υπάλληλος για καταμέτρηση
«δραπέτευσε», θα πουν οι άλλοι,
παρεξηγώντας τον θάνατό μου.
Και μόνο εσύ θα ξέρεις
μόνο εσύ θα θυμάσαι τα χέρια μου,
το θολό παράπονο του σκυλιού

έξω από τη φυλακή,
τις κραυγές των παιδιών

πάνω στην ταράτσα
την απόγνωση του κινέζικου πορτρέτου,
τα ελληνικά αινίγματα
-τι είν’ αυτό που ανεσαίνει με τα πόδια,

και το κατεβάζουνε με κουσέρτα –
και μόνο εσύ θα ξέρεις πώς,
πού χάθηκε το κορμί μου,
τι έγιν’η φωνή μου,
τι η αγρύπνια μου,
τι ήχους έχει ο φόβος
κι η απόγνωση τι πρόσωπα.
«Θεέ μου και τι να γίνηκαν

του κόσμου οι αντρειωμένοι;»

Μονάχα εσύ θα ξέρεις
εγώ θα μιλώ τούτη τη γλώσσα.

ΙΙ

Μακριά, πολύ μακριά,
ακούγεται η ζωή,
ψηλά πολύ ψηλά λάμπουν τα φώτα
-ίσως- τα φώτα, που μας έκλεψαν
της πολιτείας που μας έκλεψαν
κι η θύμηση απ’ το τελευταίο λιόγερμα
και τα βουνά, γύρω δικά μας.

Μακριά πολύ μακριά υπάρχεις.
Πρέπει να υπάρχεις,

Σα να μπορώ ν’ αφουγκραστώ το γέλιο σου,
ξανθό, πίσω απ’ τους λεκιασμένους τοίχους.
Κάποτε όλα θα μαθευτούνε
που θ’ αναλιώσει το παγωμένο κέντρο της μνήμης
-τώρα, παντού, «η κατάθεσή μου,

να θυμάμαι τι είπα στην κατάθεσή μου» –
και θα ξανάρθουνε τα χρώματα
ίσως κάποτε που θ’ ανοιχτούν

οι πόρτες των τάφων,
των σπιτιών, των φυλακών, των νόμων,
να λογαριάσουμε τους νεκρούς μας,
να μοιραστούμε τα καινούργια μας τραγούδια.
Κάποτε θα μάθεις κι εσύ τα υπόλοιπα
θα θυμηθείς και εσύ

μακριά, πολύ μακριά, είσαι η ζωή,
θα είσαι μακριά
τότε εγώ δε θα υπάρχω,

III

Ο χρόνος παραμορφώθηκε,
Τα χρόνια που έρχονται παραμορφώθηκαν.
Ξέρεις πού θα με βρεις,
Εγώ ο Φόβος.
Εγώ ο θάνατος.
Εγώ η μνήμη, ανήμερη.
Εγώ η θύμηση

της τρυφεράδας του χεριού σου,
εγώ ο καημός της χαλασμένης μας ζωής.

Θα πολιορκώ

το «κοίταζε τη δουλειά σου»

με τη αγωνία μου.
Θα θρυμματίζω τον ύπνο τους μ’ άσεμνα, φρικιαστικά βεγγελικά.
Σφαίρες αμέτρητες θα πέφτουν

στους αδιάφορους διαβάτες,
ώσπου ν’ αρχίσουν να σφαδάζουν
ώσπου ν’ αρχίσουν ν’ αναρωτιούνται.
Εμένα δε θα μπορούν να με σκοτώσουν.

Όμως θαρρώ,

οι μόνοι που -ίσως -καταλάβουν

θα ναι τα παιδιά,
πλούσια απ’ την κληρονομιά μας
πρώτη φορά, τα παιδιά
σκληρά στη μνήμη, σκληρά σε μας,
θα διαβάσουν ίσως έγκαιρα
τ’ αδέξια μηνύματα

των προτελευταίων ναυαγών
διορθώνοντας τα λάθη,
σβήνοντας τα ψέματα,
ονοματίζοντας σωστά,

χωρίς ρομαντισμούς τα παιδιά,
χωρίς αναγραμματισμούς ηλικίας
σημαδεμένα από την αστραπή
τη γνώση της μοναξιάς της δύναμης
που σε μας άργησε τόσο πολύ να ‘ρθει.

Κι αν τώρα σε γυρεύω απελπισμένα
στα πελώρια κύματα της αγρύπνιας μου
κι αν τώρα κάθε που αναδαίνω
βγαίνει τ’ όνομά σου
όταν θ’ αρχίσω να γυρίζω

στους σκοτεινούς δρόμους του κόσμου,
με μόνο μια χούφτα φεγγαρόπετρες

να μ’ οδηγούν τυφλώνοντας τον κόσμο

με τις λάμψεις του τρελού γέλιου σου,
της καλόγριας που κρατούσε τα κλειδιά,
κουφαίνοντας τον κόσμο

με τους ήχους της ταράτσας,
με τις κραυγές αυτών που βασανίστηκαν

κι αυτών που βασανίζουν
τραντάζοντας τον κόσμο

με τη γλώσσα τούτη του θανάτου
ίσως τότε θα ‘χεις βρει το δρόμο

στο δικό σου το λαβύρινθο
ίσως εσύ τότε

θα στέκεσαι περήφανο δεντρί,
στο σταυροδρόμι του κόσμου,
μ’ όλους τους ποταμούς

να φτάνουν μυστικά στις ρίζες σου,
ίσως τότε τα παιδιά σου,
μαζί μ’ όλα τα παιδιά,
να προλάαουν τον καιρό και τη ζωή
μια στιγμή πριν απ’ το χάος.

Και πια δε θα ‘χει μείνει

τίποτ’ από μένα
ούτε η τύψη που έμελλε να γίνω
ούτε το άγγιγμά μου στο χέρι σου
ούτε το πιο δικό μου,

η γλώσσα μου,
μα θα ‘χω διαλυθεί

σ’ όλους τους ποταμούς του κόσμου

θα ‘χω γράψει τ’ όνομά σου,

που φοβόμουνα,
ως την άλλη όχθη
και το κορμί μου -ίσως- νεκρό
μα πάλι ακέραιο θ’ αναπαύεται
με γύρω του τη θύμησή σου
και τη λιόλουστη ζωή.

Back To Top