skip to Main Content
Μίκης Θεοδωράκης, ο Μεγάλος Έλληνας εκφραστής της Αρμονίας και του Λόγου του Σύμπαντος

Πρόλογος του Γιώργου Κασιμάτη στο βιβλίο του  Μίκη Θεοδωράκη «Μονόλογοι στο λυκαυγές», Εκδ. «ΙΑΝΟΣ», 2017 σελ.14-26

Γιώργος Κασιμάτης

Ίσως ελάχιστοι έχουν συνειδητοποιήσει, παρότι συνεχώς διαβάζουν και απολαμβάνουν κείμενα του Μίκη Θεοδωράκη, ότι ο μεγάλος μουσουργός μας είναι ένας πολύ σημαντικός συγγραφέας με ασυνήθιστα πλούσιο έργο. Αυτό οφείλεται στο ότι το έργο αυτό επισκιάζεται από την ακτινοβολία στον παγκόσμιο ορίζοντα των δύο άλλων έργων του, της μουσικής του δημιουργίας και του μέχρι αυτοθυσίας ακαταπόνητου αγώνα του για τον άνθρωπο και τις αξίες του. Το ότι στις δύο αυτές δημιουργικές παρουσίες του Μίκη Θεοδωράκη προστίθεται και ένας αντίστοιχος γραπτός λόγος ευρύτατων διαστάσεων, μένει στη σκιά της λάμψης του Μουσουργού και του Αγωνιστή. Αν κανείς αναδιφήσει τον γραπτό λόγο του Μίκη Θεοδωράκη. Θα διαπιστώσει ότι αποτελεί το στέρεο και βαθύ θεμέλιο Λόγου πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η καλλιτεχνική του Δημιουργία και βλάστησε ο Αγώνας του για τον Άνθρωπο.

Ο γραπτός λόγος του Μίκη Θεοδωράκη είναι πολυδιάστατος και πολύμορφος: είναι λόγος ποιητικός, πολιτικός, θεωρητικός και φιλοσοφικός και λόγος γενικότερου στοχασμού με ατέλειωτες διακλαδώσεις. Πρέπει, όμως, να υπογραμμίσομε ότι ολόκληρο το έργο του Μίκη Θεοδωράκη, Λόγος και Τέχνη, είναι πολιτικό, με την αριστοτελική έννοια της πολιτικής και της εν γένει αρχαίας ελληνικής αντίληψης για τον Άνθρωπο. Ο ίδιος, με τη δημιουργία του και τον αγώνα, αποτελεί παρουσία της κορυφαίας βαθμίδας του ανθρώπου ως «πολιτικού ζώου». Ιππεύοντας πάνω στο άτι της διαλεκτικής του ιστορικού γίγνεσθαι, είναι έργο συνεχούς δημιουργίας και διάπλασης αρχών της ανθρώπινης ζωής και συμβίωσης, είναι έργο πολιτικό και εκφράζει την προσωκρατική κοσμοθεωρία της συμπαντικής αρμονίας και πολεμικής διαλεκτικής, καθώς και της σωκρατικής, της πλατωνικής και της αριστοτελικής ηθικοπολιτικής ανθρωποθεωρίας για τη διαλεκτική της αέναης σύγκρουσης του «καλού» και του «κακού».

Για να κατανοήσομε το σπάνιο φαινόμενο σύνθεσης της καλλιτεχνικής δημιουργίας και του διαρκούς, με ψυχή και σώμα. Αγώνα για τον Άνθρωπο, που συνθέτουν ολόκληρη τη ζωή του Μίκη Θεοδωράκη, θα πρέπει να έχομε μπροστά μας τη θεωρητική βάση πάνω στην οποία οικοδομείται η δημιουργία, η δράση και η σκέψη της προσωπικότητάς του. Στην «Εισαγωγή» (σ. 27) αυτού του βιβλίου, καθώς και στο κείμενο της ομιλίας του για τη Συμπαντική Αρμονία, ο ίδιος ο συγγραφέας αποκαλύπτει με γλαφυρότητα την ανθρωπο-κοσμοθεωρία του. Είναι ολοφάνερα σ αυτές τις αναφορές του τα ουσιαστικά στοιχεία του διαχρονικού ελληνικού Λόγου και Τέχνης, του ελληνικού μύθου, της θεώρησης του Ανθρώπου και του Κόσμου, της προσωκρατικής, της σωκρατικής, της πλατωνικής και της αριστοτελικής σκέψης, της ευρύτερης κλασικής και της ελληνιστικής γνώσης και φιλοσοφίας, τα στοιχεία του αρχαίου Κάλλους και της αρχαίας ελληνικής Τέχνης, της θρησκείας του Δωδεκάθεου, της μόνης θρησκείας που χτίστηκε πάνω στη Γη. Είναι, επίσης, ολοφάνερη η Διαλεκτική, τόσο η κοσμική των Προσωκρατικών, όσο και η κοινωνική διαλεκτική σωκρατικής προέλευσης. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της δημιουργίας και της σκέψης του Μίκη είναι ότι το ελληνικό παράθυρο θέασης του Κόσμου δεν κλείνει με τη γέννηση του Χριστού. Η ουσία της αρχαίας γνώσης και αντίληψης του Κόσμου επέζησε. εμπλούτισε τον Λόγο της χριστιανικής θρησκείας στην Ανατολή, διέπλασσε τον πολιτισμό του Βυζαντίου, κίνησε τη γνώση και τη σκέψη της Δύσης και, παρά τα χτυπήματα που δέχεται σήμερα από το κοινωνικοπολιτικό και αντικοινωνικό οικονομικό μας σύστημα που τερατογέννησε η ανώριμη να τη συνεχίσει μεταχριστιανική Δύση, εξακολουθεί να ωθεί προς τα εμπρός τον πολιτισμό του πλανήτη. Αυτής της ζωντανής συνέχειας έκφραση είναι ο Λόγος και η Τέχνη του Μίκη Θεοδωράκη.

Η Συμπαντική Αρμονία, που μας προβάλλει αποκαλυπτικά ο Συνθέτης, αποτελεί ακατάλυτη αρχή και ουσία του Σύμπαντος, μέσω της οποίας ο άνθρωπος βλέπει, ακούει, εγγίζει, γεύεται, οσφραίνεται και κατανοεί τον Κόσμο ως αισθητικά και έλλογα κεκοσμημένη ύπαρξη και τον εαυτό του ως αδιάσπαστο μέρος της. Η Συμπαντική Αρμονία ως συμπαντική αρχή είναι ταυτόσημη με τον Λόγο της Παλαιάς Διαθήκης ως αρχή της Γένεσης και της αριστοτελικής Λογικής ως αρχής συγκρότησης του Κόσμου. Η μαθηματική συγκρότηση της μουσικής μας δείχνει την αδιάσπαστη αυτή ενότητα Αρμονίας και Λόγου: η Αρμονία είναι έλλογη και ο Λόγος αρμονικός. Αυτή η σχέση συνιστά θεμελιακή αισθητική αρχή της Τέχνης. Η Συνείδηση του Ανθρώπου αποτελεί το μεγάλο και μοναδικό παράθυρο από όπου ο άνθρωπος θεάται με όλα του τα αισθητήρια τον Κόσμο μαζί με τον Εαυτό του, και το μεγάλο και μοναδικό πεδίο όπου το χωροχρονικό θέαμα του Σύμπαντος κατανοείται και συγκροτείται σε έλλογο και αρμονικό, γήινο και υπαρκτό Κόσμο. Η χωροχρονικότητα της θέασης και του υπαρκτού Κόσμου συλλαμβάνεται στη συνείδηση του Ανθρώπου ως διαλεκτική Κίνηση, αυτό που εκφράζει η ηρακλείτεια Ροή των πάντων και ο γεννήτορας Πόλεμος. Έτσι, η έννοια της Ύπαρξης, του πραγματικού ιστορικού κόσμου, ολοκληρώνεται με τη δημιουργική κίνηση. Αυτή η δημιουργική κίνηση, η οποία συνελήφθη από τη μεγαλοφυή ηρακλείτεια σκέψη ως Ροή, εγκλείει μέσα της τη διαλεκτική σύγκρουση, τον γεννήτορα Πόλεμο. Η ανθρωπο-κοσμοθεωρία αυτή, η οποία αποτελεί τη γέφυρα που συνδέει την αρμονία της δημιουργίας με τη δημιουργική σύγκρουση, γεννήθηκε στην αρχαία ελληνική σκέψη, από την προσωκρατική μέχρι και την αριστοτελική, και παρουσιάζεται με πάρα πολλές μορφές στη ζωή και στο έργο του Μίκη Θεοδωράκη. Γι’ αυτό ο Μίκης Θεοδωράκης είναι ένας αληθινός συμπαντικός Έλληνας. Τα δύο αυτά συστατικά στοιχεία της συμπαντικότητας και της ελληνικότητας, που συνθέτουν την προσωπικότητα του Έλληνα Συνθέτη και πραγματώνονται διαρκούς στο έργο του, είναι ολοκάθαρα ορατά σ’ αυτή τη μικρή -σε σύγκριση με το τεράστιο έργο του- συλλογή. Η προσέγγισή τους μας δείχνει καθαρά τι σημαίνουν.

Το πρώτο στοιχείο που απαντά κανείς, διατρέχοντας την προκειμένη συλλογή, είναι το ζευγάρωμα του οράματος Συμπαντικής Αρμονίας με τη Γη, το ζευγάρωμα του Ουρανού και της Γης πάνω στη Γη, του συμπαντικού Ωραίου με την ανθρώπινη Τέχνη. Γράφει ο Μίκης Θεοδωράκης στην «Εισαγωγή» (σ. 27) του παρόντος βιβλίου: «Μονάχα η Ομορφιά είναι ανεξήγητη, άπιαστη, άναρχη και ατελείωτη. Αθάνατη! Θεϊκή! Χωρίς Αρχή και Τέλος. Και βασικά, Απροσπέλαστη». Μέχρι εδώ είναι το όραμα του Ωραίου, για να συνεχίσει με την προσγείωση και ενανθρώπισή του: «Δεν τη διαλέγεις. Σε διαλέγει! Για να δείξεις στους Εκλεκτούς ένα ελάχιστο μέρος από το Φως της Συμπαντικής Αρμονίας! Με ήχους, με χρώματα και σχήματα, με λέξεις και φαντασία, με Σκέψεις και Αποκαλύψεις, με Αγάλματα και κίονες Δωρικούς, Ιωνικούς, Κορινθιακούς, να στηρίζουν Ναούς στο σχήμα τ’ Ουρανού!»

Θα πρέπει εδώ να υπογραμμίσω ότι η Συμπαντική Αρμονία του Μίκη Θεοδωράκη δεν είναι μια φαντασιακή μεταφυσική έννοια· αναφέρεται σε μια αισθητηριακή σύλληψη του υλικού Σύμπαντος. Αναφέρεται στον έναστρο ουρανό και όχι σε αόρατο και ακατανόητο Ουρανό. Το όραμά του δεν είναι φαντασίωση μεταφυσική· είναι ουτοπική μορφή που πλάθει ο άνθρωπος ως στίγμα προσανατολισμού της πραγματικής πορείας της ζωής του. Είναι μια ιστορική, με ανθρώπινα κριτήρια τέλεια μορφή ανθρώπινης ζωής, κοινωνίας και ανθρώπινου στόχου, που κατευθύνει τη δημιουργία του Ανθρώπου και τη θέλησή του να την πραγματώσει. Άλλωστε η Ουτοπία, ως φιλοσοφία, δεν είναι Ιδεαλισμός· είναι Ρεαλισμός, γιατί είναι μια πλασματική αναμόρφωση της ατελούς πραγματικότητας. Είναι αυτό που είπε παραστατικά ο Όσκαρ Ουάιλντ: «Το πλοίο της Ιστορίας ξεκινά πάντοτε από το λιμάνι της Ουτοπίας»· είναι ο πλατωνικός «ιδεαλισμός», ακόμη και ο συμβολισμός της σύνδεσης του γήινου στο Δωδεκάθεο. Σε όλο το έργο του Έλληνα Συνθέτη, και ιδίως σε ό,τι έχει γράψει για τη Συμπαντική Αρμονία, απαντά η θέση αυτή. Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι και η σχετική του ομιλία στο Συμπόσιο του 2006, όπου έχομε το άρρηκτο δέσιμο του συμπαντικού με το γήινο. Ας

δούμε δύο αποσπάσματα, για παράδειγμα: «Ο μύθος θέλει τον Διόνυσο να είναι ο πρώτος που γεύτηκε τον καρπό της αμπέλου, τον οίνον, και μέθυσε. Έτσι, το στοιχείο της μέθης προστίθεται στη ζωή των ανθρώπων. Ο Έρωτας, τα όργια και η μέθη γίνονται σύμβολα της ενθουσιαστικής ζωτικότητας και της αενάου δημιουργίας». Ακόμη: «Πίστευα τότε ότι η Τέχνη είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να δημιουργήσει μέσα μας τον μικρόκοσμο, σε πλήρη αντιστοιχία με τον Κόσμο. Να μεταφέρει τον Νόμο που καθορίζει την Αρμονία του Σύμπαντος, μέσα μας. Να μας κάνει τον καθένα μας μικροσκοπικά ηλιακά και γενικά αστρικά συστήματα. Ώστε ο καθένας από μας να “κουρδιστεί” σύμφωνα με το Διάστημα που μας περιβάλλει. Να εναρμονιστεί η εσωτερική μας αρμονία με την Παγκόσμια. Και να γίνουμε έτσι μόρια ζωντανά της μίας και μόνης Αρμονίας, της Συμπαντικής. Αυτή η τελείωσή μας αντιστοιχούσε για μένα με τον υπέρτατο σκοπό της ζωής».

Μέσα σ’ αυτό το ζευγάρωμα που επιτελεί ο δέκτης της Συμπαντικής Αρμονίας βλέπει κανείς τέσσερα πολύ βαθύτερα στοιχεία της Ύπαρξης: Βλέπει το αδιαίρετο Όλον Ανθρώπου και Κόσμου στον ιστορικό χρόνο και τόπο- βλέπει τον Άνθρωπο, όχι ανθρωποκεντρικά, ως φορέα κεντρικής συμπαντικής θέλησης, γνώσης και πίστης, που επιλέγει τον δημιουργό, τον θεό του και την αποστολή του, αλλά ως αδιάσπαστο μέρος του Κόσμου και ως οντότητα της ενιαίας Ύπαρξης· βλέπει την αποστολή του Ανθρώπου να είναι «επιλεγμένη» εγγενούς («φύσει», όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης) για να είναι δέκτης του συμπαντικού σήματος Αρμονίας και Λόγου και για να προσγειώνει και να ενανθρωπίζει δημιουργικά, στάλα στάλα, το συμπαντικό σήμα στον ιστορικό χρόνο της Γης, συνθέτοντας με Λόγο και Τέχνη τη δημιουργία του «καλού»· βλέπει, τέλος, να υποφώσκει σ’ αυτή την αποστολή το ζευγάρωμα της Τέχνης και του Λόγου με την Αντίσταση και ο Αγώνας ως πόλεμος του «καλού» κατά του «κακού».

Η τελευταία αυτή σύζευξη γεννά την ανώτατη βαθμίδα της Διαλεκτικής του Πολέμου για τον Άνθρωπο και τη γήινη κατάκτηση του ύπατου οράματος του πραγματικού, όπως ανέφερα πιο πάνω. Κόσμου: της Συμπαντικής Αρμονίας, του Ωραίου, του Κάλλους της αρχαίας ελληνικής Αισθητικής. Το όραμα του Μίκη δεν είναι ένα κενό ρομαντικό ή ιδεαλιστικό είδωλο, όπως τα νεφελώδη και άπιαστα οράματα του Ρομαντισμού ή οι ιδέες του προεγελιανού Ιδεαλισμού ή οι φαντασιώσεις της θρησκευτικής Μεταφυσικής. Είναι η ένταξη του οράματος στη διαδικασία της ανθρώπινης δημιουργίας του «καλού». Είναι η πλατωνική Ιδέα του Ωραίου που «βλέπει» και η Συμπαντική Αρμονία που «ακούει» ως γήινος δέκτης. Η πλατωνική Ιδέα δεν είναι η φαντασιακή οντότητα ενός κόσμου ασύνδετου λογικά και νοητικά με τον πραγματικό, όπως γίνεται με το φαντασιακό άλμα του ιδεαλισμού· είναι η νοητική και έλλογη ολοκλήρωση της γήινης ατελούς οντότητας, που δημιουργεί και «βλέπει» ο άνθρωπος για να πορεύεται προς αυτήν. Τη Συμπαντική Αρμονία «ακούει» ο Συνθέτης με τα γήινα αυτιά του, τη συλλαμβάνει, τη «μιμείται» αριστοτελικά αναδημιουργώντας την και μ’ αυτή πολεμά τη δυσαρμονία (το «διάφωνο»). Τον Λόγο της Συμπαντικής Γένεσης κατανοεί και εκφράζει ως συμπαντική λογική κατά του παραλόγου.

Παράθυρο από όπου θεάται και πηγή από όπου αντλεί ο Μίκης Θεοδωράκης το συμπαντικό στοιχείο του έργου και της δράσης του είναι η ιστορικά συγκροτημένη υπόσταση και προσωπικότητά του με όλα τα αισθητήριά της και η ιστορική ελληνική θέα προς τον κόσμο και προς τον εσωτερικό άνθρωπο. Αυτή η ελληνική θέαση του Κόσμου συνέθεσε τη ζωή και το έργο του Μίκη Θεοδωράκη. Αυτό το «παράθυρο» θέασης Κόσμου και Ζωής δεν είναι επίκτητο, όπως είναι στους ελληνιστές. Είναι μέσα του, είναι εγγενές του ελληνογενούς γονιδιώματός του. Γι’ αυτό και δεν θεάται απλώς, αλλά θεάται και δημιουργεί διαλεκτικό έργο Λόγου, Τέχνης και Δράσης. Στη συνείδηση αυτής της θέασης και δημιουργίας είναι θεμελιωμένος και ριζωμένος ο «πατριωτισμός» του Έλληνα διαλεκτικού Δημιουργού και Αγωνιστή. Ο πατριωτισμός του Μίκη Θεοδωράκη δεν είναι ο πατριωτισμός της εξουσίας κατάχτησης και υποδούλωσης άλλων πατρίδων και λαών, ούτε ο πατριωτισμός ανταγωνιστικού πολέμου έχθρας που αποβλέπει στην επικράτηση της πατρίδας με την καταστροφή και υποταγή μιας άλλης. Δεν είναι ο πατριωτισμός του γένους απέναντι στα άλλα γένη, ο πατριωτισμός των φυλετικών, των εθνικών, των γλωσσικών, των πολιτισμικών και των εν γένει ιστορικών διακρίσεων, που γεννούν τον εθνικισμό, τον ρατσισμό, την ξενοφοβία, την έχθρα. Πηγή και βάση του πατριωτισμού του Μίκη Θεοδωράκη είναι: αφενός η συνείδηση της πατρίδας ως ιστορικού χώρου, με τον οποίο κάθε άνθρωπος συνδέεται με βιολογικές, κοινωνικές και πολιτισμικές ρίζες, μέσα από τις οποίες αντλήθηκαν τα στοιχεία του γονιδιώματος που συνθέτουν την προσωπικότητά του, και αφετέρου η συνείδηση των ελληνικών ριζών που έθρεψαν το γονιδίωμα της δικής του προσωπικότητας. Ο πατριωτισμός του Έλληνα Συνθέτη ξεκινά από τη συνειδητή αναγνώριση και τον σεβασμό των πατρίδων, ενώ του Έλληνα Αγωνιστή θεμελιώνει τον αγώνα προστασίας των πατρίδων όλων των λαών και τον Αγώνα υπεράσπισης της δικής του πατρίδας, της Ελλάδας. Αυτός ο πατριωτισμός γίνεται θεμελιώδης ηθική αρχή και θεμελιώδες χρέος, που διέπει καθοριστικά την καλλιτεχνική του δημιουργία και τους αγώνες του. Η βαθύτατα αντικειμενική και γενική αξία που έχει η πατρίδα για τον άνθρωπο και την ανθρώπινη κοινωνία είναι ανάγλυφη στην έννοια της Συμπαντικής Αρμονίας, όπως την «είδε» και την «άκουσε» μέσα από το παράθυρο της διαχρονικής ελληνικής αισθητικής και σκέψης. Από αυτόν τον δεσμό Κόσμου και ελληνικής θέασής του γεννήθηκε στη σκέψη και στην ψυχή του Μίκη Θεοδωράκη ο πατριωτισμός του και η έννοια της πατρίδας ως συμπαντικής έννοιας. Εύγλωττα εκφράζουν αυτή τη γέννα το motto της «Εισαγωγής» σ’ αυτό το βιβλίο: «Λίκνο ομορφιάς και μέτρου η πατρίς μου» («Αρκαδία VI – Θούριον») και πιο κάτω η φράση: «Και γεννήθηκε το Μέτρο, η Συμμετρία, η Αρμονία κατ’ εικόνα και ομοίωση της Συμπαντικής Αρμονίας με τον Νόμο Δημιουργό να στέκει ακίνητος πάνω από τον Ιερό Βράχο». Κορυφαία έκφραση του πατριωτισμού του Μίκη Θεοδωράκη αποτελεί και η ομιλία του προς την Ακαδημία Αθηνών στις 3 Δεκεμβρίου 2013, όπου διατυπώνει και το μεγάλο, βαθύτατα πολιτικό, όραμά του για την Ελλάδα. Βλέπει κανείς καθαρά την έννοια της πατρίδας που λέγεται Ελλάδα και τον πολιτισμικό δεσμό με τον ιστορικό αυτόν χώρο: βλέπει τις διαστάσεις εκείνες και το βάθος της ουσίας της που την ανεβάζουν πάνω από τις έννοιες του κράτους, των εδαφικών συνόρων, της κάθε μορφής εξουσίας, του εθνικισμού και των κοινωνικών και φυλετικών διακρίσεων. Εδώ, η πατρίδα ανεβαίνει στο στερέωμα των ακατάλυτων αξιών του ανθρώπου και το έναστρο στερέωμα των αξιών γίνεται ο χάρτης των πατρίδων όλων των λαών. Μέσα από αυτή τη σημασία της Πατρίδας, τα συμπαντικά αισθητήρια του Συνθέτη «βλέπουν» όλες τις πατρίδες να αποτελούν στοιχείο ουσίας της αξίας κάθε ανθρώπου, κάθε εποχής και κάθε κοινωνίας· όπως ακριβούς «ακούει» και «βλέπει» τη συμπαντική αρμονία του έναστρου ουρανού, ανεξάρτητα από το μέγεθος και τη δύναμη λάμψης τού κάθε αστεριού. Αυτή ακριβώς είναι η ουσία του πατριωτισμού του Μίκη Θεοδωράκη. που «διευθύνει» -χωρίς μπαγκέτα εξουσίας, όπως διευθύνει ανέκαθεν και ο ίδιος την ορχήστρα του- τη διαλεκτική της ζωής του.

Ο Μίκης Θεοδωράκης, ενσαρκώνοντας με ολόκληρη τη ζωή του τη Διαλεκτική που περιγράψαμε, είναι «φύσει» ενταγμένος στο ευρύτατο ιστορικό πεδίο της αριστοτελικής πολιτικής διαλεκτικής, στο πεδίο της «φύσει πολιτικής κοινωνίας», όπου ο «φύσει πολιτικός» άνθρωπος δρα και ζει «πολιτικά» ως πολιτικός ρυθμιστής της κοινωνικής συμβίωσης, με προσανατολισμό τη διαρκή και ατελεύτητη προσέγγιση της ολοκλήρωσής του. Το μεγάλο βήμα προς το πεδίο του πολιτικού αγώνα το χάνει με τη σύνδεση της Τέχνης, ως της ανθρώπινης έκφρασης της Συμπαντικής Αρμονίας, με την Ηθική. Η Ηθική, ως σύστημα κοινωνιογενών κανόνων που ρυθμίζουν την κοινωνική συμβίωση, αποτελεί την ανθρώπινη -ατελή πάντοτε- μετουσίωση του κοσμικού Ρυθμού. Ως ρυθμιστικό σύστημα της ανθρώπινης κοινωνίας, που παράγει η ίδια, αποτελεί την ουσιαστική βάση της «πολιτικής» ως ανθρώπινης ρυθμιστικής δύναμης και αρχής της συγκρότησής της σε «πολιτική κοινωνία». Το δίκαιο της πολιτικής κοινωνίας δικαίου, που παράγεται σε δημοκρατία πολιτικής ελευθερίας και κοινωνικής ισότητας, είναι προϊόν της Πολιτικής. Η σχέση αυτή Ηθικής και Πολιτικής είναι σχέση ουσίας, που συγκροτεί και συνέχει τη δόμηση και τον ρυθμό λειτουργίας της ανθρώπινης κοινωνίας ως πολιτικής κοινωνίας. Όλα όσα είναι γεννήματα της Πολιτικής: η μορφή της πολιτείας, το πολίτευμα, το δίκαιο, οι θεσμοί, η όλη συγκρότηση της ανθρώπινης κοινωνίας, κάθε κοινωνικό σύστημα εξουσίας και κάθε δράση του ανθρώπου που αφορά στην κοινωνική συμβίωση, έχουν βάση την κοινωνική ηθική, δηλαδή τον κοινωνιογενή Ρυθμό, που αποτελεί την ανθρώπινη προσομοίωση του συμπαντικού στον ιστορικό χωροχρόνο. Εάν όλα αυτά δεν έχουν αυτή την ανθρώπινη ηθική βάση, μπαίνουν στο πεδίο του «γεννήτορα Πολέμου» αντιμέτωπα με τη κοινωνική Αντίσταση και, ταυτόχρονα, στην πορεία της Διαλεκτικής της Ιστορίας, όπου υφίστανται τον ιστορικό παραμερισμό και την ιστορική υποκατάσταση. Εδώ ακριβώς η Ηθική της Πολιτικής αλλάζει ρόλο και από θεμέλιο του («καλού») κοινωνικοπολιτικού συστήματος γίνεται θεμέλιο της Αντίστασης κατά του «κακού», που αγνοεί τον Άνθρωπο και το «ευ ζην» της κοινοτικής του συμβίωσης. Η Ηθική, ως δεοντική αντιμετώπιση του «καλού» και του «κακού», αποτελεί Χρέος του Ανθρώπου. Το Χρέος αυτό του Ανθρώπου, που πηγάζει από την ηθική βάση της δημιουργίας και του αγώνα, είναι διάχυτο στο έργο και στη δράση του Θεοδωράκη, όπως το βλέπει κανείς και σε όλα τα κείμενά του που περιέχονται σ’ αυτό το βιβλίο. Ως παράδειγμα αναφέρω μόνο το κείμενο «Εκ βαθέων», ομιλία του Μίκη Θεοδωράκη στο διεθνές συνέδριο «Μίκης Θεοδωράκης» στα Χανιά της Κρήτης (31.7.2005).

Η Πολιτική είναι φύσει διαλεκτική δράση. Είναι η ίδια, όπως και ο «γεννήτορας Πόλεμος», διαλεκτική σύγκρουση του «καλού» και του «κακού». Λεν είναι η διαλεκτική «εχθρού» και «φίλου» της θεωρίας του Καρλ Σμιτ, η οποία ενέχει την εχθρική σύγκρουση της εξουσίας με την εξουσία και τη φονική κατάλυση του «εχθρού» – και όχι μια νέα σύνθεση με κριτήριο και κατεύθυνση το «καλό». Η θεώρηση της πολιτικής από τον Σμιτ, στην ουσία της, αφορά στον «πόλεμο» επικράτησης και επιβολής της εξουσίας και του φορέα της με τη βοήθεια και συστράτευση του συμμάχου «φίλου» και την υποταγή του «εχθρού» (αγώνας υποκείμενων εξουσίας με όνομα «εχθρός» και «φίλος»), «Εχθρός» δεν είναι το κοινωνικά «κακό» και η εξουσία για την εξουσία, αλλά ο αντίπαλος της εξουσίας «μου». Ούτε είναι «φίλος» ο αγωνιστής του «καλού», αλλά ο σύμμαχος της εξουσίας «μου». Καμιά ουσιαστική σύνθεση πολιτικής διαλεκτικής με κοινωνικό «ευ ζην» ουσίας δεν φαίνεται σ’ αυτή τη θεωρία. Το ίδιο νόημα ενέχει και η μακιαβελική έννοια της πολιτικής: «αρετή» είναι η ικανότητα επιβολής και διατήρησής της.

Στις βαθύτατα πολιτικές σκέψεις του Μίκη Θεοδωράκη στο κείμενο της ομιλίας του στη Γερμανία το 1987, που δημοσιεύεται εδώ με τίτλο «Αντιμανιφέστο», είναι ανάγλυφα τα χαρακτηριστικά αυτά στοιχεία της έννοιας της Πολιτικής. Αν και ο τίτλος του παραπλανητικά προδιαθέτει για αντιπολεμικό περιεχόμενο, πρόκειται για μια βαθύτατα πολιτική ανατομία της πολιτικής συγκρότησης της προσωπικότητας του ανθρώπου ως πολιτικού Αγωνιστή και της Πολιτικής ως διαλεκτικού Αγώνα για το κοινωνικό «καλό». Πρόκειται, ουσιαστικά, για ένα «μανιφέστο», το οποίο, αφού ανιχνεύει, βρίσκει, αναδεικνύει και προβάλλει την πολιτική συνείδηση ως γνώση του «καλού» και του «κακού» μέσα στον άνθρωπο, διακηρύσσει τον αγώνα κατά του «κακού» ως Χρέος. Αποχωρίζω τρία βασικά στοιχεία που αποκαλύπτει η ανατομική διείσδυση του «Αντιμανιφέστου» στην ανθρώπινη προσωπικότητα και την ανθρωποθεωρία του Μίκη Θεοδωράκη:

Το πρώτο στοιχείο είναι η ύπαρξη στο γονιδίωμα του ανθρώπου η δυνατότητα διάκρισης και επιλογής του «καλού» και του «κακού», η αντίστοιχη συνείδησή τους και το χρέος επιλογής του «καλού» και του αντίστοιχου αγώνα κατά του «κακού». Οι «ανθρωπομονάδες» είναι το σύνολο της ενέργειας που κινούν αυτή την επιλογή και τον αγώνα του για το «ευ ζην » του ανθρώπου στην πολιτική κοινωνία. Οι «ανθρωπομονάδες», ως δυνατότητα γνωστικής και ηθικής συνείδησης του «καλού», συνυπάρχουν με τη δυνατότητα γνωστικής και ηθικής συνείδησης του «κακού».

Το δεύτερο στοιχείο είναι η πολιτική φύση και σημασία της εξουσίας. Η εξουσία ως φαινόμενο λειτουργίας της ανθρώπινης κοινωνίας αποτελεί τη συνείδηση δυνατότητας, της δύναμης και της θέλησης του ανθρώπου να ρυθμίζει την κοινωνική του συμβίωση. Η εξουσία είναι εγγενής λειτουργία της πολιτικής κοινωνίας. Η «καλή» εξουσία είναι εκείνη που πηγάζει από το κοινωνικό σύνολο (τον «λαό»), υπάρχει για να είναι συνεχώς στη διάθεσή του και ασκείται διαρκούς γι’ αυτόν. Πρόκειται και την εξουσία που είναι «δημοκρατικά νομιμοποιημένη και νόμιμη». Η «κακή» εξουσία είναι εκείνη της επιβολής, η οποία αγνοεί τον άνθρωπο και την ανθρώπινη κοινωνία. Είναι η εξουσία χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση και δημοκρατική νομιμότητα της άσκησής της. Και οι δύο μορφές εξουσίας συγκροτούνται σε αντίστοιχα θεσμικά κοινωνικοπολιτικά συστήματα της πολιτικής κοινωνίας. Η εξουσία επιβολής στο απάνθρωπο και αντικοινωνικό θεσμικό σύστημα, η «κακή» εξουσία, καταγράφεται με γλαφυρότητα από τον Μίκη Θεοδωράκη στο «Αντιμανιφέστο». Ιδιαίτερα εύγλωττος είναι ο κατάλογος δίδυμων μορφών εξουσίας που υποτάσσουν, υποδουλώνουν και εξανδραποδίζουν τον άνθρωπο (εξουσιαστής-εξουσιαζόμενος, φοβίζων-φοβούμενος, διατάσσων-διατασσόμενος, αδικών-αδικούμενος, εκμεταλλευτής-εκμεταλλευόμενος, κλπ.). Ο Μίκης Θεοδωράκης έχει πλήρη συνείδηση ότι η εξουσία αυτή, η οποία δεν λειτουργεί για την ποιοτική συμβίωση του ανθρώπου, όπως αυτή καθορίζεται με την πραγματική θέληση της δημοκρατικής κοινωνίας, αλλά για τη γυμνή επιβολή του εξουσιαστή. καταστρέφει τον άνθρωπο και φθείρει τη φυσική του δυνατότητα να αγωνιστεί για το ουσιαστικό «ευ ζην»· τον καθιστά ανδράποδο («τον αδειάζει από ανθρωπομονάδες»).

Το τρίτο στοιχείο είναι η κριτική της εργασίας. Σε αυτό δίνω ιδιαίτερη βαρύτητα, γιατί αφενός η δυνατότητα δημιουργίας αποτελεί βαθύτατο συστατικό στοιχείο του Ανθρώπου ως συνειδητού, έλλογου και ελεύθερου δημιουργού των όρων ζωής του, και αφετέρου η ιστορική μετουσίωση αυτής της δυνατότητας σε ποικιλοτρόπως εξαρτημένη εργασία κατέστησε τον Άνθρωπο σε πραγματικό ανδράποδο: σε εξαρτημένο μέσο της ζωικής του επιβίωσης και σε υπόδουλο αντικείμενο της εξουσίας-εκμετάλλευσης. Τη μετουσίωση αυτή χρειαζόταν η αστική ιδεολογία για την εκμετάλλευση της ανθρώπινης παραγωγικότητας υλικών αγαθών με αλλαγή του ενδύματος της δουλοπαροικίας και της υποτελούς εργασίας και ο σοσιαλισμός για την αγιοποίηση των εργατών ως επαναστατικής κοινωνικής τάξης και δύναμης, συνεχίζοντας έτσι το ιστορικό λάθος του αστισμού για τον δικό του αγώνα εξουσίας. Η μετουσίωση αυτή της δημιουργικότητας του ανθρώπου σε εξαρτημένη εργασία στηρίχθηκε στη βάση πρόταξης της ζωώδους ανάγκης της επιβίωσης και υποδούλωσης του ανθρώπου σε όλα τα καθεστώτα εξουσίας για τον ίδιο σκοπό. Τη γνωρίσαμε στα καθεστώτα δουλείας, δουλοπαροικίας και υποτελούς υπηρεσίας, στο αστικό οικονομικό καθεστώς και στο καθεστώς του υπαρκτού σοσιαλισμού, ανεξάρτητα από το ποιος ήταν ο φορέας της εξουσίας σε κάθε ένα από αυτά. Αυτή η διαχρονική μετουσίωση κατέλυσε και έθαψε την αρχαία ελληνική αντίληψη της δημιουργίας της σχόλης/σχολής, του ελεύθερου χρόνου μάθησης, σκέψης και παιδείας ως πηγής και δύναμης δημιουργίας, που αποτελεί την ουσία της αξίας και της ολοκλήρωσης του Ανθρώπου. Σήμερα, στο οικονομικό καθεστώς του καπιταλισμού, όπου η κερδοσκοπική βουλιμία του κεφαλαίου έχει εξαγοράσει στο σύνολό του τον ελεύθερο χρόνο του ανθρώπου, η δουλεία της «δουλειάς» έχει ήδη πάρει ολοκληρωτικές διαστάσεις σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Αυτή τη δουλεία μας δείχνει ο Μίκης Θεοδωράκης στο ακόλουθο απόσπασμα του «Αντιμανιφέστου» του: «Έτσι, αν για μια στιγμή έλεγε κάποιος σ’ αυτόν τον μαχητή-δρομέα της παραγωγής: “Σταμάτησε να πάρεις μιαν ανάσα! Δεν χρειάζεται πια να δαπανάς τόσες δυνάμεις καθημερινά στη δουλειά σου. Έχεις ελεύθερο χρόνο!” Αυτός θα τον κοιτάξει με ορθάνοιχτα μάτια λες και βλέπει κάποιον Αρειανό, ρωτώντας με απορία: “Ελεύθερος χρόνος; Τι είναι αυτό;” Και με το δίκιο του. Γιατί σε όλα τα χρόνια των σπουδών του κανείς δεν του μίλησε για ελεύθερο χρόνο. Του είπαν πως η μοναδική κοινωνική αξία είναι η εργασία και ότι όλα λειτουργούν γύρω απ’ αυτήν. Του έμαθαν ότι ο άνθρωπος δεν εργάζεται για να ζήσει, αλλά ζει για να εργάζεται».

Από τη διαδρομή στη λεωφόρο της πολυδιάστατης πορείας ζωής του Μίκη Θεοδωράκη, αλλά και στο μικρό μονοπάτι του λόγου του που διατυπώνεται σ’ αυτό το βιβλίο, βλέπει κανείς να γίνεται στον Έλληνα Δημιουργό Τέχνης και Αγωνιστή η Συμπαντική Αρμονία και η Συμπαντική Διαλεκτική συνείδηση, δημιουργία και δράση. Ο σημαντικότερος, όμως, καρπός αυτής της διαδρομής είναι η απόκτηση της γνώσης για τη διαδικασία ενσάρκωσης των δύο αυτών συμπαντικών αρχών σε ανθρώπινη δημιουργία και σε «γεννήτορα πόλεμο», που σημαίνει ανθρώπινη γέννα του «καλού κ’ αγαθού» και σε ανθρώπινη αντίσταση και μάχη κατά του «κακού». Το βάθος αυτής της προσέγγισης μας αποκαλύπτει ότι η ανθρώπινη δημιουργία και η ανθρώπινη μάχη αποτελούν μια ενιαία ακατάλυτη σύνθεση δύναμης, η οποία έχει πηγή την ανθρώπινη συνείδηση γνώση και επιλογή του «καλού» κατά του «κακού» και ωθεί την ανθρώπινη ζωή προς τα εμπρός με στόχο την ολοκλήρωσή της. Ο στόχος, βεβαίως, είναι ανέφικτος και πάντοτε όραμα ουτοπίας. Όμως, ο ανθρώπινος αγώνας για δημιουργία και μάχη κατά του «κακού» συνθέτει την πραγματική ανθρώπινη ζωή. Πρόκειται για τον σισύφειο αγώνα που ανεβάζει τη δημιουργική πέτρα στην κορυφή, με στόχο τη χαρά της κορυφαίας ιστορικής στιγμής της αρχής της δημιουργίας για το «ευ ζην» και της θέασης του κόσμου. Ο Μίκης Θεοδωράκης γνωρίζει ότι η διάκριση «καλού» και «κακού» δεν είναι προαιώνια μεταφυσική απόφαση κάποιου Θεού που επιβλήθηκε στον Άνθρωπο. Γνωρίζει ότι τόσο η διάκριση όσο και η επιλογή του «καλού» είναι ανθρώπινα προϊόντα, διαπλάθονται ιστορικά μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία και, επομένως, ατελείς και η διάκριση και η επιλογή. Αυτή η ατέλεια, που είναι ατέλεια γνώσης και δύναμης του ανθρώπου, μας οδηγεί να έχομε πάντοτε το «καλό» και το «κακό», καθώς και τον στόχο της επιλογής του καλού, το «ευ ζην» σε εισαγωγικά – που δείχνει τη σχετικότητα των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Αυτή τη σχετικότητα εκφράζει και ο μύθος της γνώσης του Καλού και του Κακού ως προπατορικού αμαρτήματος που βαραίνει τον Άνθρωπο με αιώνια ευθύνη. Ο Έλληνας Συνθέτης έχει πάντα στη συνείδησή του τη διάκριση αρμονίας και δυσαρμονίας, των «Συμφώνων» και των «Διαφώνων», και ότι τα «Διάφωνα» ενυπάρχουν σε κάθε ανθρώπινη δημιουργία και δράση, σε όλους μας χωρίς εξαίρεση – ακόμη και στο άριστο ανθρώπινο «συμφωνικό» έργο. Ο Έλληνας Αγωνιστής γνωρίζει, επίσης, ότι ο ανθρώπινος αγώνας είναι σισύφειος. Αυτό δεν τον καταβάλλει. Αποδέχεται το άγχος και το άχθος να ανεβάζει ακούραστα την πέτρα στην κορυφή του βουνού για να χτίσει τον Ναό του Ωραίου και το Σπίτι του Ευ Ζην. Δεν λυγίζει, ούτε κουράζεται, γιατί έχει στόχο να ζήσει την κορυφαία ιστορική στιγμή, που θα του χαρίσει την έστω και στιγμιαία, αλλά κορυφαία απόλαυση της θέας του κόσμου και του «ευ ζην». Γνωρίζει ότι και πάλι θα έλθει η δύναμη του «κακού» και θα του σπρώξει την πέτρα της δημιουργίας στον κατήφορο και ότι ως πραγματικός αγωνιστής, θα κατέβει με αξιοπρέπεια για να αρχίσει και πάλι τον αγώνα του ανήφορου.

Back To Top