skip to Main Content
Μίκης Θεοδωράκης, ο ραψωδός της Μνήμης

Ο Ανδρέας Μαράτος προλογίζει το βιβλίο «Μίκης Θεοδωράκης, Πού να βρω την ψυχή μου», τόμος A ‘ Μουσική, Ιανός εκδόσεις. 2016

Συχνά φαντάζομαι τον Μίκη Θεοδωράκη στον λόφο των Μουσών να παρατηρεί απερίσπαστος τον ουράνιο θόλο κι ακούγοντας τον αδιόρατο αρμονικό τριγμό των μακρινών σωμάτων, όπως τον ταξιδεύει ο χρόνος, να γράφει μουσική μες στο μυαλό του. Ραψωδός της μνήμης, του χρέους, της ελευθερόφρονης σκέψης και του έρωτα για τη ζωή, έδεσε από την αρχή το έργο του με την ηχώ και τον ποιητικό λόγο των υψιπετών στιγμών της ανθρώπινης περιπέτειας.

Ο Μίκης Θεοδωράκης δεν είναι μεταμοντέρνος, δεν αρκείται στα θραύσματα, αλλά τα επανασυναρμολογεί σε μια ολοποιητική ενότητα, αναζητώντας απαντήσεις σε καθολικά ερωτήματα. Ο τρόπος που οικοδομεί το μουσικό του σύμπαν αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Έχει τον χαρακτήρα αναμνημόνευσης. Δεν πρόκειται για χρήση στοιχείων του παρελθόντος με διάθεση αναβίωσης αλλά για μια σύνθετη ποιητική διαδικασία με γενεαλογικά χαρακτηριστικά. Στο έργο του συνυπάρχουν η αρχαία τραγωδία, το βυζαντινό μέλος, το δημοτικό τραγούδι, οι λαϊκοί δρόμοι, το κλασικό τραγούδι, η συμφωνική μουσική, τα εκκλησιαστικά ορατόρια. Συγκροτείται έτσι ένας μουσικός κόσμος τέτοιου εύρους, στέρεας δομής και εσωτερικής συνοχής, που συνομιλεί ισότιμα με ένα απροσδόκητης έκτασης κι έντασης επιλεγμένο σύνολο ποιητικού λόγου. Και λέω πως συνομιλεί ισότιμα γιατί υπηρετώντας μουσικά τον ποιητικό λόγο, τον αναδημιουργεί. Το φαινόμενο είναι πρωτόγνωρο και μοναδικό σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο χαρακτήρας του έργου θα αποκτηθεί μέσα στο καμίνι της εποχής και. σε μια συγκλονιστική σχέση ανάδρασης που θα εγγράφει ανεξίτηλα στο συλλογικό ασυνείδητο, θα δημιουργήσει το μεγάλο κοινό του. Η εκκλησία του δήμου, το συλλειτουργό, η γιορτή στην πλατεία του χωριού, το λαϊκό γλέντι. ο χορός – ο ομαδικός και ο ιερατικός ζεϊμπέκικος -, το τραγούδι των επαναστατών, των εξεγερμένων, των φυλακισμένων, των εκτοπισμένων, των διαδηλωτών, η συνάντηση του Εγώ με τον Άλλο, ο έρωτας ως συμπαντική στιγμή κι ως ουτοπία αιωνιότητας, η εξεγερσιακή μελαγχολία της επίγνωσης των δυσκολιών, η μέθεξη σε ένα Εμείς αναστοχαστικό και ελπιδοφόρο, μοιάζουν να είναι δυνάμεις παρούσες σε κάθε συναυλία, προσδίδοντας της χαρακτήρα τελετουργίας και συμμετοχής που δεν χωρά παθητικούς ακροατές. Ορίζεται έτσι, κάθε φορά, ένας ημιτελής τόπος ιερότητας. Το ιερό στοιχείο έγκειται στο γεγονός ότι εντός του λειτουργεί η μνήμη, η δικαίωση και η λύτρωση. Ο Θεοδωράκης δεν ξεχνά ποτέ τους αδικοχαμένους της γενιάς του, ούτε τα όνειρα ελευθερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης που απέμειναν μετέωρα και ακρωτηριασμένα. Και είναι διαρκώς ημιτελής γιατί «στεγάζει» μια τέχνη ανοιχτή στο μέλλον της. Δεν υπάρχει χώρος για μεμψιμοιρία και παραίτηση, παρά μόνο για ελευθερόφρονα πνεύματα που επιμένουν. Πρόκειται για τον αεί διαφεύγοντα Όχι-Ακόμη-Τόπο της ελευθερίας και της χειραφέτησης, προσωπικής και κοινωνικής, εκεί που καθένας αναμετριέται διαρκώς με την αδικία και τη συλλογική, ήττα χωρίς να καταθέτει τα όπλα.

Ο δρόμος αυτός δεν ήταν εξαρχής δεδομένος, αντίθετα, όπως συμβαίνει πάντα στη ζωή, τον όρισαν κρίσιμα σταυροδρόμια κ επιλογές. Η στράτευση στο ΕΑΜ το ’43 στην Τρίπολη, η μάχη της Αθήνας τον Δεκέμβρη του ’44, οι εμφυλιακές διώξεις, η εξορία στην Ικαρία και τη μαρτυρική Μακρόνησο, οι νεκροί σύντροφοι, η ζωή στο Παρίσι της δεκαετίαςτου ’50 όπου βρέθηκε με υποτροφία του ΙΚΥ, η ΕΔΑ, οι Λαμπράκηδες, το κίνημα πολιτιστικής αναγέννησης, οι ερπύστριες του σκοταδισμού, η αντίσταση κατά της δικτατορίας, οι αγώνες για την ελευθερία με τη μουσική του να ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο, η επιστροφή, η δύσκολη προσαρμογή στα ελαστικά διλήμματα της μεταπολίτευσης, οι χιλιάδες συναυλίες, η σιωπή, οι παρεμβάσεις. Πορεία δεμένη μετά νάματα της αριστερής λαϊκής ελληνικότητας της ανυπότακτης Ρωμιοσύνης -οδηγητικό νήμα της γενιάς του και της τέχνης του- που αποκτά με τη. αυθεντικότηιά της οικουμενική εμβέλεια. Τα σταυροδρόμια όμως είναι καταγεγραμμένα και στην αυστηρή μαθηματική γλωσσά της μουσικής σε χιλιάδες παρτιτούρες με την ακρίβεια μοναχού μικρογράφου του Μεσαίωνα. Η κλασική μουσική παιδεία του Μίκη και η αγάπη του για τη συμφωνική μουσική, τον Μπαχ και τους μεγάλους ρομαντικούς θα βρεθούν αντιμέτωπες στο Παρίσι με την κυριαρχία της σειραϊκής, ατονικής μουσικής. Θα αποφασίσει να συγκεράσει τους δύο κόσμους εισάγοντας τη θεωρία των τετραχόρδων. Πρόκειται για την προσπάθεια κωδικοποίησης της σειραϊκής τεχνικής σε μια προσωπική μέθοδο, που θα του επέτρεπε να μεγιστοποιήσει τη δυνατότητα ρυθμικών αναπτύξεων και παραλλαγών και να στηρίξει τις ελεύθερες εμπνεύσεις του βασισμένος στην ελληνική δημοτική μουσική παράδοση. Οι λεπτομέρειες αυτές αποδίδουν τον συνθετικό τρόπο σκέψης και το κόκκινο νήμα των επιλογών του Θεοδωράκη. Παρά τη βράβευσή του από τα χέρια του Σοστακόβιτς, τις παραγγελίες από το Κόβεν Γκάρντεν. την αποδοχή κοινού και κριτικών, θα επιλέξει να επιστρέφει στην Ελλάδα, επιτελώντας το προσωπικό του χρέος. Ο Επιτάφιος θα γίνει ορόσημο. Εκείνη τη στιγμή διανοίγεται οριστικά το μουσικό του σύμπαν. Ο στοχαστικός μουσικός λυρισμός, που διαπερνά διαχρονικά το έργο του τότε, κατοχυρώνει την ταυτότητά του στη συνείδηση του κόσμου. Οι μελωδίες του θα βρουν το κοινωνικό και ιστορικό πεδίο έκφρασης για να εκβάλουν με ορμή.

Θα τραγουδηθούν σε θέατρα, μπουάτ, αίθουσες συναυλιών και κινηματογράφους, σε γειτονιές, ακάλυπτους και αυλές, σε δρόμους διαδηλώσεων και σε πολιτικές συγκεντρώσεις, σε γήπεδα και σε πλατείες, θα διαδοθούν ηχογραφημένες σε δίσκους και κασέτες, θα φυγαδευτούν στο εξωτερικό ως πολύτιμοι ταξιδιώτες του ανυπότακτου πνεύματος στα χρόνια της δικτατορίας, θα τις μάθουν φυλακισμένοι και εξόριστοι, θα ακουστούν σε μακρινές γειτονιές και πολιτείες σε όλο τον κόσμο.

Η ποίηση του αδελφού του Γιάννη, τα κρυπτικά τοπία του Σεφέρη, οι συμβολικοί και πραγματικοί τόποι της Ρωμιοσύνης του Ρίτσου, το ολόφωτο αρχιπέλαγος του Ελύτη, οι φτωχογειτονιές και τα μνημονικά περάσματα του Λειβαδίτη, η εξεγερσιακή μελαγχολία του Αναγνωστάκη, η οργισμένη πολιτεία του Τριπολίτη, το μυθικό εορτολόγιο του Λόρκα, η εξεγερμένη ήπειρος του Νερούδα, η ανθρωπομορφική ερωτική φύση στην ποίηση του Καρατζά, η ευαισθησία του Μάνου και της Αγγελικής Ελευθερίου, θα γίνουν αξεπέραστοι κύκλοι τραγουδιών. Σε μια μοναδικής έντασης διαλεκτική υπέρβαση, που μόνο η τέχνη μπορεί να καταστήσει εφικτή, ο Μίκης θα μετατρέψει τους χώρους εγκλεισμού και εξορίας σε εξόδους στο φως της ελευθερίας. Ήλιος και Χρόνος, Κατάσταση Πολιορκίας, Επιζών, Πνευματικό Εμβατήριο, Αρκαδίες. Τραγούδια-ποταμοί. Αλλά και οι Συμφωνίες, τα Ορατόρια, οι Λυρικές Τραγωδίες.

Είναι αλήθεια πως οι καιροί αλλάζουν μα, όσο κι αν γίνεται δυσδιάκριτο, στο ποτάμι του κόσμου υπάρχουν δύο όχθες και για την τέχνη. Τα κοινωνικά γεγονότα δεν είναι φαινόμενα φυσικά. Ήρθε η στιγμή μες στην καρδιά της μεταπολίτευσης που ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας επέλεξε ή συμφώνησε να κρύψει τις αντιθέσεις κάτω από το χάλι, τους σκελετούς στις ντουλάπες, τις παθογένειες στο εικονοστάσι, να καλωσορίσει τους εγχώριους Φουκουγιάμα, να τελειώσει με την ιστορία. Αρκούσε να γίνει π ίδια κολυμβήθρα του Σιλωάμ, να ξεπλύνει παλιές αμαρτίες. Χρειάστηκε πακτωλός χρημάτων και μια συνωμοσία σιωπής. Είναι φανερό πως π Τέχνη που λειτουργεί ως μπορχιανός καθρέφτης, που σου λέει από πού έρχεσαι, ποιος ήσουν και ποιος θα μπορούσες να γίνεις, δεν χωράει στην ακινησία των εμπορευμάτων. Χρεώθηκε λοιπόν άσφαιρους βερμπαλισμούς και αλλότριες πληγές. Οι ταγοί του λάιφ στάιλ εμφανίστηκαν με το προσωπείο του ακομπλεξάριστου, αυτοδημιούργητου πετυχημένου. Η μέθοδος απλή: η ευτυχία είναι εικόνα- η μουσική, απλή ηχητική συνοδεία εκτονωτικής διασκέδασης- όλα είναι εμπορεύσιμα. Ο άχρονος μα και συνάμα ασθματικός χρόνος της κατανάλωσης δεν έμοιαζε να χωρά, μέσα στον αδηφάγο εσωτερικευμένο πανικό του, τις μεγάλες μελωδικές φράσεις. Από κοινού στο παιχνίδι, ολιγαρχία χρήματος, μίντια κι εγχώρια μουσική βιομηχανία με την παγκόσμια μουσική γλώσσα πανίσχυρη κι επελαύνουσα, έχοντας ήδη αφομοιώσει κάθε φωνή αμφισβήτησης. Τίποτε δεν εμπόδιζε πια την κατευθυνόμενη νοσταλγία σε μια τέχνη άνευρη, άσφαιρη και συχνά ευτελή. Ήρθε έτσι ο καιρός των μοναχικών τροβαδούρων και των πολλών μοναχικών ακροατών. Την ίδια στιγμή, η προβολή του Μίκη ως δημιουργού συμβάδιζε με την αποσιώπηση και τον ακρωτηριασμό ίου έργου του. Κι όμως, στις συναυλίες του, μια αδιόρατη αποκωδικοποιητική δύναμη απελευθερώνει πάντα τον νου, τη συλλογική μνήμη και τις αισθήσεις. Βλέπετε, μπορεί η κυρίαρχη γραμματική του καιρού μας να είναι μια στρεβλή γραμματική -σ’ αυτήν, ο μέλλοντας είναι συντελεσμένος, λες κ όλα έχουν πια προδιαγράφει-, ο θεοδωρακικός μουσικός κόσμος όμως μιλά άλλη γλώσσα. Δεν πολιτεύεται με τη συγκυρία και την ευτέλεια, αντιστρατεύεται τη ζωή-εμπόρευμα γιατί στρατεύεται με τον άνθρωπο που κοπιάζει, που δύναται, που επιθυμεί, που αγαπά που ονειρεύεται, που χτίζει συλλογικότητες αξιοπρέπειας και ανοιχτών οριζόντων. Δεν είναι τραγούδι της σύντομης μέρας μα ταξίδι στον μακρύ χρόνο. Ο ηλιοτροπισμός του, αυτή η «τρεμόσβηστη σπίθα στις υγρές μας παλάμες», τον καθιστά φωνή του μέλλοντος μας. Σκέπτομαι συχνά, έγραψα στην αρχή, τον Μίκη να κοιτά τον ουράνιο θόλο. Ίσως γιατί μας έχουν σημαδέψει οι «πρωτάκουστες βαριές αρμονίες» από το Πνευματικό Εμβατήριο του Σικελιανού, όπως τις συνέλαβε μουσικά, εξόριστος στα περίκλειστα βουνά της Αρκαδίας. Και οι κύκλοι των τραγουδιών του ως αστερισμοί ενός γαλαξία σχεδιασμένου από τον ίδιο. Επάλληλοι κύκλο της ζωής μετουσιωμένοι σε τέχνη. Απολογισμοί. Το όνειρο μιας ελεύθερης κοινωνίας καθολικής δικαιοσύνης ως της μόνης μορφής ανθρώπινης κοινωνίας που θα μπορούσε να ‘ναι συμβατή με την αρμονία του κόσμου. Η αέναη ταλάντευση ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό. Η μεγάλη διαδρομή από την ήττα -«Χαμένη γενιά τραγουδάς/χαμένη γενιά που με πας;»- στην Οδύσσεια μιας μαγικής περιπλάνησης κι από εκεί στον λυρισμό της σιωπής που κρύφτηκε η Ουτοπία -«Βεατρίκη πάψε να γελάς Σε αυτή την αγωνιώδη και διαρκή υπαρξιακή αναζήτηση θεμελιώδους νοήματος αποδίδω τη σύλληψη της συμπαντικής αρμονίας με τη γλώσσα της μουσικής.

Πιστεύω πως αν η Λατινική Αμερική κατορθώσει ποτέ να υλοποιήσει το μπολιβαριανό όνειρο της ελεύθερης ενότητάς της. 9c έχει το δικό της Γενικό Τραγούδι, το Κάντο Χενεράλ του Χιλιανού Νερούδα, όπως το μελοποίησε ο Μίκης. Πως το Μαουτχάουζεν θα μνημονεύει πάντα την πιο μαύρη τρύπα της ανθρωπότητας στον 20ό αιώνα, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τραγουδώντας για την ουτοπική νίκη του έρωτα σ’ όλα τα μέρη του θανάτου. Πως το ιερατικό τραγούδι «Της Δικαιοσύνης Ήλιε Νοητέ» από το Άξιον Εστί θα αναγνωριστεί κάποια στιγμή ως ο εθνικός ύμνος που μας κληροδότησε ο 20ός αιώνας. Και πως στα ραδιόφωνα του κόσμου δεν θα σταματήσει να ακούγεται η Μαρία Φαραντούρη να τραγουδά σχεδόν αλλόκοσμη… «Ομηρός οι δημιουργοί». Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τα σπαρακτικά «Περιβόλια». Ο Πέτρος Πανδής την «Εξεγερμένη Αμερική». Και ο ίδιος ο Μίκης στα Λυρικά να ιερουργεί, ένρινος, ψιθυριστός, αυτοσαρκαστικός, διονυσιακός…

Η μουσική του ταξιδεύει ήδη στον χρόνο, όπως κάθε τέχνη υψηλή που εξέφρασε αυθεντικά την εποχή της και αφουγκράζεται τα επερχόμενα. Περιμένει πάντα νέα ακροατήρια στις γειτονιές του κόσμου, που θα την ανακαλύψουν. Μας προσκαλεί και εμάς να συναντιόμαστε μαζί της χωρίς τις παρωπίδες του συρμού. Ας την ακολουθήσουμε σ’ αυτό το ωραίο ταξίδι.

Ανδρέας Μαράτος

 

Πηγή: Μίκης Θεοδωράκης, Μια ζωή δημιουργίας, ειδική έκδοση ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΚΗ, 2018

Back To Top