skip to Main Content
Μίκης Θεοδωράκης …τι μένει σήμερα απ’ το Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού

Απόσπασμα από τις σημειώσεις του συνθέτη για το Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού.

Στο Παρίσι μέναμε στη Rue de la Fontaine au Roi. Κάτω στην Ελλάδα, ο λαός είχε αρχίσει να τραγουδά ία τραγούδια μου. Πράγμα που μου έδινε μια απίστευτη ψυχική ευφορία που με οδηγούσε σε συνεχή γονιμότητα. Το 1960 γράφω το πρώτο τραγούδι, το «Ένα δειλινό»… Η ψυχή μου κάτω απ’ το ασήκωτο βάρος του Εμφύλιου, γεμάτη μορφές που ζητούσαν να αναστηθούν. Φίλοι χαμένοι στους τόπους του θανάτου γύρευαν να μιλήσουν… Έτσι γλιστρούσα προς τον μύθο της νεότερης Ελλάδας, έως ότου σμίξω και γίνω ένα μ’ αυτόν. Ο εκτελεσμένος στο «Ένα δειλινό», ο Παύλος (πρόκειται για τον Παύλο Παπαμερκουρίου, με τον οποίο είχαμε ζήσει μαζί στην παρανομία του 1948), βρήκε στη φαντασία μου έναν αδερφό, τον Ανδρέα, που ήταν δεξιός. Ανάμεσά τους στέκει η μάνα τους, όπως συνέβη σε πολλές οικογένειες και όπως ουσιαστικά έγινε με όλους τους εχθρούς-αδελφούς, όπως ήσαν όλοι οι Έλληνες στον Εμφύλιο.

Από τότε φάρδυνε η ψυχή μου για ν’ αγκαλιάσει όλα τ’ αδέρφια, δεξιούς κι αριστερούς. Τους γνώριζα και τους μεν και τους δε. Για μένα η μορφή τους μου ήταν οικεία. Παίζαμε κάποτε στις ίδιες γειτονιές. Μετά μπήκαμε στις ίδιες παρέες. Ερωτευτήκαμε τα ίδια κορίτσια. Στο γυμνάσιο καθόμαστε στα ίδια θρανία κι αργότερα στο πανεπιστήμιο ανταλλάσσαμε τα βιβλία και τις σημειώσεις μας. Όταν βρεθήκαμε αντιμέτωποι, πολεμήσαμε ο ένας τον άλλο με λύσσα. Τι όμορφο που είναι το μίσος! Ένα κτήνος έχεις μέσα σου που ηδονίζεται με το αίμα και τον θάνατο. Νικάς. Νικιέσαι. Το μίσος σε κρατά γερά.

Έτσι κρατήθηκα κι εγώ δέκα ολόκληρα χρόνια μετά το Μακρονήσι. Απομονώθηκα στην Αθήνα πρώτα, στο Παρίσι μετά. Έμενα σε σπηλιά. Στο δωμάτιό μου, με τροφή τη μουσική. Η αλλαγή ήρθε μόνη της. Δεν τη σκέφθηκα. Δεν την επιδίωξα. Το μίσος γινότανε αγάπη χωρίς να το καταλάβω. Όταν ήρθε ο Ανδρέας μέσα στο ποίημα και στήθηκε δίπλα στον αδερφό του τον Παύλο, ήταν σαν να ήρθαν όλοι οι παλιοί μου φίλοι στη γειτονιά και στο σχολείο. Πολλοί απ’ αυτούς σκοτώθηκαν στα βουνά. Ακόμα κι ο τελευταίος νεκρός του Εθνικού Στρατού στον Εμφύλιο έτυχε να είναι συμμαθητής μου. Ο καλύτερός μου φίλος, ο Μάκης Καρλής, κι αυτός ανθυπολοχαγός του Εθνικού Στρατού, έγινε κόκκινη βροχή όταν το τζιπ έπεσε πάνω σε νάρκη των ανταρτών. Πώς να με νιώσουν οι άλλοι, όσοι δεν ζήσανε αυτές τις καταστάσεις; Για όσους Αριστερά-Δεξιά είναι άδειες, κούφιες ιδέες, χωρίς πρόσωπα, χωρίς σάρκες και πόνο;

Περνούσα απ’ το μίσος στην αγάπη με τη γονιμότητα. Οι νέοι ήρωές μου χτυπούσαν με τα μαχαίρια τους τη γη ν’ ανοίξει τις φλέβες της να ξεπηδήσει νερό «να πιεις να ξεδιψάσεις».

Μετά το «Όνειρο», «είδα» τον Παύλο καθώς τον πηγαίνουν στον θάνατο με συντροφιά τον Νικολιό. «Τους πάνε για ταξίδι με βάρκα δίχως άρμενα». Όμως πριν, ο Εμφύλιος θα περάσει πάνω κι απ’ την Αγάπη. Η Ισμήνη, η αγαπημένη του Παύλου, θα τον προδώσει για να εκδικηθεί την απαγωγή του πατέρα της απ’ τους αντάρτες.

Πριν απ’ το τέλος, ο νεκρός Ανδρέας θα χορέψει με τον Χάρο μπροστά στη Μάνα του «στα περβόλια στους ανθισμένους κήπους». Κι όταν όλα τελειώσουν, όταν όλοι θα ’ναι νεκροί, θ’ αναστηθούν πιασμένοι χέρι-χέρι και θα βαδίσουν πίσω απ’ τον Ήλιο, που θα κρατά ένα μικρό παιδί, Δεξιοί-Αριστεροί, εχθροί-αδελφοί, όλοι τώρα αδέλφια, όλοι «ένα δέντρο με μια ρίζα, μια πηγή, μια βρύση» πιασμένοι χέρι-χέρι πίσω απ’ την Πασχαλιά, ιην Ελλάδα. Που να ήξερα τότε πως με το έργο αυτό, δηλαδή μ’ αυτές τις ιδέες που γκρεμίζανε τα φράγματα «δεξιά-αριστερά» και προφητεύοντας την ενότητα του λαού σαν τη μόνη πραγματικότητα και τη μοναδική εθνική ελπίδα, θα υπέγραφα την οριστική μου καταδίκη από όλα τα κατεστημένα που ζουν, υπάρχουν και ευδοκιμούν στη μεταχουντική Ελλάδα, τρώγοντας τις σάρκες της εμφύλιας διαίρεσης…

Τελικά αποδείχθηκε πως ο δρόμος της Τέχνης, ο δρόμος της Μουσικής γονιμότητας που ταυτίζεται με το δρόμο της Αγάπης είναι ο σωστότερος. Όχι μόνο για την Τέχνη. Αλλά και για τη Ζωή. Αποδεικνύεται πως η ενόραση και η διαίσθηση του δημιουργού μάς πάει σε ορθότερους δρόμους από την κρίση του πολιτικού. Γιατί η πρώτη ακολουθεί την ανάγκη της φυσικής εξέλιξης, ενώ η δεύτερη επηρεάζεται απ’ τις σκοπιμότητες, τα εφήμερα πάθη και τα στενά αντικρουόμενα συμφέροντα των ολοένα μεταλλασσόμενων κοινωνικών ομάδων. Η πρώτη υπηρετεί το «γενικό». Η δεύτερη το «μερικό». Η πρώτη το «απέραντο». Η δεύτερη το «πεπερασμένο». Γι’ αυτό η δεύτερη μισεί την πρώτη, όταν πιστεύει πως χαλά τα σχέδιά της, ότι θέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντά της, την ίδια της την υπόσταση, που στηρίζεται πάνω στη φτιαχτή διαίρεση του Λαού.

Επιδίωξή μου με το έργο αυτό ήταν να χτίσουμε πέτρα-πέτρα το δράμα και ν’ αφήσουμε τα γεγονότα να διαδραματίσουν τον ρόλο της Μοίρας που οδηγεί τις συγκρούσεις στην ύστατη συνέπεια: την προδοσία, το μίσος, τον θάνατο, ώστε να μην μπορεί να υπάρξει άλλη λύση εξόν απ’ την Κάθαρση. Την παλλαϊκή, πανεθνική Ενότητα.

Όσο πιο πολύ βυθιζόμουν στον κόσμο, στις μορφές και τα τραγούδια της εμφύλιας σύρραξης, τόσο περισσότερο λέξεις και έννοιες όπως «Λαϊκή Τραγωδία» και «Λαϊκή Όπερα» άρχισαν να κυριαρχούν μέσα στη σκέψη μου. Έτσι άρχισα να γράφω το κείμενο του έργου χωρίς να έχω ξεκαθαρίσει καλά-καλά τους στόχους μου. Οι ιδέες ξεπηδούσαν αυθόρμητα, είτε μέσα από ένα τραγούδι είτε μέσα από ένα πρόσωπο. Λόγου χάρη, η ιστορία με τα δυο αδέρφια που οι κατακτητές τα κρέμασαν τον έναν απέναντι στον άλλον ήταν αληθινή. Από κει και πέρα, ο τυφλός πατέρας που δεν γνωρίζει την αλήθεια και που όταν την υποψιάζεται δεν θα θελήσει να τη μάθει, που τριγυρίζει την Ελλάδα ακουμπώντας στον ώμο της κόρης του Ισμήνης ψάχνοντας να βρει τους γιους του κι έτσι φτάνει στην Αθήνα, όλες αυτές οι εικόνες και καταστάσεις οδηγούν συνειρμικά στον Οιδίποδα που κι αυτός δεν ξέρει και τρέμει την αλήθεια. Η είσοδος και των δυο στην Αθήνα μου δίνει την ευκαιρία να αποδείξω ότι η ενότητα του τραγικού στοιχείου από την αρχαιότητα έως τις μέρες μας κάνει δυνατή την παρουσία ενός σύγχρονου Οιδίποδα, που δεν έχει παρά να επαναλάβει τα λόγια του Σοφοκλή για να επαναβεβαιώσει τη διαχρονικότητά του. Είναι σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Κι αλήθεια, με πόσο ανεκτίμητο προνόμιο επιχειρώ να ντύσω τους σύγχρονους Αθηναίους συνομιλητές μου, όταν τους ανυψώνω στα τραγικά ύψη της σοφόκλειας εποχής.

Τι μένει σήμερα απ’ το Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού: Μένουν οι σημειώσεις που έκανα στο Στρατόπεδο του Ωρωπού στα 1970. Μένουν αυτές οι αναμνήσεις που περιγράφω εδώ. Μένουν τα κείμενα, και προπαντός μένουν τα τραγούδια…

Μίκης Θεοδωράκης

 

Πηγή: Μίκης Θεοδωράκης, Μια ζωή δημιουργίας, ειδική έκδοση ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΚΗ, 2018

Back To Top