skip to Main Content
Μίκης Θεοδωράκης: Το λαϊκό τραγούδι στη χώρα μας

Ομιλία του Μίκη Θεοδωράκη στην εκδήλωση του πραγματοποίησε ο Σύλλογος Κρητών Σπουδαστών προς τιμήν του. Η ομιλία δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Αυγή”. Αναφορά στον “Επιτάφιο”

Ο Μίκης Θεοδωράκης παρόντος του Μάνου Χατζηδάκη, ξεκαθαρίζει τα πράγματα σε σχέση με τον «μουσικό εμφύλιο» που έχει ξεσπάσει πάνω στον επιτάφιο και τις διαφορετικές ερμηνείες του.

Ο Θεοδωράκης θα αναπτύξει τη θεωρία του και τις επιλογές του για την αναγέννηση του ελληνικού τραγουδιού για τις μουσικές του ρίζες, για τα λαϊκά όργανα και τη λαϊκή ορχήστρα.

Μετά από όλα αυτά το λαϊκό τραγούδι στην Ελλάδα θα πάρει άλλο δρόμο….


ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΧΘΕΣΙΝΗΣ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ

Το λαϊκό τραγούδι στη χώρα μας

Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΘΕΤΗ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΟΡΑΚΗ

Ιδιαίτερο Ενδιαφέρον προκαλούν οι απόψεις του συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη γύρω από τα θέματα της λαϊκής μας μουσικής. Σήμερα δίνουμε μια ευρεία περίληψη από την ομιλία του Μίκη Θεοδωράκη που εξεφώνησε κατά την προχθεσινή εκδήλωση που οργάνωσε προς τιμή του ο Σύλλογος Κρητών Σπουδαστών.

1960-10-5, Αίθουσα Ένωσης Κρητών Φοιτητών παρουσίαση Επιταφίου Μ.Θ., Μυρτώ Θεοδωράκη, Μπριλλάκης

Κυρίες και Κύριοι,

Αγαπητοί φίλοι,

Έχει μεγάλη σημασία σήμερα για μένα να σας εξηγήσω πως οδηγήθηκα στη σύνθεση του «Επιτάφιου», της «Μυρτιάς», της «Δραπετσώνας» και των άλλων λαϊκών τραγουδιών, που πρόκειται να κυκλοφορήσουν σε δίσκους αυτές τις μέρες.

Για κείνον που γνωρίζει μονάχα τον συνθέτη και το έργο του, όλη μου αυτή η τελευταία δραστηριότητα είναι τουλάχιστο ακατανόητη -όταν δεν της προσδίδουν άλλους βαρύτερους χαρακτηρισμούς.

Όμως, νομίζω, ότι για όποιον γνωρίζει τον άνθρωπο και τη ζωή του όλα αυτά θα πρέπει να του φαίνονται κάτι περισσότερο από φυσικά – αναγκαία.

Είναι η ανάγκη για την άμεση, την απευθείας επαφή του καλλιτέχνη, με όλο τον λαό.

Στην συγκεκριμένη προσωπική περίπτωσή μου νομίζω πως γράφοντας τον «Επιτάφιο» δεν έκανα τίποτε άλλο παρά να καταγράψω νοερώς τις μελωδίες που όλοι σας ασφαλώς έχετε ακούσει με την φαντασία σας, δίχως όμως να τις έχετε συνειδητοποιήσει. Πρόκειται δηλαδή για μια γνήσια λαϊκή μουσική, όπου η παρέμβαση του συνθέτη μπορεί να παρομοιασθεί με την χείρα του ανώνυμου καλογέρου καθώς καταγράφει την φωνή του Αγίου Πνεύματος.

Δηλαδή η ιδιότητά μου — του έντεχνου μουσικού δημιουργού— δεν μ’ εμπόδισε να μπω μέσα στην περιοχή της λαϊκής μας παράδοσης, και όχι την δω και να την μεταχειρισθώ σαν ένας παρατηρητής που διαλέγει, ταξινομεί και επεξεργάζεται εν ψυχρώ το υλικό του.

Αυτή η αφομοίωσή μου με την πρώτη ύλη δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά από τον τρόπο ζωής και τα βιώματα του καλλιτέχνη. Θα ήταν, ίσως, διαφωτιστικό, μια και μιλάμε για τον «Επιτάφιο», να αναφέρουμε εδώ τον τεράστιο ρόλο που έπαιξε στη δημιουργία, μπορώ να πω ακόμα και τον χαρακτήρα μας το λαϊκό τραγούδι, αναφέρομαι περισσότερο στη γενιά μου, δηλαδή στα χρόνια της κατοχής και μετά — ως πριν 8—10 χρόνια.

Τα θέματά τους είναι η αγάπη της μάννας, η αγάπη του φίλου, η αγάπη της κοπέλας, μ΄ όλη τη σεμνότητα, τη λεβεντιά και την υπερηφάνεια που χαρακτηρίζουν το λαό μας.

Η μουσική τους άρχισε να παίρνει ομοιογένεια. Βάζοντας κατά μέρος τις χτυπητές επιρροές (τούρκικες. αραβικές, σπανιόλικες και σλαβικές), φέρνει σε πρώτο πλάνο πολλά μουσικά νεοελληνικά στοιχεία και πρώτα πρώτα τις μουσικές πτώσεις της εκκλησιαστικής μας μουσικής.

Δημιουργείται έτσι ένα καινούριο ύφος, μια νέα αντίληψη μια καινούργια φόρμα. Υπάρχει η πενιά, το εισαγωγικό δεξιοτεχνικό μέρος και ακολουθεί το τραγούδι που ακουμπάει πάντοτε πάνω σε αυστηρούς χορευτικούς ρυθμούς (κυρίως τον χασάπικο και τον ζεϊμπέκικο) και συνοδεύεται από το κύριο μπουζούκι που το σχολιάζει και διανθίζει με δευτεροτέρες μελωδικές φράσεις και γρήγορα περάσματα.

Βάση σε όλο αυτό οικοδόμημα στέκεται το μπουζούκι. Το πόση παρεξήγηση φέρνει μέσα της η λέξη αύτη, νομίζω πως είναι περιττό και να κάνω ακόμα λόγο στη σημερινή μας συγκέντρωση.

Πριν, όμως, σας πω τις απόψεις μου σχετικά με το όργανο αυτό θα’θελα να ολοκληρώσω το ιστορικό περίγραμμα της πορείας του λαϊκού μας τραγουδιού τα τελευταία χρόνια.

Είπαμε ότι η περίοδο η αμέσως μετά την κατοχή υπήρξε πλούσια σε δημιουργία κλασσικών πια λαϊκών μελωδιών.

Κατόπιν ο ομιλητής ανέλυσε τον χαρακτήρα της μετακατοχικής εποχής και συνέχισε:

Ο λαός βλέπει κατάφατσα, σα μέσα σε καθρέφτη, το πρόσωπό του και τρομάζει — θέλει ν’ ακούσει ήχους δυνατούς, ουσιαστικούς, ήχους που να καθρεφτίζουν κι’ αυτοί με τη σειρά τους όλη την αγωνία του, τους πόνους του και τις ελπίδες.

Τέτοιοι ήχοι, τέτοιες μελωδίες, τέτοια τραγούδια συντροφεύουν την Ελλάδα πιστά, σε όλους της τους Αγώνες: από το βυζαντινό «Τη υπερμάχω» ως «του Κίτσου η μάννα» και τον Κρητικό «Αετό». Όλη η δημοτική μας μουσική ξεχειλίζει από βαριές, ξεσχιστικές, ελεγειακές μελωδίες που λες και κυκλοφορούν στις φλέβες του λαού.

Πάρτε τα ηπειρώτικα, πάρτε τα σμυρνιώτικα, πάρτε τα μανιάτικα μοιρολόγια, τα μοραΐτικα τραγούδια της τάβλας και τα δικά μας τα ριζίτικα. Δεν είναι αυτά τραγούδια που γαργαλούνε και που χαϊδεύουν μόνο. Είναι μαχαιριές γλυκές που μας θυμίζουνε τους αγώνες, το ριζικό μας τη δύναμη της ελληνικής ψυχής.

Τέτοια τραγούδια βαριά, μακρόσυρτα. Απελπισμένα, γράφουν οι πέντε σημαντικότεροι συνθέτες της λαϊκής μας μουσικής, ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Μανώλης Χιώτης, ο Μητσάκης και ο Παπαϊωάννου. Κι αυτά τα τραγούδια ανάβουν όπως οι πυρκαγιές στα ξερά δάση, όλους τους Έλληνες.

Ποια άλλη απόδειξη θέλουμε για να πεισθούμε πως μέσα στα τραγούδια αυτά ο λαός μας αναγνώρισε την ίδια του την ψυχή;

Μετά αργότερα, αρχίζει η παρακμή.

Σ’ αυτές τις εποχές τις παρακμιακές, δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το ουσιαστικό, το βαθύ, το αληθινό. Η υπόθεση είναι πως να ξεχάσουμε, να το ρίξουμε έξω, να κάνουμε κέφι, για να περάσει ο καιρός να φύγουν οι έγνοιες και οι σκέψεις μας.

Θα μου πείτε : και τι πρέπει να γίνεται σε μια περίοδο,  ας πούμε ακμής;  Να ακούσουμε μονάχα αυτές τις μελωδίες τις μελαγχολικές και τα βαριά τραγούδια;  Κάθε άλλο.  Να ακούμε και καλά τραγούδια,  ελαφρά,  τα χορευτικά,  τα έθιμα.  Αλλά με μέτρο.  Και προπαντός,  όχι σε βάρος της γνήσιας λαϊκής μουσικής.

Όθεν,  η κυριαρχία του ελαφρού στα τελευταία χρόνια,  επί του λαϊκού,  υπήρξε κάτι παραπάνω από πλήρης,  υπήρξε η εξοντωτική.

Το χειρότερο είναι πως αυτή η ξαφνική έχει ελαφροποίηση της λαϊκής μελωδίας προσέβαλε πολλούς από τους ίδιους τους δημιουργούς της,  ενώ άλλοι περνούσανε στη σκιά.

Όμως,  ουδέν κακόν αμιγές καλού,  και το καλό εδώ ταυτίζεται με την προσφορά του Μάνου Χατζιδάκι.  Είναι τόσο γνωστό το έργο του και η σημασία που μου φαίνεται ότι είναι ολότελα περιττή μια,  ας πούμε ανάλυση και η κατάταξη του,  μέσα στα πλαίσια αυτής της τόσο σύντομης ομιλίας.

Ο Χατζιδάκις ξεκινάει κατευθείαν από τις λαϊκές μελωδίες. Άλλωστε σ’ αυτόν προσωπικά οφείλεται η εξάπλωσή τους και γνωριμία τους από την αστική μας τάξη.

Από δω και πέρα όμως αρχίζει να δημιουργείται μια σύγχυση,  που εντελώς συμπτωματικά αρχίζει να παίρνει μια ασυνήθιστη οξύτητα,  ακριβώς έχει γύρω από τον ΕΠΙΤΑΦΙΟ.  Και γι’ αυτό θα προσπαθήσω όσο μπορώ να αναπτύξω πάνω στο θέμα αυτό την προσωπική μου γνώμη.

Η Αστική τάξη ως τη στιγμή που δια μέσου του Χατζηδάκι και των διάφορων αρχοντορεμπέτικων συνθετών ήρθε σε επαφή με το λαϊκό μας τραγούδι και το μπουζούκι – αναμασούσε ανόρεχτα τα διάφορα Ιταλό ευρωπαϊκά – νότιο – βορειοαμερικανικά μουσικά παρασκευάσματα του την σέρβιραν ξένοι και οι γηγενείς συνθέτες ελαφρών τραγουδιών.

ΑΥΡΙΟ: Το τέλος.

 


ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΧΘΕΣΙΝΗΣ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ

Το λαϊκό τραγούδι στη χώρα μας

Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΘΕΤΗ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Β’ (τελευταίο)

Όπως μου έλεγε χαρακτηριστικά προχθές ο Μάνος Χατζηδάκις είδε το λαϊκό τραγούδι από τα έξω — αντικειμενικά. Αυτή του η στάση φαίνεται καθαρά τόσο στις διασκευές του όπως «Έξη λαϊκές ζωγραφιές» όσο και στα τραγούδια του όπου το μπουζούκι έρχεται να προστεθεί σαν ένα στοιχείο πιότερο διακοσμητικό παρά ουσιαστικό. Ένας νέος μουσικός όρος γεννιέται έτσι: τα μπουζουκίζοντα, τα λαϊκίζοντα. Και γίνονται αμέσως αποδεκτά από την αστική μας τάξη. Σήμερα, όπως είπα, το πρόβλημα μπαίνει έτσι για τον ΕΠΙΤΑΦΙΟ. Μπουζούκια η μπουζουκίζοντας; Φυσικά αναφέρομαι στις δύο εκτελέσεις του που θα ακούσετε σε λίγο και που έχουν αρχίσει να διαιρούν αυτούς τους πρώτους φίλους του ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ. Θα μιλήσω γι’ αυτούς, όμως θέλω να ξοφλήσω πρώτα με το μπουζούκι.

Το μπουζούκι είναι για την νεοελληνική λαϊκή μουσική ό,τι η κιθάρα για τα σπανιόλικα φλαμέγκο, οι μπαλαλάικες για τα ρωσικά τραγούδια και το ακορντεόν για τα παριζιάνικα βαλσάκια. Είναι από μια άποψη το σύγχρονο εθνικό λαϊκό όργανο. Αυτό που μας δίνει μια ξέχωρη, πρωτότυπη και ιδιότυπη σφραγίδα. Αν υπάρχει εναντίον του μια απέραντη προκατάληψη, σ’ αυτό δεν φταίει αυτό το ίδιο αλλά αυτοί που το μεταχειριστήκανε. Αυτό καθ’ εαυτό, δεν είναι, όπως ξέρετε, παρά ένα σύνολο από ξύλο επεξεργασμένο και χορδές. Καμμιά ηθική, καμμιά πρόληψη, κανένα κοινωνικό μίασμα δεν χωράει μέσα σ’ αυτά τα απλά υλικά.

Ας το δούμε λοιπόν ψύχραιμα, ας το πάρουμε στα χέρια μας μ’ όλο το φοβερό του όνομα: μπουζούκι που τόσο μας ενοχλεί. Τι δυνατότητες τεχνικές μας προσφέρει; Τι ηχητικά χρώματα μας δίνει; Να τι πρέπει να εξετάσουμε. Το παίζαν κάποτε οι χασικλήδες. Κι όμως το μαχαίρι το ‘παιξαν φονιάδες κι εμείς κόβουμε ψωμί και το τρώμε.

Αυτά είχα να σας πω για το μπουζούκι.

Και κάτι άλλο. Πιστεύω πως οι δύο ωραιότερες μελωδίες της νεοελληνικής μας μουσικής είναι η Συννεφιασμένη Κυριακή και το Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι.  Πιστεύω πως αυτά τα δύο τραγούδια θα τραγουδιούνται πάντα όσο υπάρχουν Έλληνες μαζί με τα Σαράντα παλικάρια και το Πότε θα κάνη ξαστεριά.  Και προσθέτω για όλους τους πολέμιους – για όλους τους αντίθετους,  πως αυτά τα δύο αριστουργήματα,  γεννήθηκαν πάνω στις χορδές του μπουζουκιού – και μόνο γι’ αυτές τις μελωδίες θα πρέπει να το βάλουμε σε μια γυάλινη θήκη,  τιμής ένεκεν,  και να τον μνημονεύουν.

Κι έρχονται τώρα στον ΕΠΙΤΑΦΙΟ.

Θυμάμαι ότι τον έλαβα στο Παρίσι πριν από τρία χρόνια από τον ίδιο το Ρίτσο.  Ευθύς μετά που τον διάβασα,  άρχισα να γράφω τα τραγούδια,  αυθόρμητα,  δίχως καμιά ανάγκη,  καμιά πρόθεση θα ‘λεγα.  Και η μουσική βγήκε αυτή που βγήκε.  Γιατί άραγε;  Κατ’ αρχήν νομίζω,  από την ανάγκη να παρακολουθήσω την ίδια διαδικασία με το Ρίτσο.  Καθώς παίρνει τους αρμούς,  τα δυνατά στοιχεία από τα μοιρολόγια και τη δημοτική μας ποίηση κι όντας πάντοτε Ρίτσος,  θέλει να είναι συνάμα ο οπωσδήποτε λαϊκός ποιητής,  η οποιαδήποτε χαροκαμένη μάνα,  η λαϊκή μούσα.  Η τάση αυτή θα πρέπει να πω,  βοηθήθηκε αποτελεσματικά από τα προσωπικά μου βιώματα – καταγωγή,  τρόπο ζωής,  φίλοι,  αγώνες,  μόρφωση και λοιπά.  – Δηλαδή θέλω να πω ότι οι ρίζες της μουσικής μου αγωγής βρίσκονται στα τραγούδια που με έμαθε η μητέρα μου, τις εκκλησιαστικές και βυζαντινές μελωδίες που έλεγα στις εκκλησίες από την τρίτη δημοτικού ως την έκτη του Γυμνασίου ανελλιπώς,  και στα τραγούδια της γειτονιάς.

Πολύ αργότερα όταν συνειδητοποίησα την εργασία που έκανα στον ΕΠΙΤΑΦΙΟ του Ρίτσου κατάλαβα ότι το λαϊκό τραγούδι αυτό δεν το είδε καθόλου απ’ έξω αλλά ότι ήμουν ο ίδιος βουτηγμένος μέσα ως το κούτελο δηλαδή σε τελευταία ανάλυση,  φιλοδοξούσα να γίνω ένας από τους λαϊκούς μας συνθέτες,  καθαρά και ουσιαστικά.

Από κει και πέρα όλα γίνονται,  για μένα,  πολύ απλά.  Το δύσκολο ήταν να γίνει σωστή γνωμάτευση και να χαραχθεί ο δρόμος.

Λέγοντας η λαϊκή μουσική και λαϊκές σύνθεσης διαπιστώνω ότι γοητεύομαι τόσο από την πόλη,  τους ανθρώπους της και τα προβλήματά τους,  όσο και από το φωτεινό Αιγαίο,  την Κρήτη,  ακόμα και τα Επτάνησα.

Ήδη μέσα στον ΕΠΙΤΑΦΙΟ,  σχεδόν θα λέγατε συμβολικά,  όλες αυτές οι τάσεις αντιπροσωπεύονται η καθεμιά και σ΄ένα από τα 8 τραγούδια.  Βασικά υπάρχει το μανιάτικο μοιρολόγι,  τη Ζακυνθινή καντάδα,  το λαϊκό τραγούδι,  το κρητικό ριζίτικο, το αιγαιοπελαγίτικο και οι εκκλησιαστικές μας μελωδίες.

Όμως και μετέπειτα με τη «Μυρτιά» και στο «Είχα φυτέψει μια καρδιά» — και τα δύο με ποίηση του Νίκου Γκάτσου— γράφω ας την πούμε νησιωτική μουσική ενώ με τα ποιήματα του Τάσου Λειβαδίτη «Δραπετσώνα» και «Μάνα μου και Παναγιά» η έμπνευση ξεκινάει απ’ τη λαϊκή μελωδία.

Όμως η φιλοδοξία — λαϊκός συνθέτης — πως συμβιβάζεται με την ιδιότητα του συνθέτη; Και δεν θα ‘πρεπε τάχα αυτός ο τελευταίος συνθέτης να αντιμετωπίσει το λαϊκό τραγούδι σαν μια πρώτη ύλη και να το ξαναδώσει χωνεμένο, μεταποιημένο, μέσα σ’ ένα έργο προσωπικό. Noμίζω πως αγγίζω ένα τεράστιο θέμα, τεράστιο πρόβλημα. Λέγω μόνο ότι σε όλη μου τη συμφωνική εργασία προσπαθώ να μπήξω τις ρίζες μου όσο γίνεται πιο βαθιά μέσα στη μουσική και στην όποια άλλη παράδοση του λαού μας. Αν όμως αισθάνομαι την ανάγκη, την έφεση να δημιουργήσω κ’ εγώ ο ίδιος πρώτη ύλη — για πρώτη άμεση απ’ ευθείας επαφή με το λαό μας, γιατί να μην το κάνω; Αυτό το ερώτημα, που δεν τίθεται δίχως αγωνία, θα ‘πρεπε να εξετάσουν οι φίλοι μου πριν με διαγράψουν με μια μονοκοντυλιά από τον ισχνό κατάλογο των Ελλήνων συνθετών.

Κι έρχομαι τώρα στις δύο εκτελέσεις του ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ.

Ευθύς μόλις καθαρόγραψα τις εφτά μελωδίες του — αργότερα εδώ πρόσθεσα και την όγδοη – τις έστειλα σε δύο ανθρώπους στην Αθήνα: στο Γιάννη Ρίτσο και στο Μάνο Χατζηδάκι.

Αυτό δείχνει την μεγάλη εκτίμηση που έχω σ’ αυτόν τον τελευταίο καθώς και την εμπιστοσύνη μου ότι δεν θα αλλοιώσει το χαρακτήρα του έργου. Του υποδείκνυα μονάχα πως θα το ‘θελα με σκέτα μπουζούκια.

Τα χρόνια πέρασαν κι’ ωστόσο δεν γίνηκε τίποτα.

Κατέβηκα φέτος με τη σκέψη να το γράψω με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Τον ήξερα απ’ το στρατό κι’ αυτό, τουλάχιστο για μένα, τα λέει όλα γιατί ήξερα πως είχα να κάνω μ’ έναν άνθρωπο της γενιάς μου, δηλαδή μ’ έναν που να’χει πολύ υποφέρει και πιο πολύ ελπίσει. Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ, για μένα, δεν ήταν ένα όποιο, καλό η κακό, τραγούδι, αλλά ένας θρήνος πραγματικός. Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ήταν καθήκον, ήταν ευγνωμοσύνη, ήταν όρκος — κι’ εγώ ήμουν χαρούμενος γιατί είχα βρει τον άνθρωπό μου αυτόν που με φωνή λεβέντικη κα φωτεινή θα’κανε αυτές τις προσωπικές, τις ατομικές ελπίδες παλλαϊκά τραγούδια.

Στο μεταξύ ακούω τη φωνή της Νάνας Μούσχουρη και ειλικρινά γοητεύομαι. Κι όταν ο Χατζηδάκις την πρότεινε για τον «Επιτάφιο», είδα αμέσως το τεράστιο κέρδος για το έργο αυτό: ένας άλλος «Επιτάφιος», λυρικός, επιθαλάμιος— επιτάφιος αδερφής σε αδερφό και αγαπημένης σε αγαπημένο πιότερο, παρά μάννας σε γιο.

Δούλεψα με τη Μούσχουρη σχεδόν ένα μήνα και την είδα μέρα με τη μέρα, να γίνεται ένα από τα άπειρα κοριτσόπουλο της συνοικίας, της γειτονιάς του χωριού που βρέθηκε ξαφνικά χαροκαμένο και απορεί και κει πάνω, δίχως κραυγές, δίχως χειρονομίες, αρχίζει το θρήνο.

Η ορχήστρα, τα όργανα ήρθαν μέσα από τη φωνή της Μούσχουρη. Ο Χατζηδάκις νοιώθοντας καλά και τη φωνή και τη μουσική και το φίλο του το συνθέτη – δόθηκε ολόκληρος σ’ αυτά την ώρα της φωνοληψίας Αυτά για την έκδοση της «FIDELITY».

Αγαπώ, όμως, εξ ίσου (κα ας μου συγχωρεθεί από τους αντιγνωμούντας) και τον «Επιτάφιο» που μου ανέθεσε να κάνω μαζί της η «COLUMBIA». Είναι αλήθεια ότι μου έδωσε όλα τα μέσα για να πετύχω αυτό που πιστεύω πως ήταν το καλύτερο για το έργο μου.

Και πρώτα πρώτα τον Μανώλη Χιώτη. Είναι σήμερα ο μεγαλύτερος δεξιοτέχνης στο όργανο του, το μπουζούκι, όμως εκείνο που τον χαρακτηρίζει προ παντός είναι η βαθιά του μουσική ευαισθησία και το σίγουρο μουσικό του ένστιχτο. Ελληνικό λαϊκό 100%.

Για τον Γρηγόρη Μπιθικώτση σας μίλησα ήδη. Για μένα η φωνή του Μπιθικώτση έχει μια άλλη ομορφιά. Γιατί είναι ο καθένας μας που τραγουδάει με τι φωνή του. Είναι ο βαρκάρης, ο ζευγάς ο σοφέρ, ο φοιτητής, ο Φαντάρος, ο εμποράκος — είναι ο Νεοέλληνας, είτε μας αρέσει είτε δεν μας άρεσε. Κι αν ο πρώτος Επιτάφιος είναι λυρικός και επιθαλάμιος, ο δεύτερος είναι για τις αγορές και τα σοκάκια, εκεί που το παλληκάρι λαχάνιασε και αγάπησε, πριν φάει μια σφαίρα στην καρδιά.

1960-10-7, “ΑΥΓΗ” Ομιλία του Μίκη Θεοδωράκη στην εκδήλωση του Συλλόγου Κρητών Σπουδαστών

Μάνος Χατζηδάκις για τον «Επιτάφιο»

Ο Μάνος Χατζηδάκις για την πρώτη παρουσίαση του Επιτάφιου του Θεοδωράκη με τη Ν. Μούσχουρη.

«Οι αριστεροί και οι Λαμπράκηδες προτιμούσαν ότι διηύθυνε ο Θεοδωράκης και βρίσκαν τον δικόν μου ευαίσθητο αλλά όχι αρρενωπό. Σαν η ευαισθησία να είναι γνώρισμα γυναικείο, ας πούμε. (…) οι άλλοι, οι αστοί, προτιμούσαν τον Επιτάφιο με τη Μούσχουρη. Οι μεν επειδή το έβλεπαν επικά οι άλλοι… αισθηματικά. Και οι δύο εκδοχές ολοκληρώνουν, νομίζω, με τη σοβαρότητά τους και το έργο και το ποίημα. Ο Επιτάφιος είναι ένα από το ωραιότερα ποιήματα που έχει γράφει ο Ρίτσος. Επίσης και η μουσική του Μίκη είναι επιτυχής, και τα δυο εξακολουθώ να τα εκτιμώ απεριόριστα και σήμερα».

Μάνος Χατζιδάκις: Ο καθρέφτης και το μαχαίρι, Ίκαρος 1988

Back To Top