skip to Main Content
Το χρονικό της επανάστασης του «Επιταφίου»

του Γιώργου Αγοραστάκη


Τι προηγείται

Μέρες του ’36.

9 του Μάη οι απεργοί καπνεργάτες διαδηλώνουν στην Θεσσαλονίκη. Η χωροφυλακή πυροβολεί τους διαδηλωτές, σκοτώνει 12 και τραυματίζει 300. Ένας από τους νεκρούς ο 25χρονος Τάσος Τούσης κείται καταμεσής του δρόμου. Ενώ οι συνάδελφοί του ξήλωναν μια πόρτα για να τον μεταφέρουν, τον ανακαλύπτει η μάνα του και τον μοιρολογεί. Ένας φωτογράφος που βρίσκεται κοντά, αποτυπώνει τη στιγμή. Η φωτογραφία δημοσιεύεται την επομένη στο Ριζοσπάστη. Τη βλέπει ο Ρίτσος και συγκλονίζεται. Σε τρεις μέρες γράφει 14 από τα 20 ποιήματα του Επιταφίου και τα δημοσιεύει στο Ριζοσπάστη στις 12 Μαΐου.

Τον επόμενο μήνα θα κυκλοφορήσει ολοκληρωμένη η ποιητική συλλογή. Τον Αύγουστο ο Μεταξάς θα κάνει δικτατορία και αργότερα θα κάψει το βιβλίο με τα ποιήματα του Επιταφίου. Το 1956 ο Ρίτσος επανεκδίδει το βιβλίο και το 1957 στέλνει ένα αντίτυπο στον Μίκη Θεοδωράκη στο Παρίσι, γράφοντάς του «το βιβλίο τούτο κάηκε από τον Μεταξά  στα 1938 κάτω από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός».

Η μελοποίηση

Ο Μίκης Θεοδωράκης μια μέρα περιμένοντας στο αυτοκίνητο τη σύζυγό του, Μυρτώ, να επιστρέψει από τα ψώνια, ξεφυλλίζει το βιβλίο του «Επιταφίου», που μόλις του έχει στείλει ο Γιάννης Ρίτσος και αρχίζει να μελοποιεί τα ποιήματα σημειώνοντας τις νότες στο περιθώριο των σελίδων. Μέσα στη λίγη ώρα της αναμονής, είχε βρει τις βασικές μελωδίες και για τα 20 ποιήματα.

Αρχές του 1960 ο Μίκης Θεοδωράκης είχε πάρει τις αποφάσεις του. Κάνει μια ολοκληρωτική στροφή, αφήνοντας την συμφωνική μουσική και αφιερώνεται στο λαϊκό τραγούδι. Το Φεβρουάριο επιστρέφει στην Ελλάδα απ’ το Παρίσι, και βάζει σε κίνηση την επανάστασή του για την αναγγέννηση του ελληνικού τραγουδιού με τον πρώτο κύκλο τραγουδιών του τον «Επιτάφιο». Εγκαινιάζει έτσι τη λεγόμενη «έντεχνη λαϊκή μουσική».


Τον Αύγουστο, ο Μάνος Χατζηδάκις, που είχε πάρει το έργο από το Θεοδωράκη, το ενορχηστρώνει και το ηχογραφεί πρώτος με τη  Νανά Μούσχουρη στην εταιρία Fidelity.

Νάνα Μούσχουρη: Επιτάφιος 1960 (ολόκληρο άλμπουμ)

Ο Θεοδωράκης διαφωνεί με την Χατζηδική ερμηνεία του έργου. Θεωρεί ό,τι «ο Χατζηδάκις έδινε στον «Επιτάφιο» ένα ρομαντικό χαρακτήρα, ένα θηλυκό χαρακτήρα, ενώ το έργο -κατ’ αυτόν- ήταν καθαρό, αδρό…» Συνέντευξη του Μίκη στον Μανώλη Παπουτσάκη, στους “ΔΡΟΜΟΥΣ” Φεβρουάριος του 1964.

Αναζητά μια λαϊκή, ανδρική και δωρική ερμηνεία, την οποία βρίσκει στο Γρηγόρη Μπιθικώτση και στο μπουζούκι του Μανόλη Χιώτη.

Το Σεπτέμβρη κυκλοφορεί ο δικός του Επιτάφιος ηχογραφημένος στην Columbia με το Γρηγόρη Μπιθικώτση και στα σεγόντα την Καίτη Θύμη. Στα μπουζούκια ο Μανώλης Χιώτης, με το Γιάννη Καραμπεσίνη – σε κάποια τραγούδια -. Το έργο κυκλοφορεί σε 45άρια, αλλά και σε 10ιντσο δίσκο 33 στροφών.

Γρ. Μπιθικώτσης, Κ. Θύμη, Μ. Χιώτης ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ Μ. Θεοδωράκη – Γ. Ρίτσου 1960

Με τις δυο εκτελέσεις του έργου του Επιτάφιος, ξεσπά ένας «μικρός εμφύλιος πόλεμος» για τις αισθητικές και κοινωνικές απόψεις που αντιπροσωπεύουν οι δύο αυτές εκδοχές. Αυτή η ηχογράφηση προκάλεσε μεγάλη συζήτηση με εκτενή αρθρογραφία, άλλοι υπέρ, άλλοι κατά. Ακόμη και ο επιφυλακτικός στην αρχή Γιάννης Ρίτσος θα πει αργότερα: «Ήμουν λάθος! Ακριβώς εκεί ο Επιτάφιος συνάντησε τους απλούς ανθρώπους. Κι εκείνοι του δόθηκαν με τη σειρά τους. Κατάλαβαν το ποίημα. Το έκαναν δικό τους!»… «Ήταν τα πρώτα ποιήματα μου που είχαν μελοποιηθεί. Μου έκανε τρομερή εντύπωση, μα είναι δυνατόν η ποίηση να βρει μια πλήρη αντιστοιχία με την μουσική. Μέχρι τίνος έλεγα ότι η κάθε τέχνη είναι αυτάρκης και δεν έχει ανάγκη από την βοήθεια της άλλης. Αλλά όταν έγραψες τον Επιτάφιο και αργότερα φυσικά την Ρωμιοσύνη που ήταν η μεγάλη δόξα σου, είπα πραγματικά ότι εδώ πέρα είναι ένας δρόμος για να πλησιάσει η ποίηση μέσο της μουσικής εκείνους τους ανθρώπους που δεν θα τους πλησίαζε ίσως ποτέ.»

Μέσα σε λίγες εβδομάδες, ο «Επιτάφιος» σημείωσε τεράστια επιτυχία, αναστάτωσε τα μουσικά πράγματα της χώρας, ξεσήκωσε τον κόσμο, και τοποθέτησε τον Θεοδωράκη, στο κέντρο των συζητήσεων και των αντιδράσεων, όπως και απέναντι από το Μάνο Χατζηδάκι που κυριαρχούσε μουσικά την εποχή εκείνη στην Ελλάδα. Αυτό του έδωσε μια μεγάλη δημιουργική ώθηση να βαδίσει το δρόμο που χάραξε, πράγμα που θα φανεί αμέσως με την καλλιτεχνική του «έκκρηξη», το πάθος και το πείσμα που δημιουργούσε και επικοινωνούσε με τον κόσμο. Ο ίδιος θα πει: «Αυτή η περίοδος με βοήθησε όταν γύρισα πίσω και υπήρξε αυτή η πρωτοφανής επιτυχία του Επιτάφιου της έντεχνης λαϊκής μουσικής. Δημιούργησε μέσα μου φοβερή ευεξία, μια εσωτερική γαλήνη, πληρότητα μπορώ να πω ότι ουδέποτε υπήρξα τόσο ευτυχής όσο στα χρόνια εκείνα. Η παραδοχή του κόσμου ήταν έκδηλη». Θεοδωράκης Μίκης, Πού να βρω την ψυχή μου, Μουσική, τ. 1, Εκδόσεις Νέα Σύ­νορα – Λιβάνης, 2002 σελ.89

Αυτή όμως η επιτυχία προσέκρουσε από την αρχή στις κυβερνητικές απαγορεύσεις. Η κυβέρνηση Καραμανλή, αντέδρασε πολύ σπασμωδικά, και απαγόρευσε τη μετάδοση της μουσικής του από το ΕΙΡ (την Ελληνική Ραδιοφωνία).

Έτσι ο Μ.Θ. κατέφυγε στις συναυλίες. Άνοιξε μ’ αυτό το τρόπο ένα νέο κεφάλαιο στην Ελληνική μουσική. Εγκαινίασε τη μορφή της Λαϊκής Συναυλίας όπου «οι δημιουργοί, ο ποιητής και ο συνθέτης, μαζί με το λαϊκό τραγουδιστή και τους ηθοποιούς που απήγγελλαν και τους μουσικούς που ερμήνευαν, βγαίνουν από τα τείχη των Αθηνών, πηγαίνουν στη συνοικία, στην επαρχία, κοιτάζουν πρόσωπο με πρόσωπο τον παραγκωνισμένο, τον εγκαταλειμμένο ακροατή της συνοικίας και της επαρχίας». Η αστυνομία άρχισε να εμποδίζει την πραγματοποίηση των συναυλιών και έτσι αυτές άρχισαν ν’ αποκτούν πολιτικό χαρακτήρα. Οι απαγορεύσεις και οι διώξεις της Δεξιάς κατά του Θεοδωράκη και των τραγουδιών του, τελικά τον κατέστησαν πολιτικό σύμβολο της αριστεράς και του ευρύτερου δημοκρατικού χώρου. Η μουσική του αναδείχτηκε σε σύμβολο των καταπιεσμένων, των διωκόμενων και των Αριστερών. «Είχα γίνει ένας άτυπος ηγέτης της Αριστεράς χωρίς να τόχω επιδιώξει», Ωστόσο η επίσημη Αριστερά δεν κατενόησε τον αναγεννητικό και τον ενωτικά πολιτικό χαρακτήρα της καλλιτεχνικής του προσπάθειας. [Πετρίδης Παύλος, Ο πολιτικός Θεοδωράκης (1940-1996), Προσκήνιο 1997 σελ.60-2]


Η πρώτη συναυλία και δημόσια παρουσίαση του Επιτάφιου έγινε στις 5 του Οκτώβρη στην Ελευσίνα, «γιατί θέλησα να «ευλογήσω» το κίνημά μου βάζοντάς το κάτω από τις ιερές σκιές των ελευσίνιων μυστηρίων» θα πει. Εκεί τους περίμεναν εκατό αστυφύλακες και πενήντα πι­στοί. Η αποφασιστικότητα του παπά Πυρρουνάκη και του νεαρού τότε Θόδωρου Πάγκαλου έσπασε τον αστυνομικό κλειό και πραγματοποιήθηκε η συναυλία. Στην απαγγελία ήταν η Αλέκα Παΐζη, στο τραγούδι ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης και έπαιξε η 6μελής Λαϊκή Ορχήστρα του Θεοδωράκη. «Μετά την Ελευσίνα έπρεπε να τιμήσω τις δικές μου τις προγονικές ρίζες. Έπρεπε κι εγώ να πάρω δύναμη απ’ αυτές. Έτσι η δεύτερη συναυλία έγινε στο Ηράκλειο Κρήτης. Έχοντας πράξει το χρέος μου απέναντι στις ιερές σκιές των προγόνων, ήμουν έτοιμος πια για τη μεγάλη έξοδο».

Τη δεκαετία του ’60 θα οργώσει όλη την Ελλάδα απ’ άκρου σ’ άκρη και στη συνέχεια όλο τον κόσμο. Οι συναυλίες του Θεοδωράκη μετατράπηκαν σε πολιτικά γεγονότα. «Κατά κα­νόνα δεν επρόκειτο μόνο για συναυλίες αλλά για Πολιτικά συμβάντα με Π κεφαλαίο. Πολιτικά, δηλαδή βασικά αντιεξουσιαστικά, ενάντια σε κάθε είδους αντιλαϊκές εξουσίες, αστυνομικά καθεστώτα, όπως στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’60, δικτατορίες κ.λ.π…» Θεοδωράκης Μίκης, Πού να βρω την ψυχή μου, Μουσική, τ. 1, Εκδόσεις Νέα Σύνορα – Λιβάνης, 2002 σελ.89

 

Την επομένη (6/10) η Ένωση Κρητών Φοιτητών παρουσίασε τα τραγούδια του «Επιταφίου» σε δημόσια εκδήλωση στα γραφεία της στην Αθήνα, στην οποία εκτός από τον Μίκη Θεοδωράκη, μίλησαν και οι Μάνος Χατζηδάκις και Φοίβος Ανωγειανάκης. Στην ομιλία του ο Μίκης θα χαρακτηρίσει την εκτέλεση του «Επιταφίου» με την Μούσχουρη ως έναν «Επιτάφιο λυρικό, επιτάφιο αδελφής σε αδελφό και αγαπημένης σε αγαπημένο πιότερο, παρά μάνας σε γιό… Για μένα η φωνή του Μπιθικώτση έχει μια άλλη ομορφιά. Γιατί είναι ο καθένας μας που τραγουδάει με τη φωνή του. Είναι ο βαρκάρης, ο ζευγάς, ο σωφέρ, ο φοιτητής, ο φαντάρος, ο εμποράκος – είναι ο νεοέλληνας είτε μας αρέσει είτε δεν μας αρέσει. Κι αν ο πρώτος «Επιτάφιος» είναι λυρικός και επιθαλάμιος, ο δεύτερος είναι για τις αγορές και τα σοκάκια, εκεί που το παλικάρι λαχάνιασε και αγάπησε, πριν φάει μια σφαίρα στην καρδιά.»

1960-10-5, Αίθουσα Ένωσης Κρητών Φοιτητών παρουσίαση Επιταφίου Μ.Θ., Μυρτώ Θεοδωράκη, Μπριλλάκης

Ομιλία του Μίκη Θεοδωράκη στην εκδήλωση του πραγματοποίησε ο Σύλλογος Κρητών Σπουδαστών προς τιμήν του. «Το λαϊκό τραγούδι στη χώρα μας».

Η ομιλία δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Αυγή” (7/10).

Αναδημοσιεύεται εδώ: ΑΥΓΗ, Ομιλία του Μίκη Θεοδωράκη στην εκδήλωση του Συλλόγου Κρητών Σπουδαστών


Οι αντιδράσεις ωστόσο δεν κόπασαν και ο Θεοδωράκης σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 74-75 της «Επιθεώρησης Τέχνης» του Οκτωβρίου απαντά στους επικριτές του για την χρησιμοποίηση των λαϊκών φωνών και οργάνων στο έργο του. Μεταξύ των άλλων σημειώνει: «Έχοντας συνειδητοποιήσει από πού προέρχεται ο «Επιτάφιος» οδηγήθηκα υπεύθυνα και σοβαρά στο λαϊκό περίβλημα και συνοδεία, δηλαδή στο μπουζούκι. Αυτό αν θέλετε υπήρξε και μια ανάγκη αλλά και ένα πείραμα. Η σκέψη μου είναι η εξής: Μπορούμε να πάρουμε ό,τι καλό υπάρχει στο μπουζούκι, ό,τι καλό υπάρχει στους ρυθμούς, στους μελωδικούς τρόπους στο στιλ της λαϊκής μουσικής και δίνοντάς του ένα καινούργιο περιεχόμενο (στην περίπτωσή μου η ποίηση του Ρίτσου) να δώσουμε μια νέα ώθηση στο λαϊκό τραγούδι;» Ο Μ.Θ. κλείνει το άρθρο με το εξής: «Έρχομαι τώρα στους στίχους του Ρίτσου. Δε νομίζω πως υπάρχει μεγαλύτερη δόξα για ένα ποιητή από το να τραγουδιέται από το λαό. Υπάρχει λέξη μήπως, μέσα στον Μπιθικώτση που να μην λέγεται καθαρά, σωστά και με το αληθινό της συναισθηματικό νόημα; Έχετε καλό αισθητήριο, έχετε καλή θέληση; Πέστε μας τότε συγκεκριμένα, χειροπιαστά, πού σε ποια λέξη, σε ποιο νόημα, προδόθηκε η ποίηση του Ρίτσου; Και όταν ο Μπιθικώτσης αρχίζει με το «Γιέ μου ποια μοίρα στο ‘γραφε» και δεν αισθάνεσθε ηλεκτρική εκκένωση από συγκίνηση, τότε απαραιτήτως δυο τινά θα πρέπει να συμβαίνουν: ή εσείς η εγώ, πάντως ένας από τους δυό μας, δεν καταλαβαίνει από μουσική. Εύχομαι να είμαι εγώ, που στο κάτω κάτω δεν έχω καμιά υπεύθυνη θέση, δεν διαφωτίζω τους άλλους και ότι κι αν κάνω, κακό του κεφαλιού μου μονάχα κάνω».


Μουσική και συζήτηση του Μίκη Θεοδωράκη με το Γιάννη Ρίτσο για την ιστορία του έργου. Ο Μίκης και ο Ρίτσος μιλούν για τα γεγονότα της Πρωτομαγιάς το 1936 στη Θεσσαλονίκη και ο Ρίτσος διαβάζει στίχους από τον Επιτάφιο και ο Μίκης διευθύνει την ορχήστρα και η Μαρία Φαραντούρη τραγουδά τα 8 τραγούδια που μελοποίησε ο Μίκης. ΜΑΓΙΚΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΟ 1987 ΣΤΗΝ ΕΡΤ


Το 1963 Ο Θεοδωράκης έκανε δεύτερη διαφορετική ενορχήστρωση και ηχογράφηση του Επιταφίου με τον Χιώτη στο μπουζούκι και την Μαίρη Λίντα στο τραγούδι. Έκτοτε το έργο θα γνωρίσει πολλές και διαφορετικές ερμηνείες μέχρι σήμερα. Οι πιο χαρακτηριστικές κατά την γνώμη μας είναι των: Σταύρου Ξαρχάκου, Τζον Ουίλιαμς, Ιάκωβου Κολανιάν, Μίλος Καραντάγκλιτς, Νένας Βενετσάνου – Σαράντη Κασσάρα, αλλά και του Μάνου Χατζιδάκι (ξανά) με τη Φλέρυ Νταντωνάκη στη Νέα Υόρκη.


Τελικά ο «Επιτάφιος» του Θεοδωράκη-Ρίτσου ήταν το έργο που μπήκε στην ιστορία ως μια επανάσταση για το ελληνικό τραγούδι. Ήταν το έργο που άλλαξε την πορεία της ελληνικής μουσικής.

Back To Top